Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2007

Φεύγω

Επιτέλους φεύγω.


Θα πάρω τα βουνά.

Θα σκαρφαλώσω σε μια βουνοκορφή και θ’ ατενίζω τον ουρανό.

Θα απομονώσω τους ήχους της πόλης και θα επιτρέψω μόνο στον άνεμο να μου χαϊδεύει τ’ αυτιά.

Θα βγάλω το χοντρό μου πανωφόρι και θα αφήσω το κρύο να περονιάσει όλα μου τα κόκαλα.

Κι όταν η συνείδηση του «πρέπει» μουδιάσει από την παγωνιά, θα αναπολήσω τα πεπραγμένα του χρόνου.

Θα θυμηθώ ότι είμαι ακόμη άνθρωπος κι αξίζω όσο τα δέντρα και τα άστρα.

Και τότε, θα πλέξω παραμύθια για τον καινούριο χρόνο που έρχεται.

Συννεφοπερπατώντας, θα βρω το δρόμο για το καταφύγιο των ονείρων.

Θα αφήσω τη ψυχή μου ελεύθερη, πετώντας να βρει τον προορισμό της.

Σε μια βουνοκορφή, θα ξαναγγεννηθώ.

Και μετά, θα επιστρέψω στη νέα μου πραγματικότητα.

Σύντομα, πολύ σύντομα θα ξαναβρεθούμε. Λίγες μέρες θα είναι μόνο…

Μέχρι τότε, να είστε όλοι καλά.

Στίχοι λυπημένοι

Adonio, σε ευχαριστώ για την πρόσκληση.

Μα θα μείνω κι εγώ στα τραγούδια που με κάνουν να μελαγχολώ. Γιατί αυτές τις ώρες της μελαγχολίας, οι στίχοι έχουν μεγαλύτερη αξία και οι μελωδίες κυλούν πιο βαθιά μέσα μου.

Τρία ελληνικά και τρία ξένα τραγούδια γράφω και μαζί τους στίχους που αγαπώ από αυτά. Είναι και άλλα πολλά, αλλά θα ακολουθήσω το feeling της στιγμής…

Με η σειρά μου προσκαλώ pike, roadartist και raslowbap...

Ο Προσκυνητής (Αλκίνοος Ιωαννίδης)

Κάποιος είπε πως ο δρόμος είναι η φλέβα της φωτιάς
ψυχή μου πάντα να κυλάς
Κάποιος είπε πως ταξίδι είναι μόνο η προσευχή
καρδιά μου να 'σαι ζωντανή

Κάποιος είπε πως η αγάπη σ' ένα αστέρι κατοικεί
αύριο βράδυ θα 'μαι εκεί
Κάποιος είπε πως ο έρωτας για μια στιγμή κρατά
αύριο βράδυ θα'ναι αργά


Το παλιό μου παλτό (Χρήστος Δάντης)

Έχω πέσει και κλαίω στο παλιό μου παλτό
που το είχα ξεχάσει στο πατάρι κλειστό

Πόσες κρύες στιγμές στη καρδιά μου ζεστές
μέσα στο σινεμά και στους δρόμους μετά
μου 'μαθε τα ταξίδια να αλητεύω εν ψυχρώ
να περνάω καλά και με χάλια καιρό
το παλιό μου παλτό

Πώς περάσαν τα χρόνια τι είναι αυτά που φορώ
ποιο σατέν ποιο μετάξι θα με βγάλει χορό
το παλιό μου παλτό το χαρίζω σε σένα
να προσέχεις μικρή μου γιατί μοιάζει σ' εμένα


Δε φταίω εγώ που μεγαλώνω (Λαθρεπιβάτες)

Δε φταίω εγώ που μεγαλώνω
Χτυπάει πισώπλατα ο χρόνος
Δε φταίω εγώ που μεγαλώνω
Φταίει η ζωή που είναι μικρή

Φτιασίδι ερωτικό
που θα φοράει το αύριο
Στις πιάτσες της βροχής
που θα πουλιέται Σάββατο


Ironic (Alanis Morissette)

It's a traffic jam when you're already late
It's a no-smoking sign on your cigarette break
It's like ten thousand spoons when all you need is a knife
It's meeting the man of my dreams
And then meeting his beautiful wife

And isn't it ironic... don't you think
A little too ironic... and yeah I really do think...

Well life has a funny way of sneaking up on you
When you think everything's okay and everything's going right
And life has a funny way
of helping you out when You think everything's gone wrong
and everything blows up In your face


Imagine (John Lennon)

Imagine there's no Heaven
It's easy if you try
No hell below us
Above us only sky
Imagine all the people Living for today

You may say that I'm a dreamer
But I'm not the only one
I hope someday you'll join us
And the world will live as one


Don't Speak (No Doubt)

Our memories
Well, they can be inviting
But some are altogether Mighty frightening
As we die, both you and I
With my head in my hands I sit and cry

Don't speak
I know just what you're saying
So please stop explaining
Don't tell me cause it hurts
Don't speak I know what you're thinking
I don't need your reasons
Don't tell me cause it hurts

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2007

Γενέθλια: με πινακίδες νέον θα ντύσω τα όνειρά μου





Τριάντα αργύρια χάρισα στο χρόνο για να προσπεράσει
τη μέρα τούτη. Κι αυτός δεν δέχτηκε την προδοσία. Μου χαμογέλασε λοξά και μου έκλεισε το μάτι. Ακούραστος ο χρόνος και σατράπης, δεν κάνει λάθη στο μέτρημα ποτέ.

Τριάντα χρόνια κλείνω σήμερα, ζωής. Μα σήμερα, δεν με πειράζει.

Δεν με φοβίζει σήμερα ο χρόνος. Δεν με φοβίζουν οι ευχές, δεν με φοβίζουν τα κεράκια. Γελάω...

Κι ας βρήκα σήμερα την πρώτη άσπρη τρίχα στα μαλλιά μου, δεν με πειράζει. Τα βάφω, έτσι κι αλλιώς. Θα μου ξέφυγε μάλλον στη βαφή.

Έτσι θα κάνω από εδώ και πέρα.

Θα βάφω όσα ξεβάφουν, και θα τα βάφω με χρώματα έντονα και ζωηρά. Με παιδικούς ανεξίτηλους μαρκαδόρους θα χρωματίζω τα όνειρα και θα υπογράφω την πραγματικότητα. Με νέον πινακίδες θα αναρτήσω στην καθημερινότητα τα θέλω μου, για να αναβοσβήνουν και να μην ξεχνιούνται. Σαν φάρος να με οδηγούν στη ζωή μέχρι να τα κατακτήσω. Και ο χρόνος θα κυλά, αλλά θα μ’ αρέσει.

Ένα κουτί ανεξίτηλους μαρκαδόρους κάνω δώρο φέτος στον εαυτό μου. Τέρμα πια οι νερομπογιές που ξεπλένονται εύκολα με δάκρια. Δεν θέλω πια τα χρώματα της ζωής μου να ξεθωριάζουν, οι στιγμές μου να κιτρινίζουν και να θολώνουν. Όχι, τέρμα και στα παστέλ.

Θα βάψω με φούξια χρώμα στο κούτελο το 30 και θα πορεύομαι με το μέτωπο ψηλά. Τέρμα οι κρίσεις ηλικίας…
Και γιατί όχι; Mπορεί να βάψω και μια τούφα απ’ τα μαλλιά μου. Ναι ναι, φούξια! Έτσι, για να είμαι σίγουρη πως ακόμη ξεχωρίζω …

Χρόνια μου αληθινά, χρωματιστά και έντονα. Χρόνια μου φούξια!

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2007

Φιλοξενώντας έναν στοχαστή



Θα έρθει η μέρα που,
αφού θα έχουμε υποτάξει
το διάστημα,
τους ανέμους,
τις παλίρροιες
και τη βαρύτητα,
θα υποτάξουμε για χάρη της ψυχής του ανθρώπου
τις αδιερεύνητες δυνάμεις της αγάπης.
Κι εκείνη τη μέρα,
για δεύτερη φορά
στην εξελικτική πορεία του ανθρώπινου είδους,
θα έχουμε ανακαλύψει τη ΦΩΤΙΑ.

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2007

Θεομηνίες

(αφιερωμένο στους εκάστοτε άνωθεν)


Κάψτε τα όλα… Στην πυρά!
Εγώ θα αντέχω. Θα σβήνω τις φλόγες με το πείσμα μου και θα γεννιέμαι κάθε μέρα πιο λαμπερή.

Βροντήξτε τα όλα...
Οι καταιγίδες με κάνουν δυνατή. Ρουφάω τη δύναμη των κεραυνών και παίζω κρυφτό με την αντάρα. Ποτέ δεν κρύβομαι εγώ. Πάντα τα «φυλάω» και σώζομαι από τους κρυμμένους.

Σπάστε τα όλα…
Δεν είμαι φτιαγμένη από γυαλί, να γίνομαι χίλια κομμάτια στα καμώματά σας.

Σκίστε τα όλα…
Το αίμα μου καίει και κλείνει όλες οι πληγές. Ουλές δεν μένουν, το δέρμα μου είναι σκληρό. Και το μυαλό μου πάντα προσαρμόζεται.

Σβήστε τα όλα…
Η μνήμη μου είναι επιλεκτική. Θυμάμαι μόνο τα καλά. Τα άλλα τα ξεχνώ… Τα άλλα; Ποιά άλλα;

Φάτε τα όλα…
Δεν θα πεινάσω εγώ. Με τα όνειρα τρέφομαι, και όχι με τις προσδοκίες. Μόνο η φαντασία μου μπορεί να με απογοητεύσει.

Διαλέξτε ελεύθερα…
Δεν θα παρεξηγηθώ. Στο «α μπε μπα μπλομ» ποτέ δεν ήμουνα καλή. Αλλά όταν στρίψετε το νόμισμα, η τύχη είναι με το μέρος μου.

Λιθοβολήστε μας…
Γελάω, σαν να παίζουμε χιονοπόλεμο τον κρύο χειμώνα.

Ποδοπατήστε με άνεση τα κορμιά μας, δεν πειράζει...
Έχω μάθει να αναπνέω, όσα βάρη και να πλακώνουν την ψυχή μου. Και μετά να ξυπνώ χαμογελαστή, σαν μεθυσμένη από το οξυγόνο.

Σας προκαλώ…
Εγώ θα επιβιώνω. Για τους άλλους, δεν ξέρω αν θ’ αντέξουν…

Πιστά δική σας,
Μια μαριονέτα.

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2007

Μέθυσα κι απόψε















(απαντώντας με μεθυσμένα λόγια στην πρόσκληση του Adonio)

Κάθε μέρα είμαι μεθυσμένη.


Μεθώ με τους ανθρώπους. Με τις μορφές τους, τις ιδιαιτερότητές τους, τα μυστικά τους.

Με μεθά κάθε προσπάθεια να αποχαρακτηρίσω τις κινήσεις τους, να δω μέσα στο μυαλό τους. Με μεθούν οι σκέψεις τους, αυτές που δεν ξέρω και μαντεύω. Τι ονειρεύονται, γιατί γελούν λοξά, γιατί γουρλώνουν τα μάτια διαβάζοντας την εφημερίδα, γιατί σοβαρεύουν απότομα μιλώντας στο τηλέφωνο, σε ποιά σύννεφα περπατούν όταν αγναντεύουν το σκοτάδι απ΄ το παράθυρο του μετρό.

Μεθυστικές υπάρξεις οι άνθρωποι. Όλοι τους.

Οι κυρίες που περπατούν γρήγορα στο δρόμο για να προλάβουν τα ψώνια της ημέρας, οι κουστουμαρισμένοι άντρες με τους χαρτοφύλακες στο χέρι που δεν τους φτάνουν τα λεπτά και οι ώρες, οι όμορφες έφηβες στα δρομάκια του κέντρου που κοιτούν τις βιτρίνες με μάτια αχόρταγα, οι νταήδες της πόλης που φτύνουν στο πεζοδρόμιο επιδεικτικά, τα παιδιά που κλαίνε και όταν τους γελάς κρύβονται πίσω απ΄ το φουστάνι της μαμάς, οι μοιραίες της πλάσης που αφήνουν το άρωμά τους περνώντας δίπλα σου και το μυρίζεις ακόμη τετράγωνα μακριά, οι τσαμπουκαλήδες με τα κόκκινα μάγουλα όταν θυμώνουν, οι οδηγοί που κορνάρουν για να τους ακούσει η οικουμένη όλη.

Χαζεύω με τους ανθρώπους. Ζαλίζομαι στον απόηχό τους.

Μεθώ με τη βουβή παράσταση που ανεβαίνει στην πόλη τούτη. Κι εγώ να μην παίζω, να είμαι θεατής και να αποκρυπτογραφώ «τι θέλει να πει ο ποιητής» σε κάθε κίνηση και εικόνα. Και μετά, να παίρνω το ρόλο του υποβολέα στον μυαλό μου και να κάνω σενάρια για όσα παρακολουθώ, να φαντάζομαι για κάθε άνθρωπο πού μένει, τι φοράει τις νύχτες όταν ξαπλώνει, ποιόν πάει να συναντήσει, πόσοι του τηλεφωνούν την ημέρα της γιορτής του.

Με υπνωτίζουν οι σκιές των ανθρώπων, αυτή η απατηλή επιβεβαίωση της ύπαρξης μας.

Με παρασύρουν οι ανάσες τους, τα καρδιοχτύπια τους, ο φόβος που οσφραίνομαι όταν τους προσπερνώ, η άνεση που έχουν κάποιοι άλλοι, τα χρώματα της αύρας τους, οι εσωτερικοί τους διχασμοί. Με μεθά ο τρόπος που φτερνίζονται, που αντιδρούν στη σιωπή, που κλαίνε στο θάνατο, που αγαλλιάζουν στην αγκαλιά, που αντιστέκονται στη θλίψη, που παραδίνονται στην ευτυχία, που χαϊδεύουν, που αγανακτούν.

Με μεθά να παραβιάζω αυτή τη «νοητή φουσκάλα» που περιβάλλει τον καθένα μας και να τρυπώνω στις πιο μύχιες σκέψεις τους, στα πιο δειλά συναισθήματα, στα πιο κρυμμένα εγώ και πιο μακρινά θέλω. Και μετά, να πλάθω ιστορίες.

Από μακριά, να τους παρακολουθώ και να τους μαθαίνω.
Για να καταλήξω κάθε φορά στο ίδιο συμπέρασμα.
Μόνο οι άνθρωποι δεν θα πάψουν ποτέ να με εκπλήσσουν.

Μεθώ με τους ανθρώπους…

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2007

Τατουάζ στη ψυχή

Τον σεβόταν. Ναι, πάνω απ’ όλα τον σεβόταν. Υπήρξε δάσκαλος και γητευτής της από κοριτσάκι.

Κάθε πρωί του έφτιαχνε καφέ και τον φιλούσε καρτερικά στο μέτωπο. Έσκυβε και ευλαβικά σαν σε ιεροτελεστία τον ακουμπούσε στο σημείο της ενόρασης, λες και προσπαθούσε να δει τι έχει μέσα στο μυαλό του. Ένα φιλί, το μόνο άγγιγμα, αυτό το φιλί. Στο μέτωπο.

Εκείνος την αγνοούσε. Την αγνοούσε κάθε πρωί. Έπινε τον καφέ του και έπεφτε με τα μούτρα στη γραφή. Μόνο εκεί ξεχνιόταν, μόνο για εκεί ζούσε. Όλα τα άλλα δεν είχαν σημασία, από εκείνη τη μέρα γενεθλίων του που καθηλώθηκε στην τροχήλατη καρέκλα. Δεν ένιωθε τον εαυτό του άντρα από καιρό. Μόνο στα γραπτά του ξεχνιόταν και μονολογώντας παραληρούσε για τον έρωτα, για τα φιλιά, για τα πάθη και τον κάματο των κορμιών. Δεν ήταν τίποτα, μηχανικά τα έκανε όλα, όσα μπορούσε πια να κάνει. Δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν, δεν ζούσε. Μόνο έγραφε… Πότε πότε τον έπαιρνε ο ύπνος πάνω σε μια κόλλα χαρτί, άλλοτε λευκή, συνήθως μουτζουρωμένη ή με ασυναρτησίες. Έγραφε για να θυμάται, και ζούσε σε ό,τι έγραφε.

Εκείνη πάλι, τον ένιωθε σε όλο το σπίτι. Έκανε τις δουλειές της και μετά καθόταν δίπλα στο τζάκι διαβάζοντας τα βιβλία του για την αγάπη. Έτσι πίστευε πως τον είχε ακόμη δικό της. Γιατί οι δυο φράσεις που αντάλλασαν πια τη μέρα δεν ήταν αρκετές: «Ο καφές σου, αγάπη μου» και ένα φιλί στο μέτωπο… και «Καληνύχτα, μωρό μου» κι άλλο ένα... Διάβαζε, σαν εκεί μέσα να αιχμαλώτιζε την καρδιά του που κάποτε ήταν ακόμη ανοιχτή γι’ αυτήν. Και το κορμί του, που ακόμη το ποθούσε.

Και όταν έκλεινε τα μάτια, όταν πήγαινε στο διπλό κρεβάτι και άκουγε από το διπλανό δωμάτιο τις μουτζουρωμένες κόλλες να τσαλακώνονται και να πετιούνται σ το καλάθι, ένα πράγμα σκεφτόταν. Πώς θα μπορούσε να του δώσει την έμπνευση, να τον κάνει εραστή ξανά. Σκεφτόταν μόνο, τα δυο χείλη πάνω στην κοιλιά της, βασανιστικά να ταξιδεύουν στο κάτασπρό της δέρμα, να λιγώνουν πυρακτωμένα από την ηδονή μέχρι να φτάσουν στο δώρο της για τα γενέθλιά του εκείνο το βράδυ, το δώρο της που δεν θα έβλεπε ποτέ: Με ανεξίτηλο μελάνι γραμμένο το όνομά του πάνω στο κορμί της.

Αλλά έτσι είναι και η ζωή… Σε σημαδεύει στα πιο απόκρυφά σου μέρη για να σου προσφέρει τόσο λίγα… Κι εσύ να μένεις εκεί, μ’ ένα φιλί στο μέτωπο, ταγμένη να ξεχνάς όλα τα ποθημένα…

Μαστορέματα αυστηρώς ακατάλληλα






Άνοιξα την πόρτα για να μπω στο γραφείο και έπεσα επάνω σου. Κυριολεκτικά προσγειώθηκα στα χέρια σου. Με κοίταξες στα μάτια. Αμηχανία.
«Καλημέρα» μου είπες γελώντας.
«Καλημέρα» είπα κι εγώ και ξέχασα να ανασάνω.

Χάθηκα στο βλέμμα σου.

Μετά από ώρα σε πλησίασα.
«Καφεδάκι;» είπα.
«Ναι, σ' ευχαριστώ.»
Μια κουβέντα, το ίδιο βλέμμα, ένα λοξό χαμόγελο και το όνομά σου, αυτό του κατακτητή, να ακούγεται από τους άλλους τεχνίτες...

Χάθηκα στο όνομά σου.

Ανεβοκατέβαινες τις σκάλες κουβαλώντας τα ξύλα. Με κοίταζες κάθε φορά που περνούσες από το γραφείο μου, μια κλεφτή ματιά, ίσα για να την αφουγκραστώ και να σηκώσω τα μάτια από το πληκτρολόγιο. Και ώσπου να σηκώσω το κεφάλι, είχες φύγει ξανά και ξανά.

Χάθηκα στον απόηχο της κίνησής σου.

Δεν ξέρω τίποτα άλλο για σένα… Το βλέμμα σου, το όνομά σου και τον ήχο που κάνουν τα αθλητικά σου παπούτσια ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας τις μαρμάρινες σκάλες.
Κολασμένα μπράτσα, δυνατά πόδια, σμιλεμένους κοιλιακούς μέσα από τη μπλούζα που ανασηκωνόταν τυχαία σε κάθε κίνηση της δουλειάς σου, όχι, δεν είμαι σίγουρη πως είχες. Δεν είδα, δεν πρόσεξα. Εγκλωβίστηκα στο βλέμμα σου.

Ζαλίστηκα σε ένα ζευγάρι σκούρα μάτια, σκοτεινά και φωτεινά μαζί - πώς γίνεται άραγε αυτό; Φλύαρα μάτια, παιχνιδιάρικα αλλά και μυστηριώδη. Γατίσια μάτια αλλά και μικρού παιδιού. Μάτια δίχως ηλικία, δίχως όρια και περιορισμούς. Μάτια που κοιτούν ευθεία, που δεν σηκώνουν αντιρρήσεις, που διεκδικούν, μάτια κατακτητή.

Αργά το απόγευμα σε ξαναείδα.
«Φεύγεις;» σε ρώτησα.
«Δυστυχώς.» μου απάντησες.
Με κοίταξες και πάγωσε ο χρόνος. Όταν ξεθόλωσε το μυαλό μου, είχες κλείσει την πόρτα πίσω σου. Κι έμεινα να κοιτάω την κλειστή πόρτα και να βλέπω το βλέμμα σου, να ακούω το όνομά σου και να φαντάζομαι τα γρήγορα βήματά σου.

Και μετά ξανά μπροστά στο πληκτρολόγιο… Deponάκι για τη ζαλάδα και εργασιοθεραπεία.

Αχ, μαστορέματα που θα κάναμε μαζί…
Προς το παρόν... DIY!

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2007

Αγαπημένε Αϊ Βασίλη: κι ο άγιος, φοβέρα θέλει


Αγαπημένε Άγιε μου Βασίλη,

Σου στέλνω ένα γράμμα νωρίς φέτος, γιατί αν και ο χρόνος δεν έχει ακόμη τελειώσει εγώ νιώθω ήδη κουρασμένη απ’ αυτόν.

Στο στέλνω στην ίδια διεύθυνση όπως κάθε χρόνο, σε κόκκινο χαρτί γραμμένο με γράμματα λευκά, έτσι όπως σου αρέσει. Με σοκολατένια φιλιά να στολίζουν τον φάκελο και με χρυσή κορδέλα τυλιγμένο, αρωματισμένο με κανέλα και πασπαλισμένο με χιόνι από βανίλια.

Επικαλούμαι την καλοσύνη που συνοδεύει την πολλά υποσχόμενη κόκκινη στολή σου και σου φωνάζω «τα θέλω όλα πίσω»… Γιατί, χαμογελαστέ απρομάλλη μου παππούλη, κάπου μπερδεύτηκες φέτος. Και δεν μου έφερες την ευτυχία που ζήτησα, μόνο σκοτούρες και σεκλέτια. Και δεν μου άφησες την ευτυχία που είχα, μόνο την πήρες πίσω. Κι εγώ θέλω να τα ‘χουμε καλά του χρόνου. Γιατί φέτος σου έχω θυμώσει. Και σου έχω θυμώσει πολύ.

Κι αν πάλι έχεις κάτι καλό περίσσευμα, δεν θα πω όχι, αλλά ζητώ πρωτίστως τα κεκτημένα και χαμένα από αυτή τη δύσκολη χρονιά. Γιατί δούλεψα γι’ αυτά και γιατί τ’ αξίζω…

Και αν και είμαι συνήθως καλό παιδάκι, σήμερα μπορεί να σου φανώ κακό, αχάριστο και ξινισμένο. Αλλά και ο άγιος, φοβέρα θέλει…

Και αν δεν τα καταφέρουμε και πάλι, θα σου θυμώσω ακόμη πιο πολύ. Και δεν θα σε κεράσω γαλατάκι και μπισκότα, και θα ξεχάσω και αναμμένο το τζάκι τη νύχτα στο τελείωμα του χρόνου.

Σου κάνω λοιπόν παραγγελιά, έτσι για να εξηγούμαστε.

Η φαντασμένη Καρπουζένια σου με τα κουκούτσια της


Υ.Γ. 1 Αν μπορείς να πάρεις πίσω και τα τρία παραπανίσια κιλά, αν και ξέρω ότι και γι’ αυτά δούλεψα πολύ και τα αξίζω, να σου στείλω κι ένα φιλί ακόμα.

Υ.Γ.2 Χαιρετισμούς στην κυρία σου.

Χάντρες













Χάντρες τα μάτια σου, γαλάζιες φωτεινές
σαν με κοιτούν μου κόβουν την ανάσα.
Χάντρες τα μάτια σου, πράσινες αινιγματικές
σαν με κοιτούν μου κόβουν την ανάσα.
Χάντρες τα μάτια σου, καφετιές διαπεραστικές
σαν με κοιτούν μου κόβουν την ανάσα.
Χάντρες τα μάτια σου, μαύρες σκοτεινές
σαν με κοιτούν μου κόβουν τη ανάσα.

Χάντρες τα δάκριά σας, διάφανες ζεστές
σαν τις κοιτώ ξεμένω από ανάσα.

Χάντρες… μην με κοιτάτε πια
σε κομμάτια χάντρες η ψυχή μου ράγισε.

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2007

Το "ψώνιο" μέσα μου

Μετά από πρόσκληση του Adonio για το πού θα ήθελα να δω το "ονοματάκι" μου γραμμένο, έβγαλα τα απωθημένα μου!
Adonio σ' ευχαριστώ, ήταν πραγματικά απολαυστική η διαδικασία. Aρκεί να μην μας πάνε μέσα για παραβίαση των copyrights!
Ιδού...






Σαν κοριτσάκι κι εγώ που περιμένω τον πρίγκηπα















Επηρεασμένη από τα παιδικά μου χρόνια










Για να είμαι και στο πνεύμα των ημερών














Αδυναμίες








Το πιο γλυκό κομμάτι της ζωής μας







Να λύνουμε και τα προβλήματα της καθημερινότητας













Ε, αφού πάει με όλα












Υπάρχει και η ερωτική μας φύση













Πάντα ήθελα να το πω κι εγώ












Είμαι και φύσει αντιδραστική









Μενεξεδιά, Ψουξ, Raslowbap, Pike, Vassia, Oh fuck it!... και όσοι άλλοι.
Δοκιμάστε το κι εσείς!!!

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2007

Άγγελοι με μαύρα ρούχα

Άγγελέ μου, δεν άντεξα σήμερα να σε βλέπω έτσι.

Άγγελέ μου, δεν άντεξα σήμερα να σε βλέπω στο χωράφι με τα μνήματα.

Άγγελέ μου, δεν άντεξα σήμερα να σε βλέπω ζωντανή νεκρή σε έναν ατέλειωτο αποχαιρετισμό.

Άνθρωποι, τόσοι άνθρωποι, λιτανεία γύρω από τα μάρμαρα, ομπρέλες να κρατούν στεγνά τα πρόσωπα από τη βροχή, κι όμως βρεγμένα τα πρόσωπα απ’ τα δάκρυα. Κι αυτό το μαύρο κρεβάτι… Κράτησες την ανάσα σου, σε είδα, και μετά η σιωπή.

Καρδιά μου, πες γεια στη μανούλα και άσε τα δάκρια να κυλήσουν. Ούρλιαξε και βγάλε τον πόνο απ’ τα πνευμόνια σου, μην τον κρατάς. Ταπείνωσε αυτή την αξιοπρέπεια που σε συντροφεύει χρόνια τώρα και άσε τη ψυχούλα σου ελεύθερη.

Αγάπη μου, περπάτησα κι εγώ στα χώματα που περπατάς εσύ τώρα. Σε νιώθω… Ξέρω πως είναι τα μάτια να ‘ναι κόκκινα απ’ το κλάμα… Αλλά το χιονισμένο βλέμμα σου, χλωμό σαν το πρόσωπό σου, δεν άντεξα να το βλέπω.

Ψυχή μου, είναι βαρύ το ξέρω, μα θα περάσει όπως κι όλα τ’ άλλα. Το πρόσωπό της είναι ζωγραφισμένο στο κορμί σου και το αίμα της κυλάει μαζί με το δικό σου αίμα. Άστη να φύγει. Άστη να κάνει το ταξίδι της. Άστη να πάει ψηλά με τους αγγέλους και να χορέψει στα σύννεφα τανγκό με τον θεό.

Κι εσύ, κι εσύ μωρό μου, αφέσου να σπάσεις σε χίλια κομμάτια, να μην μείνει ίχνος από την αρρώστια της, να γεμίζεις μόνο με το άρωμα της ζωής της, να τα μαζέψουμε μαζί μετά και να γελάμε όπως παλιά.

Άγγελέ μου, δεν άντεξα σήμερα να σε βλέπω έτσι.

Και την ημέρα που γεννιέται ο Χριστός, όταν γιορτάζεις τ’ όνομά σου, δεν θα ‘σαι μόνη. Εγώ θα σου φτιάχνω κουλουράκια…

Αντικατοπτρισμοί

Γυναίκα, σαν διάβολος που φόρεσε τακούνια.
Αγαπά, σαν αμαζόνα που ορίζει το κορμί της.

Πλανεύτρα, σαν τη Σαλώμη που χορεύει με μαντήλια.
Μαγεύει, σαν τις τσιγγάνες που λένε τα χαρτιά.

Σκληρή, σαν την πέτρα που ακονίζει το μαχαίρι.
Μιλάει, με λόγια κοφτερά σαν τη λεπίδα του μυαλού της.

Ελεύθερη, σαν θάλασσα που κυματίζει τα καράβια.
Κατακτά, σαν βλέμμα που αιχμαλωτίζει το είδωλό του.

Αγύρτισσα, σαν τον χρόνο που χωρίζει τους ανθρώπους.
Πληγώνει, σαν αγκάθι όσους πλησιάζει στη ζωή της.

Ακούραστη, σαν νέος που δεν χόρτασε το δρόμο.
Αλλάζει, σαν πεταλούδα που γεννήθηκε από κάμπια.

Χαμένη, σαν το αψέντι που σκοτώνει δίχως ίχνη.
Πίνει, σαν τη γη όταν ρουφάει τη βροχή.

Εύθραυστη, σαν τα κρυστάλλινα ποτήρια του κρασιού της.
Σπάει, σαν τον καθρέφτη που φέρνει γρουσουζιά.

Μόνη, σαν τον σαμάνο όταν μιλάει με το θεό του.
Κλαίει, σαν το μωρό που του στερήθηκε η μάνα.

Άδεια, σαν το φεγγάρι όταν περάσει η πανσέληνος.
Κοιμάται, στην ηρεμία του παιδιού που δεν θυμάται τύψεις.

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2007

Όνειρα θαλασσινά



















Θέλω να λουστώ με φως, να βάλω το κόκκινο φουστάνι και να βγω ως την παραλία.

Να αναπνεύσω τον παγωμένο αέρα και να γεμίσω ζωή.

Καθώς η νύχτα θα πλησιάζει, να μην φοβάμαι. Να πάρω την τρέλα αγκαλιά και να τρέξουμε μαζί ξυπόλυτες στο σκοτάδι.

Να σαγηνεύσουμε τα αερικά και να ξορκίσουμε τα φαντάσματα της πλάνης.

Μετά, να σκίσω τα ρούχα και να γευτώ την αμαρτία της αλμύρας, εκεί με το πρώτο αστέρι να σιγοκαίει.

Κολυμπώντας, να θαμπώσω τους καπετάνιους κάθε ορίζοντα. Μια μάτζικα να γίνω και να θολώνω το νου μέσα στα πράσινά μου μάτια.

Το χάραμα να μας βρει χορεύοντας λάγνους ρυθμούς γύρω από τη φωτιά. Τραγούδια να ακούγονται ολόγυρα από τις Σειρήνες, ξεγελώντας τη μνήμη.

Σαν ξημερώσει, υπνωτισμένη να περπατήσω σε ροδοπέταλα και να ξαποστάσω για λίγο στα κύματα του πάθους μου.

Να βρω την ανάσα μου και μανιασμένη να κινήσω για άλλους ωκεανούς.

Έτσι ονειρεύονται οι γοργόνες τον έρωτα…

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2007

Αγαπημένα αντικείμενα: Κύριε Φρόυντ, εκφραστείτε ελεύθερα!

Έπειτα από πρόσκληση της γλυκιάς Μενεξεδιάς και με πολλές πολλές μέρες καθυστέρηση (…sorry) επιστρέφω με μερικά από τα «αγαπημένα μου αντικείμενα».

Ξεκινώντας να γράψω τα παρακάτω, διαπίστωσα ότι έχω την τάση να «μαζεύω» πράγματα απ’ όπου βρεθώ, επομένως το κάθε τελευταίο απόκτημα είναι και το πιο αγαπημένο. Απομονώνοντας ωστόσο αυτή την μη αντικειμενική οπτική μου αγωνία, κρατώ μερικά αγαπημένα αντικείμενα που με συντροφεύουν πολύ καιρό και σας τα παρουσιάζω…

Συγχωρέστε με για τις κακές φωτογραφίες, αλλά η καλλιτεχνική μου διάθεση φαίνεται ότι με εγκατέλειψε σήμερα… Η πολυλογία μου πάλι, όχι…

Μουσικό κουτί
Είναι ένα κουτάκι στο μέγεθος σπιρτόκουτου που όταν του γυρνάς το χερουλάκι παίζει έναν αγαπημένο σκοπό «Are you lonesome tonight…» Τι πιο μελαγχολικό θα διάλεγα; Κι όμως το αγαπώ, το αγαπώ, το αγαπώ.

Rubik’s cube
Αυτός ο κύβος όταν είμαι εκνευρισμένη λειτουργεί σαν το αγχολυτικό μου. Τον στρίβω, τον ξαναστρίβω και συνήθως εκνευρίζομαι τόσο πολύ που δεν καταφέρνω να τον φτιάξω, που ξεχνώ τον προηγούμενο εκνευρισμό μου. Έχει βρεθεί στα σκουπίδια πολλές φορές αλλά κάθε φορά μαγικά τη γλυτώνει, κι έτσι τον κουβαλάω μαζί μου μια εικοσαετία. Παρεμπιπτόντως, κατάφερα μία φορά να τον φτιάξω… τη μέρα που μου τον χάρισαν. Έκτοτε, εκνευρίζομαι ακόμη πιο πολύ για την τύχη του πρωτάρη.

Φωτάκι μινιατούρα
Όταν ήμουν μικρή ήθελα να είμαι ο Μαγκάιβερ και από τότε κόλλησα το βίτσιο με τα gadgetάκια… Απλό αλλά χρήσιμο, το φωτάκι αυτό με συνοδεύει στις νυχτερινές μου αναγνώσεις σε campings, τρένα, αεροπλάνα, ή απλά με… παρακοιμώμενους. Ο χάρτης φωτογραφήθηκε για ντεκόρ, όμως επίσης τον έχω χρόνια δεδομένης της τάσης μου να χάνομαι συχνά. Γυναίκες οδηγοί σου λένε μετά… Τουλάχιστον τα καταφέρνω με τους χάρτες!

Μπρελόκ
Φτιαγμένο ειδικά για μένα, από φίλη με γνώσεις φενγκ σούι και λοιπών ακαταλαβίστικων. Συγκεντρώνει όλα τα τυχερά μου σύμβολα και σημάδια (λέει εκείνη). Κοχυλάκια, ψαράκια, μπανανίτσες, χάντρες και άλλα φυλαχτά. Όχι ότι τα πολυπιστεύω, αλλά για καλό και για κακό το κρατάω «στη ΝΔ γωνία του σπιτιού, στο μεσαίο ράφι ξύλινης βιβλιοθήκης που βλέπει την είσοδο, και κοντά σε ένα κόκκινο κηροπήγιο»… Έ, είναι και όμορφο το άτιμο…


Σεντούκι
Όταν ήμουν μικρή έγραφα τα μυστικά μου και τα έκρυβα μέσα. Ύστερα μεγάλωσα και τα μυστικά μου είχα προλάβει και τα είχα πει στον κόσμο όλο. Τώρα δεν έχω μυστικά… οπότε προς το παρόν φιλοξενεί τα τραπουλόχαρτα για τα πρωτοχρονιάτικα ρεβεγιόν. Αλλά έχει σταθερή αξία στην καρδιά μου.

Trivial Pursuit
Τρελαίνομαι για παιχνίδια…. Παραδίνομαι…. Και αυτό είναι το αγαπημένο μου. Κλασικό, μετακομίζει μαζί μου εδώ και μια δεκαετία τουλάχιστον, έχει ξενυχτήσει αμέτρητα βράδια, έχει λουστεί από αμέτρητα ποτά και καεί από αμέτρητα τσιγάρα. Ειδικότητά μου, η ροζ κατηγορία. Ακόμη και σήμερα όμως, κάθε φορά που το ανοίγω, σταθερά απογοητεύομαι. Μα τέτοια άγνοια; Τι ήθελα και πήρα την genius έκδοση, μου λέτε; Αφήστε το, απαντώ εγώ: Ψώνιο…


Καπέλο Ducati
No comment… Έχουμε και τις αδυναμίες μας…






Ξύλινο μοντέλο
Όταν κάποτε έκανα ελεύθερο σχέδιο βρέθηκα με αυτόν τον κύριο αντιμέτωπη για ώρες πολλές. Η αλήθεια είναι πως δεν τα πήγαμε καλά. Με τον καιρό τα πινέλα κρύφτηκαν, αλλά ο κύριος βρέθηκε να φιλοξενείται στο σαλόνι μου και επίσης να αλλάζει χορευτικές φιγούρες ανάλογα με τη διάθεσή μου.

Άλογο (που δεν είναι τόσο κακό όσο δείχνει στη φωτογαρφία)
Το τοτέμ μου. Έτσι όπως είναι ατρόμητο, έτοιμο να καλπάσει, ελεύθερο κι αγέρωχο παρά τα γκέμια και τη σέλα, μου θυμίζει τη ψυχή μου. Τουλάχιστον στις καλές της μέρες…


Δέντρο από κερί
Η πιο μελαγχολική φιγούρα που έχω δει ποτέ. Κάθε φορά που το κοιτώ, με βυθίζει σε σκέψεις. Λες και τα μάτια του με διαπερνούν. Μπήκα πολλές φορές στον πειρασμό να το «κάψω», αλλά δεν τα κατάφερα. Το διατηρώ, παρά τη σχέση μίσους και πάθους. Στις κακές μου μέρες, το τυλίγω με μια σακούλα super market και το θάβω στο τελευταίο ντουλάπι της κουζίνας. Από εκεί το έβγαλα και σήμερα… και αν και νιώθω καλά, για καλό και για κακό, ας το ξαναβάλω μέσα.

Αυτά….
Κύριε Φρόυντ, εκφραστείτε ελεύθερα!

Συνεχίζοντας το παιχνίδι, για σχετική "αυτοψυχανάλυση" προσκαλώ με τη σειρά μου τη Vassia , τον Raslowbap και τον Ψουξ...

Μενεξεδιά μου, και πάλι σ' ευχαριστώ για την πρόσκληση.
Πέρασα πολύ καλά και σ' αυτή τη διαδρομή...

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2007

Το κορμί μου





















Το κορμί μου ερημώνει…
Πού είσαι εραστή, να το ξυπνήσεις με ανάσες;
Πού είσαι άγνωστε, να το λικνίσεις με ορμή;
Πού είσαι αγαπημένε, να το λυτρώσεις με φωτιά;

Το κορμί μου αρρωσταίνει…
Πού είσαι ζωή μου, να το γιατρέψεις με αγκαλιές;
Που είσαι αστέρι μου, να το κεράσεις με φιλιά;
Πού είσαι καρδιά μου, να το φιλέψεις με ευωδιές;

Το κορμί μου πεθαίνει…
Έρωτα, έλα σε μένα κι ανέβασε τον πυρετό.
Πόνε, έλα σε μένα και θύμισε το πάθος.
Μέθη, έλα σε μένα και δείξε μου τη νύχτα.

Το κορμί μου στεγνώνει…
Πλάνη, έλα σε μένα και ρούφηξε τη θλίψη.
Ψέμα, έλα σε μένα κι αγκάλιασε την όψη.
Δάκρυ, έλα σε μένα και βγάλε την ψυχή.

Το κορμί μου περιμένει…
Εσένα, δώσε μου το χρόνο και κλείδωσε τη λήθη.
Εσένα, δείξε μου το δρόμο κι ανάγκασε τα λάθη.
Εσένα, πάρε με στη δίνη και δώσε μου ζωή.

Το κορμί μου σταυρώνεται…
Δεν έχω λόγια άλλα να πω.

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2007

Ένα γράμμα που δεν διαβάστηκε ποτέ...


Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ήρθε αυτή ώρα... να σε δω νυφούλα, εννοώ.

Τελευταία σκέφτομαι όλα αυτά τα βήματα που έχουμε κάνει στην πορεία μας και οι δύο, τις στιγμές που έχουμε «χάσει» από τη ζωή η μια της άλλης, τις κουβέντες που θα 'θελα να είχαμε πει και δεν ειπώθηκαν ποτέ, και απορώ γιατί... Γιατί δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να σου θυμίζω ότι δεν έχουμε αλλάξει; Ότι είμαστε οι ίδιοι άνθρωποι που ήμαστε και τότε, απλά μετά από τόσα χρόνια με πολύ περισσότερο «υλικό» για συζήτηση...

Μετά, σκέφτομαι όλες τις μεγάλες κουβέντες που είχαμε πει σαν παιδιά, όλες τις τρέλες που κάναμε μαζί (και ήταν αρκετές, κι ας μην τις θυμόμαστε πια), όλες τις συζητήσεις, τα ξενύχτα, τις μικρές και μεγάλες ζαβολιές, τους παράφορους έρωτες, τους ευφυείς τσακωμούς, τα αχτύπητα «καρφιά» μας...
Πόσο διαφορετικές είμαστε... Πόσο ίδιες... Πόσο καλά έχουμε περάσει!

Τι κι αν μερικές φορές τα πράγματα δεν ήταν «ανθισμένα» μεταξύ μας; Κάθε φορά που σε σκέφτομαι, και σε σκέφτομαι συχνά, κάθε φορά που αναφέρομαι σε σένα, και αναφέρομαι συχνά, λέω... «η κολλητή μου». Έχουν περάσει τόσα χρόνια κι ακόμη δεν μπορώ να το ξεπεράσω αυτό.

Κι αν δεν μπορώ τώρα πια να σε βλέπω τόσο συχνά, ή δεν μπορούμε να κάνουμε ό,τι παλιά, ή δεν μπορούμε να είμαστε όπως παλιά, κι αν δεν νιώθεις την άνεση που είχες τότε μαζί μου, κι αν τα αστεία μας είναι πιο «μεγαλίστικα», θέλω να ξέρεις πως για μένα θα είσαι πάντα η «Χάκι» μου και πως η «Στρία» μέσα μου δεν θα πεθάνει ποτέ.

Θέλω να είμαι δίπλα σου σε κάθε αρχή, σε κάθε σκέψη, σε κάθε πρόβλημα, σε κάθε τί εύκολο ή δύσκολο. Για ό,τι χρειαστείς και όσο με χρειάζεσαι, αν το θες ή... ακόμη και με το ζόρι, εγώ θα είμαι εκεί.

Μου λείπεις και θέλω να το ξέρεις.

Και σ’ αγαπώ πολύ...

Κι ακόμη δεν μπορώ να πιστέψω ότι ήρθε αυτή ώρα... να σε δω νυφούλα, εννοώ.

Αλλά μ’ αρέσει!


Η Στρία σου

Στον λαβύρινθο της καρδιάς










Στον λαβύρινθο της καρδιάς, τίποτα δεν είναι χαμένο, μόνο καλά κρυμμένο.

Άλλοτε προστατευμένο για να μην ξεχαστεί, κι άλλοτε θαμμένο για να μην αγκαθώνει.

Με το πέρασμα του χρόνου, τίποτα παρά μια χουφτίτσα μπαμπάκι, ο κάθε άνθρωπος μέσα μας.


(εμπνευσμένο από τον maximillianism)

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2007

Μαϊντανός: το ευγενές ζαρζαβατικόν



Τελευταία την χρησιμοποιώ συχνά αυτή τη λέξη: μαϊντανός. Και όχι, δεν πρόκειται για συνταγές μαγειρικής.

Τελευταία αποδίδω συχνά τον χαρακτηρισμό σε ανθρώπους, ανθρώπους που συχνά συναντώ και όχι, δεν θα μπορούσα να πω ότι είναι προσφιλείς, δεν θα μπορούσα και να πω ότι περνούν απαρατήρητοι, δεν θα μπορούσα να τους προσδώσω άλλον πιο σάρκινο χαρακτηρισμό, παρά αυτόν του μαϊντανού…

Είναι απλώς που είμαι κακός άνθρωπος;

Είναι η καρπουζένια μου φύση που ψάχνει να βρει χαρακτηρισμούς στη γλώσσα που γνωρίζει και μπορεί να επικοινωνεί;

Και τέλος πάντων, γιατί το ευγενές ζαρζαβατικόν αποδίδεται σαν αρνητικός χαρακτηρισμός, όταν προσάγεται σε ανθρώπινη υπόσταση;

Προδοσίας... χαιρέκακη συνέχεια



Τώρα που το ξανασκέφτομαι, νομίζω ότι το έργο δεν το "παιξες" καλά. Άλλωστε, ακόμη και στην προδοσία...



Ability is what you're capable of doing.

Motivation determines what you do.

Attitude determines how well you do it.


(Lou Holtz, American football coach)

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2007

45 και σήμερα: Πλησιάζοντας τα πρώτα -άντα



Create Your Own Countdown



Το ξέρω, είναι ακόμη νωρίς για να με απασχολεί. Αλλά τα πρώτα
-αντα είναι τόσο κοντά, μια ανάσα μόνο μας χωρίζει.

Δεν πίστευα ποτέ σε αυτό που λένε κρίση ηλικίας, αλλά αυτή τη φορά τα κεράκια με αγχώνουν.

Στρογγυλό νούμερο το 30, και με φοβίζει. Ίσως γιατί διαβαίνοντας το κατώφλι του, η απόφαση μοιάζει ήδη ειλημμένη. Δεν είμαι πια ένα παιδί εγκλωβισμένο σε σώμα ενήλικα, είμαι ένας ενήλικας με ξεχασμένο ένα παιδί μέσα του.

Νιώθω στο κορμί μου, ότι τα περιθώρια στενεύουν...
...Οι μαύροι κύκλοι και οι ρυτίδες γύρω από τα μάτια, τα λίγα κιλά που βάζω κάθε καλοκαίρι και δεν φεύγουν πια τόσο εύκολα.

Νιώθω στη ψυχή μου, ότι τα περιθώρια στενεύουν...
...Ψάχνω ακόμη το ιδανικό στους ανθρώπους, πιστεύω σ’ αυτό. Αλλά μερικές φορές ο συμβιβασμός δείχνει η ασφαλέστερη λύση.

Νιώθω στους ανθρώπους μου, ότι τα περιθώρια στενεύουν...
...Ο έφηβος γιος του περιπτερά μου μιλά πια στον πληθυντικό και οι συμμαθητές μου έχουν οικογένειες.

Νιώθω στη σκέψη μου, ότι τα περιθώρια στενεύουν...
...Κάποια όνειρα διαγράφονται, γιατί δεν προλαβαίνουν πια να εκπληρωθούν. Άλλα έχουν από καιρό ξεχαστεί. Και κάτι φορές, με κουράζει να κάνω καινούρια.

Αλλάζω…
...Είμαι παιδί του ήλιου, όμως τελευταία αγαπώ και τη βροχή.

Από μικρή βασανίζομαι από τον ίδιο εφιάλτη. Βλέπω το ρολόι της ζωής μου να χτυπά, κι εγώ να χάνω χρόνο απλά παρατηρώντας το, άπραγη μένω και το κοιτάω, σαν τη ζωή που περνά και δεν τη ζεις παρά την παρατηρείς αμέτοχος. Γι' αυτό και πάντα τρέχω, τρέχω να προλάβω, να δω, να αγγίξω, να μυρίσω, να γευτώ.

Χθες βράδυ πετάχτηκα στον ύπνο μου. Άκουγα το ρολόι της ζωής μου να χτυπά… τικ τακ, τικ τακ. Αλλά αυτή τη φορά οι δείκτες πήγαιναν αντίστροφα. Αντίστροφη μέτρηση, σαν να στενεύει ο χρόνος, σαν να μικραίνουν τα περιθώρια. Σαν να κυλούν τα γεγονότα πιο γρήγορα απ’ όσο μπορώ να τρέξω. Κι εγώ να μένω πίσω ασθμαίνοντας, να μην προλαβαίνω να τα ζήσω όλα.

Προσωπικός Ονειροκρίτης:
Μένουν 45 ημέρες για να αναστρέψω τις αρνητικές σκέψεις, να αναδιοργανώσω το life plan της επόμενης δεκαετίας και να διαγράψω όλα τα mp3s τύπου «Μαμά γερνάω…»

Θα επανέλθω…

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2007

Για τις παλιές αγάπες...





















Για όσα μου θυμίζεις, σ' ευχαριστώ.
Για όσα σε ευχαρίστησα, σ' ευχαριστώ ξανά.
Για όσα πόνεσαν, δεν θυμάμαι.
Για όσα λάτρεψα, δεν αναπολώ.
Για όσα έζησα, αναπνέω.
Για όσα έγινα, χαμογελώ.
Για όσα ήσουν, θα είσαι.
Για όσα θα 'ρθουν, δεν ξέρω.
Για όσα δεν ξέρω, δεν φοβάμαι.
Για όσα φοβάμαι, ελπίζω.
Για όσα ελπίζω, ανυπομονώ.
Για όσα ανυπομονώ, ονειρεύομαι.
Για όσα ονειρεύμαι, υπάρχω.
Για όσο υπάρχω, σ' ευχαριστώ.

(...στιγμές αδυναμίας)

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

Μια κούπα, μα ποιά κούπα

















Με τη σειρά μου κι εγώ, ακολουθώντας την τάση της blogόσφαιρας «δείξε μου την κούπα σου να σου πω ποιός είσαι» και έπειτα από πρόσκληση της γλυκιάς Μενεξεδιάς, παραθέτω τα παρακάτω.

Ανοίγοντας το ντουλάπι της κουζίνας μου, πρώτη πρώτη συναντάς τη χαρούμενη κούπα με τη Daisy Duck. Η cartoonίστικη αυτή έκδοση, συνοδεύει όλους τους πρωινούς καφέδες των ηλιόλουστων σαββατοκύριακων. Είναι τεράστια και πολύ αγαπημένη γιατί η φιγούρα αυτή μου θυμίζει το απόλυτο θηλυκό άλλων εποχών (τσαχπίνα και νοικοκυρά, κάτι σαν την Μάρθα Καραγιάννη των ελληνικών ταινιών), αλλά και γιατί παραδόξως έχει αντέξει τρεις μετακομίσεις!

Τις άλλες μέρες, τις βροχερές, προτιμώ την μαύρη κούπα, ενθύμιο από το Phantom of the Opera που παρακολούθησα στο Her Majesty’s Theatre στο Λονδίνο, όνειρο ζωής για μένα. Η κουπίτσα που βλέπετε είναι μαύρη, αλλά όταν τη γεμίσεις με αχνιστό καφέ ή τσαγάκι, εμφανίζεται «μαγικά» η άσπρη μάσκα του Phantom. Για τη φωτογραφία αυτή όπως καταλαβαίνετε, χρειάστηκαν ειδικά εφέ (βραστήρας με νεράκι, κλπ.)!

Το κλασικό στυλάτο ποτήρι του κρασιού, συχνά γεμίζει με Μοσχοφίλερο και συνοδεύει τις νυχτερινές μου περιπλανήσεις στην ενδότερη καρπουζοχώρα μου. Μια γουλίτσα κρασάκι, λίγες γραμμές ακόμη στο συνοθύλευμα σκέψεων που συγκεντρώνει η σελίδα αυτή. Με ένα ποτηράκι, συνήθως έχω τελειώσει και το post (… δεν είμαι και το πιο γερό ποτήρι)! Δεν είναι εξάδα, είναι εικοσάδα, τα αγοράζω από το ΙΚΕΑ γιατί μιας και πάσχω κι εγώ από την πάθηση "πλένω ποτήρι = σπάω ποτήρι" χρειάζομαι 2-3 μέχρι να τελειώσω κάθε μπουκάλι. Φτηνό αλλά πρακτικό και από εμφάνιση «γράφει».

Τέλος, για τις μέρες με νταλκάδες και σεκλέτια κρατάω αυτό το φλυτζανάκι του καφέ. Σ’ αυτό έπινε τον ελληνικό του ο πατέρας μου. Είναι εξάδα και την έχω κλέψει από το πατρικό, αλλά τα υπόλοιπα πέντε είναι αχρησιμοποίητα. Αυτό το ένα, με το ράγισμα στο πιατελάκι και το ξεφλούδισμα στο χερουλάκι, είναι που μου κρατάει συντροφιά στις δύσκολες ώρες και στις μελαγχολικές σκέψεις. Σαν να έχω εκείνον κοντά μου.

Κι επειδή πολλά είπα και μελό κατέληξα πάλι, προσκαλώ με τη σειρά μου στο παιχνίδι αυτό, το ανατρεπτικό Monsteraki, τον μερακλή Pike και την ευαίσθητη Οφηλία
Η σκυτάλη σ’ εσάς!

Προδοσία: Ο Ιούδας φιλούσε υπέροχα


Προδοσία! Η αποποίηση κάθε ευθύνης, το απόλυτο τίποτα, το εντελώς ψεύτικο, το καταιγιστικά υπεράνω του όλου.

Προδοσία! Αυτή η λέξη τριγυρνά στο μυαλό μου αυτές τις μέρες. Οργή; Στενοχώρια; Πόνος; Απορία… Θέλω να κλάψω, θέλω να γελάσω, θέλω να φωνάξω, θέλω να βρίσω, δεν θέλω να κατηγορήσω. Θέλω απλώς για μια ακόμη φορά να καταλάβω το «γιατί».

Τελικά αυτή η λέξη πρέπει πάντα να με τυραννάει, κάθε φορά και για διαφορετικούς λόγους...

Oδηγώντας όπως πάντα στην εθνική, όπου οι σκέψεις που γράφονται εδώ συνήθως παίρνουν ζωή, αναλογιζόμουν όλα αυτά που έχουν κατά καιρούς ειπωθεί για τους προδότες της ζωής.
Είστε καλοδεχούμενοι να συμπληρώσετε…

Κι εσύ τέκνον, Βρούτε;
Την προδοσία πολλοί αγάπησαν, τον προδότη κανείς.
Το μόνο που κάποιος μπορεί να προδώσει, είναι τη συνείδησή του.


Και αναζητώντας την "ψυχολογία του προδότη" στο Google, βρήκα αυτή την αποκαλυπτική κατά τη γνώμη μου προσέγγιση...



Τα πνευματικά δικαιώματα του κειμένου που ακολουθεί, ανήκουν στη ψυχολόγο Μαρία Λασσιθιωτάκη. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2007 στον «Τυπολόγο» (www.typologos.gr).


Προδοσία: Ο χαμένος παράδεισος ή ο δρόμος της αυτονομίας;

Πώς να περιγραφεί η προδοσία; Με λέξεις αιχμηρές, με χρώμα σκοτεινό ή ματωμένο, με μουσική πένθιμη; Σαν ένας ανατέλλων ήλιος, που έδυσε αφύσικα, πριν την ώρα του;

Για κάποιους, η προδοσία σημαίνει «νιώθω παρείσακτος, ξένος, ερημωμένος, βιώνω το κενό, αδυνατώ να επιστρέψω στο σημείο εκκίνησης», λέξεις παράξενα διαφορετικές από το ίδιο το ρήμα:
Προδίδω σημαίνει δίδω πρόγευση, δίνω κάτι από πριν, αφήνω κάτι να φανεί, πώς έφτασε να σημαίνει αθετώ; Ίσως αυτή η διπλή έννοια να είναι και το διπλό μήνυμα της ίδιας της ζωής, καθώς πορεύεται εν μέσω του θανάτου.

Η προδοσία σημαίνει πάντα πτώση. Και η πτώση σημαίνει μια θέση σε κάποιο ύψος, μια θέση που ίσως δεν μας τοποθέτησε κάποιος άλλος αλλά ο ίδιος ο εαυτός μας.

Η προδοσία δεν πάει μόνη της: Υποκρισία, ψευτιά, κοροϊδία, ανεντιμότητα, αδυναμία, μικρότητα, απρέπεια, ευτέλεια, ένας ατέλειωτος κατάλογος με λέξεις επιγραμματικές, εν συντομία περιγράφει τα πέτρινα συναισθήματα, αναγκαίο ανάχωμα σε μια άνευ προηγουμένου βροχή από ματαιωμένες ελπίδες:
Σχέση, αμοιβαιότητα, μαζί, ασφάλεια, γαλήνη, βεβαιότητα, γέλιο, χαρά.

Η βροχή από ελπίδες, όσο όξινη και να αποδειχθεί, διελαύνει τη ζωή μας, κάποτε σε παθητική και καθόλου σπάνια σε ενεργητική φωνή.

Προδομένος και προδότης συναντιόνται σε δεμένες μεταξύ τους πράξεις, στην κρυμμένη αμοιβαιότητα, στο αμήχανο ερώτημα για το ποιός έκανε την αρχή αυτής της επαίσχυντης πράξης, ως παραβάτης και στο πού ακριβώς βρίσκεται η παράβαση.
Ερωτήματα που θα πυρπολήσουν σκέψεις, θα ανακαλέσουν αναμνήσεις, που θα επιβεβαιώσουν την παραπλάνηση του εαυτού από τον άλλο.

Η προδοσία μας καταδιώκει στη ζωή μας, είναι μια από τις κυρίαρχες δοκιμασίες του πόνου, η αίσθηση ότι κάποιος μας πρόδωσε, δεν ανταποκρίθηκε στις υποσχέσεις του, δεν τήρησε τις συμφωνίες μας, δεν σεβάστηκε το περιεχόμενο της σχέσης μας.
Είναι τέλος πάντων ο μόνος και αποκλειστικός παραβάτης, πολλές φορές ερήμην της επίγνωσής του.

Η προδοσία δείχνει να είναι αποτέλεσμα της φαντασίας, αυτής που υπόσχεται με ένα κλειστό κύκλωμα αναπαραγωγής ότι ποτέ δεν θα προδοθούμε, ποτέ δεν θα προδώσουμε, μιας φαντασίας που αγνοεί τα αρχέτυπα, από τον συμβολικό μύθο για την προδοσία και την πτώση των πρωτόπλαστων μέχρι τη σύγχρονη και προδοτική αμοιβαιότητα ανάμεσα στη μάνα και το παιδί της:
Αυτή ελπίζει το παιδί να εκπληρώσει τις προσδοκίες της κι αυτό ελπίζει η μάνα του να μην του φορτώνει τις δικές της επιθυμίες. Πόσο όμως ο προδομένος επιζητεί την προδοσία του; Πόσο ωθείται από δικές του διεργασίες να προδοθεί για να απαλλαγεί από το βάρος των προσδοκιών του άλλου;

Ποιές κοινές και άγνωστες δυνάμεις οδηγούν στον προδοτικό ρόλο του Ιούδα ή του άσωτου, ως αναγκαία συνθήκη του προδομένου να κατακτήσει την αυτονομία του, να βρεθεί σε ένα άλλο, κοινό σημείο μιας πιο αυθεντικής, θαρραλέας και υπεύθυνης σχέσης, εκεί που δεν θα υπάρχει τόπος για προδοσία;

Ίσως η προδοσία να γεννιέται όταν αναζητούμε την τροχιά κάποιου άλλου, για να μας θέσει σε κίνηση, τίμημα της εξάρτησής μας από αυτόν. Και τι σημαίνει, άραγε, «προδόθηκα από τα λόγια μου, με πρόδωσαν οι δυνάμεις μου ή οι κινήσεις μου» παρά την προσδοκία ότι όλοι, ακόμα και το σώμα μου, υπηρετούν σχέδια της φαντασίας μου;

Η ζωή δεν έχει ποτέ υποσχεθεί πορεία με πιστοποιημένα δικαιώματα, χωρίς εμπόδια και χωρισμούς, χωρίς ανθρώπους που θα ανακόψουν τις ευχάριστες αισθήσεις μας.
Αντίθετα, η αναζήτηση της αυτόνομης συνύπαρξης σημαίνει συνύπαρξη των αντιθέτων, πλούσια ζωή, πλούσιες σχέσεις. Και, καθώς οι σχέσεις αυξάνονται στη ζωή μας, ίσως η προδοσία να είναι το τίμημα να ανατείλει ο προσωπικός μας ήλιος, ο χώρος του εαυτού.


Γιατί δεν μπορεί να προδοθεί ο ανεξάρτητος.

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2007

Μέντορες της ζωής (και άλλες ακατάληπτες σκέψεις)


Μέντορας: ο υποστηρικτής, σύμβουλος και πνευματικός καθοδηγητής κάποιου νεότερου.


Πάντα με γοήτευε αυτή η λέξη, πάντα με γοήτευε η δυνατή της έννοια, λες και οι μέντορες στη ζωή μου, έδιναν μεγαλύτερη αξία σε εμένα, στη ζωή του νεότερου. Λες και η αξία του καθοδηγητή έδινε αξία στον καθοδηγούμενο. Και μέντορες υπήρξαν πολλοί. Και σπουδαίοι. Κι ακόμη νιώθω ότι αυτό που κάνω έχει νόημα, όταν κάποιος άξιος το υποστηρίζει και το σμιλεύει.

Είμαι εκ φύσεως αντιδραστική, αλλά εκτιμώ και σέβομαι τον σοφότερο, τον πιο έμπειρο, τον πιο έξυπνο, τον πιο υπομονετικό, τον πιο «οτιδήποτε», αρκεί να είναι για καλό και να με πηγαίνει μπροστά. Και δεν θέλω να γράψω άλλα γι’ αυτό, άλλωστε άλλοι θα με υποστηρίξουν και άλλοι θα με χλευάσουν.

… Αλλά ο πνευματικός δρόμος είναι ο μόνος δρόμος και μέσα του καταπίνει όλα τ’ άλλα. Στο βωμό του, όλα έρχονται δεύτερα. Όλα ξεκινούν από τον νου, όλα συνοψίζονται σ΄αυτόν, όλα ξυπνάνε μέσα απ’ αυτόν και όλα καταργούνται μέσω αυτού. Όλα τα μπορεί, όλα τα γιατί, όλα τα δεν και όλα τα ναι, όλα τα όχι και όλα τα πάντα. Και στο δρόμο αυτό αξίζει να είσαι μαθητής, όταν ο δάσκαλος είναι άξιος. Τουλάχιστον εγώ, τουλάχιστον σήμερα…

Δεν θα μιλήσω για τον Έναν μέντορα της ζωής μου, δεν θα μιλήσω για τους άλλους τους μικρότερους και περαστικούς. Σήμερα θέλω να μιλήσω για εκείνη…

Έχει το όνομα της Παναγιάς κι όμως τη φωνάζουν με το πιο τσαχπίνικο χαϊδευτικό.

Στην ιεραρχία, είναι προϊσταμένη - το πιο γλυκό αφεντικό. Στην ουσία είναι συνεργάτης, μερικές φορές και συνάδελφος (συν +αδελφός). Τα απογεύματα είναι φιλενάδα. Και συχνά πυκνά, τις πιο περίεργες ώρες απ’ όλες, είναι εξομολογητής. Καμιά φορά, στα πολύ δύσκολα, μεταμορφώνεται σε μάτζικα κι εγώ σε σελτσουξάσα (ξέρει εκείνη).

Η όψη της, ιδιαίτερη. Πρώτα απ’ όλα, θα πεις ότι είναι γλυκιά. Μετά, θα διαπιστώσεις πως είναι και όμορφη. Το χαμόγελό της δεν το ξεχνάς, γεμίζει άλλωστε όλα τα πρωινά μου.

Ο επαγγελματισμός της, με κάνει να ξυπνάω κάθε πρωί. Η επιβλητικότητά της, με έναν αδιόρατο τρόπο δεδομένη. Δίκαιη και συνάμα συμβιβαστική. Απαιτητική, μα ταυτόχρονα ανθρώπινη. Άνετη, ακόμη και στη μεγαλύτερη κρίση. Η φωνή της δεν τρέμει ποτέ, πάντα σταθερή. Το μυαλό της δεν λυγίζει ποτέ, πάντα ετοιμοπόλεμο. Οι κουβέντες της δεν κομπιάζουν ποτέ, πάντα ετοιμόλογη. Έξυπνη, μα ποτέ επιδεικτικά. Μέσα σ’ όλα, μα και απόμακρη όταν τη γωνιά σου τη θες μόνο για σένα. Η επινοητικότητά της ακονίζει το μυαλό μου. Κάτι μεταξύ ΟΗΕ και Κόφι Ανάν, με μαγικό τρόπο να εξομαλύνει τις διενέξεις, να ημερεύει τα πνεύματα, να χαλαρώνει τις αντιδράσεις, να εξημερώνει τις ψυχές. Η γυναίκα της χρυσής τομής, έτσι την έχω στο μυαλό μου. Από μια διευθυντική καρέκλα, μα μέσα στον κόσμο. Από το ύψος της, μα ποτέ σε απόσταση. Όσο για τη «χαριτωμενιά» της, τι να πω; Δεν ήξερα τι σημαίνει η λέξη αλλά και τη δύναμη που κρύβει η πρακτική της, μέχρι που τη γνώρισα.

Η καθημερινότητά μας, πολύπλευρη όπως κι αυτή, όπως ίσως κι εγώ, όπως ο καθένας μας.

Η ανησυχία όμως στα μάτια της, θολώνει την κρίση μου. Μέντορας είναι εκείνη… και δεν θέλω να τελειώσει, όχι ακόμα. Υπάρχουν ακόμη μαθήματα που δεν έχουν διδαχθεί. Επικαλούμαι τις ικανότητές της στη μεταμόρφωση (και πάλι ξέρει εκείνη)…

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2007

Ο Μικρός Πρίγκηπας και η αλεπού












Καλημέρα, είπε ο Μικρός Πρίγκηπας.

Καλημέρα, είπε η αλεπού.

Έλα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο Μικρός Πρίγκηπας.

Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού. Δεν με έχουν ημερώσει.

Τι πάει να πει «ημερώσει»;

Είναι κάτι που παραμελήθηκε πολύ, είπε η αλεπού. Σημαίνει «να δημιουργείς δεσμούς».

Να δημιουργείς δεσμούς;

Βέβαια, είπε η αλεπού. Για μένα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι εντελώς όμοιο μ΄άλλα εκατό χιλιάδες αγοράκια. Και δεν σε έχω ανάγκη. Για σένα, δεν είμαι παρά μια ακόμα αλεπού όμοια με εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Αν όμως με ημερώσεις, ο ένας θα έχει την ανάγκη του άλλου. Για μένα θα είσαι μοναδικός στον κόσμο. Για σένα εγώ θα είμαι μοναδική στον κόσμο.

Αν με ημερώσεις, η ζωή μου θα είναι σαν ηλιόλουστη. Θα γνωρίσω έναν κρότο από πατήματα που θα είναι διαφορετικός από όλους τους άλλους. Τ’ άλλα πατήματα με κάνουν να χώνομαι κάτω από τη γη. Το δικό σου θα με κάνει να βγαίνω από τη φωλιά μου, σαν μουσική.

Κι ύστερα κοίτα! Βλέπεις εκεί κάτω τα χωράφια με το στάρι; Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο. Τα χωράφια με το στάρι εμένα δεν μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό είναι κρίμα! Εσύ όμως έχεις μαλλιά χρώμα χρυσαφένιο. Θα είναι λοιπόν θαυμάσια όταν θα μ΄έχεις ημερώσει! Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ΄αρέσει να ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχυα…

Ετσι ο Μικρός Πρίγκηπας ημέρωσε την αλεπού. Κι όταν κόντευε πια η ώρα που θα χωρίζανε:

Αχ! είπε η αλεπού. Κλάμα που θα κάνω…

Εσύ φταις, είπε ο Μικρός Πρίγκηπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, μα εσύ θέλησες να σε ημερώσω. Και τι κέρδισες;

Κέρδισα, είπε η αλεπού, γιατί μου μένει το χρώμα του σταριού.

Αντίο, είπε η αλεπού. Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό. Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν την βλέπουν τα μάτια.

Ο καιρός που έχασες για αυτό που ημέρωσες, είναι που το κάνει να έχει τόση σημασία.


(«Ο Μικρός Πρίγκηπας», Antoine de Saint-Exupery)

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2007

Γερόλυκε της ζωής

Γερόλυκε της ζωής, εσύ ξεχασμένε πενηντάρη με την γκριζαρισμένη κοτσίδα, εσύ αιώνιε έφηβε και κουρασμένε αναζητητή, εσύ που είσαι πάντα μόνος και πιο πολύ όταν είσαι με παρέα, εσύ καπετάνιε σε φουρτούνες, εσύ καπετάνιε και σε λιμάνια, εσύ απογοητευμένε εραστή της ζωής και ειδωλολάτρη του κόσμου μας, εσύ λάτρη των ανθρώπων και γητευτή της πίκρας, εσύ που οι πορείες μας είναι παράλληλες κι ας απέχουν μερικές δεκαετίες… εσύ μου φανέρωσες την πιο μοναχική αλήθεια.

"Κι αν το φεγγάρι εκεί ψηλά στέκεται αγέρωχα ολόγιομο, ξεγυμνωμένο σε θέα κοινή, κι αν το κοιτούν τόσοι και τόσοι ανθρώποι, αυτό και πάλι μόνο μένει. Πότε πότε κρύβεται για να ανασάνει και να φανερωθεί ξανά, μα πάντα μόνο κάνει τον κύκλο του. Κι ας φέρνει άμπωτη και παλίρροια, κι ας σεληνιάζει τους παρατηρητές στα χαμηλά. Πάντα μόνο στέκεται και πάντα ψηλά και πάντα μακριά. Σαν κι εμένα."

Μια μοναχική αλήθεια που δεν ήθελα να ακούσω, σε μια μοναχική στιγμή που δεν ήθελα να ζήσω. Σε αρνήθηκα, μα λυπάμαι που μέσα απ’ τις σελίδες μου σε επιβεβαιώνω.

Γερόλυκε της ζωής, άνοιγέ μου τα μάτια, γιατί έχεις δει πολλά. Κι εγώ θα βρίσκω τον τρόπο να σε διαψεύδω.

Γερόλυκε της ζωής, το κρασί δεν το χρειάζεσαι, όπως τους ακούω να λένε, για να ξεχνάς να ζεις, αλλά για να μην ξεχνάς να θυμάσαι.

Γερόλυκε της ζωής, σε κάθε στάση μας ένα καπηλειό.

Όπου κι αν είσαι, πιάσε ένα τραγουδάκι για μένα, ένα παιδικό, το «φεγγαράκι» ίσως… κι εγώ θα αναστενάξω όπου και να 'μαι. Και θα πιω κι ένα ποτηράκι στην υγειά μας.

Εβίβα!

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2007

Ανασκαλεύοντας τα οδοιπορικά της ζωής μου

Είναι κάτι δρόμοι πλατιοί και όμορφοι που νομίζεις ότι σε οδηγούν σε ό,τι λαχτάρησες. Ασφαλτωμένοι, επαρχιακοί, με πρωινές καλημέρες και βραδινές καληνύχτες.


Είναι κάτι άλλοι, μικροί και δύσβατοι, καλντερίμια που δύσκολα τ’ ακολουθείς. Αν είσαι τυχερός όμως, θ’ ανακαλύψεις κάποιο γάργαρο ποταμάκι και θα πιεις νερό απ’ την πηγούλα.

Είναι κάποιοι δρόμοι ερημικοί, που σε κάνουν να πιστεύεις πως μετά την ταλαιπώρια θα έρθει η λύτρωση. Μετά τη μοναξιά θα βρεις θαρρείς την όαση, που δεν μπορεί να είναι μακριά. Κι έτσι δεν μετράς τις ώρες, δεν δίνεις σημασία στις οφθαλμαπάτες.

Είναι και κάτι άλλοι, σαν λεωφόροι φαρδιοί και πολυσύχναστοι, με πολλές λωρίδες κυκλοφορίας. Δυο δυο και άλλοτε τρεις μαζί, τους περπατούσαμε αυτούς τους δρόμους.

Και είναι κάποιοι δρόμοι που συναντιούνται με κάποιους άλλους και σε κάνουν να σκεφτείς πως, ναι, έχεις επιλογές για νέους μαγικούς προορισμούς. Είναι κάτι μαγεμένα σταυροδρόμια… Χάνεσαι, δεν ξέρεις πού να πρωτοπάς, κάνεις κύκλους γύρω γύρω κι εκεί που άρχισες φτάνεις ξανά. Δεν ξέρεις αν έχεις πάρει τη σωστή κατεύθυνση, δεν ξέρεις αν πέρασες απ’ όλες τις διαβάσεις, κι αν σ’ αυτές τις στροφές που δεν έστριψες καρτερούσε το ποθητό.

Και είναι και άλλοι δρόμοι, που λαχταράς να τους περπατήσεις μα τους χάνεις συνέχεια.

Και άλλοι, που τους προσπερνάς στην αρχή αδιάφορα μα αργότερα δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω και να τους βρεις ξανά.

Και είναι και άλλοι δρόμοι που φοβάσαι να τους περπατήσεις γιατί είναι σκοτεινοί και κρύβουν μυστικά.

Και φυσικά είναι κι αυτοί δρόμοι που δεν θα μάθεις ποτέ ότι υπάρχουν.

Ο κάθε δρόμος έχει το όνομά του, ο κάθε δρόμος έχει τις εικόνες του, ο κάθε δρόμος έχει τα δώρα του, έχει και τις λακκούβες του. Ο προορισμός ίδιος, μα κάθε δρόμος μοναδικός, όπως οι άνθρωποι που περνούν απ’ τη ζωή μου.

Κι εγώ με κατακόκκινο φουστάνι, συνεπαρμένη απ’ τη διαδρομή, να τους περπατάω όλους, να τους διανύω άλλοτε τρέχοντας κοιτάζοντας μόνο μπροστά και άλλοτε αργά με βήματα προσεκτικά και σιγοτραγουδώντας. Άλλοτε τυφλωμένη από το φως τους και άλλοτε με μεγεθυντικό φακό, τάχα μου για να μη χάνω τις λεπτομέρειες της ομορφιάς τους.

Όλους τους δρόμους τους αγάπησα, τις διαδρομές μου δεν τις σχεδίασα ποτέ, όπου με βγάλουν έλεγα, χάρτη δεν κράτησα ποτέ. Τα οδοιπορικά μου τα χάρηκα όλα, κι ας έχω γράψει χιλιόμετρα πολλά.

Τώρα που σταμάτησα για να ξεκουραστώ απ’ το ταξίδι (...σαν να με χτύπησαν τα κατακόκκινα τακούνια μου), μια στάση μόνο για να πάρω ανάσα, αναρωτιέμαι…

Γιατί οι δρόμοι μου δεν έχουν ποτέ σηματοδότηση;
Σ’ αυτόν τον ΚΟΚ δεν υπάρχει πουθενά ένα STOP για να έχω το νου μου;
Ένα σημαδάκι υποχρεωτικής πορείας ή επικίνδυνης στροφής;
Φανάρια δεν ζητάω, είναι πολύπλοκα και με κουράζουν.

Τουλάχιστον ένα σήμα Αδιέξοδου, βρε αδερφέ;
Για να μην χασομεράμε, δηλαδή…

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2007

Σήμερα η καρδιά μου χτυπάει στην Ηγουμενίτσα

Σήμερα η καρδιά μου χτυπάει στην Ηγουμενίτσα...


Για τις δυο μικρές δασκάλες που δίνουν τον εαυτό τους σε ένα σχολειό πολύ μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο.
Για μια χαριτωμένη γκαρσονιέρα που φιλοξενεί όλα τα όνειρα της οικουμένης.
Για τη θάλασσα που είναι τόσο ήρεμη μετά την καταιγίδα.
Για την μουντάδα του ουρανού που βάφεται στα πιο χρωματιστά γκρι.
Για τους ανθρώπους, τους τόσο χαμογελαστούς και καλοδιάθετους.
Για τις βάφλες με καρύδια και παγωτό που έχουν το πιο τραγανό ψωμάκι.
Για τις ατελείωτες ώρες οδήγησης με απίστευτο κους κους.
Για όσα μου θύμισε απ' την πατρίδα και με έκαναν να τη νοσταλγώ.
Για τον Μάνο που δεν συνάντησα ποτέ (...είναι κάτι μαγεμένα σταυροδρόμια).
Για τον παπά του μικρού χωριού που περπατούσε ανέμελος σαν να 'χε ανοίξει κουβέντα με το Θεό.
Για τα ζωντανά που ξάπλωναν στον ήλιο αγνοώντας τα αυτοκίνητα που περνούσαν δίπλα τους.
Για ένα πέτρινο σχολείο σε ένα μικρό χωριό τόσο απομονωμένο, που όμως μέσα κρύβει δεκαπέντε ζευγάρια μάτια πιο ανυπόμονα απ' όποια άλλα.

Σήμερα η καρδιά μου χτυπάει στην Ηγουμενίτσα...

Για σένα μικρή μου δασκαλίτσα, για τα άγχη σου, για το τρακ της πρώτης σου μέρας στο σχολείο, για τις ελπίδες σου να μάθουν γράμματα μια χούφτα μικρά παιδιά, για κάθε εμπόδιο που θα βρεις στο δρόμο σου και ίσως σκοντάψεις, για κάθε μέρα που θα τελειώσει με κλάμμα και δεν θα μπορώ να ανακουφίσω τα δάκριά σου, για κάθε φωτεινό χαμόγελό σου που δεν θα απολαύσω, για κάθε αστείο που δεν θα ακούσω, για καθετί της παρουσίας σου που δεν θα είναι πια καθημερινότητά μου.

Κοριτσάκι μου, να προσέχεις. Να κυνηγήσεις τα όνειρά σου, να μην εγκαταλείψεις τις προσπάθειες ούτε μια μέρα. Αυτό που κάνεις αξίζει γιατί εσύ το κάνεις τόσο σημαντικό. Μικρό κεχαριτωμένο μου πόκεμον, τόσο γλυκό και χαμογελαστό, όλα καλά θα πάνε. Μην μου αγχώνεσαι... Και για τα δύσκολα, εγώ είμαι εδώ. Και για τα ακατόρθωτα, εγώ επίσης.

Και σήμερα η καρδιά μου χτυπάει στην Ηγουμενίτσα...

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2007

Τα πιο ωραία όνειρα, τα κάνεις πάντα μεσημέρι

Επικοινωνία… Πάντα με γοήτευε αυτή η τέχνη, οι διαφορετικές της εκφάνσεις, οι τόσες της τεχνοτροπίες.

Με πόση δεξιοτεχνία πρέπει να μεταφράσεις τις σκέψεις σε λέξεις με αλληλουχία, πόσο διπλωματικά να διαλέξεις τον τόνο της φωνής πριν μιλήσεις, πόσο περίτεχνα να απελευθερώσεις τη γλώσσα του σώματος, πόσο προσεκτικά να διαλέξεις το timing για να περάσεις το μήνυμα.

Κι άλλοτε πάλι, απλώς αυθόρμητα να ανοίξεις το στόμα και να συνδέσεις online σκέψεις και λόγια. Κι ό,τι γίνει… Ή και να μην πεις τίποτα και μέσα από τη σιωπή να ειπωθούν όλα. Είναι τόσο φλύαρες αυτές οι σιωπές.

Και αν η επικοινωνία είναι επιτυχής είναι και αμφίδρομη. Ο ένας αποστέλλει μήνυμα, ο άλλος λαμβάνει, έτσι δεν μας μαθαίνουν; Συχνά πάλι πιστεύουμε ότι έχουμε προσεγγίσει το στόχο, θεωρώντας εαυτόν τέλειο πομπό, κι όμως ο δέκτης δεν έχει καταλάβει, δεν έχει κατανοήσει. Ίσως και εξεπιτούτου να έχει κατεβάσει τις κεραίες. Μονόδρομος επικοινωνία.



Σήμερα, ώρα 6 και είμαι ως συνήθως «κολλημένη» στην εθνική. Ο όμορφος νεαρός άντρας στο αυτοκίνητο πίσω μου, φανερά αργοπορημένος για τον προορισμό του, όχι νευρικός μα αντιθέτως χαλαρός, έψαχνε στους χάρτες τη διαδρομή του. Ωραίος τύπος… Τον χάζευα από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου, πώς σιγοτραγουδούσε ακούγοντας ραδιόφωνο, πώς χάζευε με τη σειρά του τα διπλανά αυτοκίνητα, πώς χαμογελούσε μιλώντας στο κινητό. Είχε κάτι ιδιαίτερο αυτή η αντανάκλαση στον καθρέφτη…

Κάποια στιγμή, αν και πίσω από γυαλιά ηλίου, τα βλέμματά μας συναντήθηκαν. Και για εκείνη τη μια στιγμή αισθάνθηκα σαν να τα είπα όλα, σαν να τα κουβεντιάσαμε όλα, σαν να ξέραμε τις ζωές ο ένας του άλλου για χρόνια πολλά. Ήταν μεθυσμένη αυτή η στιγμή, μακριά, βαθιά και έντονη. Κοίταξα από τον καθρέφτη τη πινακίδα του. Τη σημείωσα μάλιστα. Γιατί; Δεν ξέρω, σαν να σημείωνα το όνομά του, σαν να ζωγράφιζα το πρόσωπό του, σαν να έδινα αξία μεγαλύτερη στα δευτερόλεπτα, σαν να φωτογράφιζα το γενόμενο, σαν να ήθελα να αποδείξεις ότι ήταν πράγματι εκεί.

Έσκυψα κι έψαξα στη τσάντα μου απεγνωσμένα για ένα τσιγάρο. Όταν σήκωσα πάλι το βλέμμα, είχε κι αυτός ανάψει ένα. Τέλειος συγχρονισμός. Παράλογα, μια φράση μου ήρθε στο μυαλό: «Η πιο δημοκρατική στιγμή, είναι αυτή του αμοιβαίου οργασμού».

Έβγαλα φλας και άλλαξα λωρίδα. Η κίνηση είχε ήδη χαλαρώσει. Πάτησα γκάζι και δεν ξανακοίταξα πίσω. Σαν από ντροπή… Σαν να οδηγούσα γυμνή στη μέση της εθνικής.

Τα πιο ωραία όνειρα, τα κάνεις πάντα μεσημέρι…

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2007

Περί νοερής μαγειρικής ο λόγος

Σήμερα λέω να φτιάξω γεμιστά. Κι ας λένε ότι είναι καλοκαιρινό φαγητό, εγώ το προτιμώ όλο τον χρόνο… Γεμιστά, όχι από αυτά που μπαίνουν σε ταψί αλλά από αυτά που μπαίνουν σε "ζωή". Και μάλιστα με την παραδοσιακή συνταγή της γιαγιάς.

Αδειάζουμε την ψυχούλα μας με καρτερία και τέχνη για να μην χαλάσουμε το σχήμα. Εύθραυστες οι ψυχούλες σαν τις ντομάτες, και συχνά κόκκινες κόκκινες σαν πυρωμένες από την ταλαιπώρια.

Με περίσσια προσοχή φτιάχνουμε το μίγμα μας. Η συνταγή είναι ελεύθερη για αυτοσχεδιασμό. Ό,τι αποθέματα έχει ο καθένας μας χωράνε, αρκεί να αντέχει η γεύση του. Συνήθως ξεκινάμε με πολύ αισιοδοξία, βάζουμε μια πρέζα χαμόγελο, προσθέτουμε λίγη τρέλα με προσοχή να μην το παρακάνουμε, πασπαλίζουμε με εκλεκτά όνειρα και στην κορυφή ακουμπάμε την ελπίδα.

Αναμειγνύουμε σιγοτραγουδώντας για να ανακατευτούν τα υλικά, αλλά πάντα με τα ακροδάκτυλα, για να μην χάσουν το άρωμά τους. Για μυρωδικά, προσθέτουμε υπομονή και επιμονή.

Στη συνέχεια, παραγεμίζουμε την ψυχούλα μας και την σκεπάζουμε προσεκτικά μόνο με ευχάριστες αναμνήσεις. Συνοδευτικά, αντί για πατατούλες, βάζουμε λατρεμένα φιλιά.

Τη σιγοψήνουμε στο φούρνο της καθημερινότητας για να "δέσει" και να πάρει χρώμα. Όση ώρα περιμένουμε, ταξιδεύουμε στους ουρανούς γελώντας, έτσι για να πετύχει η συνταγή.

Ε voila! Έτοιμο το πιάτο μας. Το τοποθετούμε στη ζωή μας και το προσφέρουμε στους αγαπημένους. Κι άμα τελειώσει… ε, μαγειρεύουμε ξανά.

Σε δουλειά να βρισκόμαστε δηλαδή…

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2007

Ο Κόναν ο βάρβαρος και η ελληνική σημαία

(στο έργο του παραλόγου, μόνο λόγια παράλογα χωράνε)










Εσύ, που για σένα είπα ότι δεν θα γράψω ποτέ ξανά
Εσύ, που στο μυαλό μου τριγυρνάς άγρυπνα νύχτες τώρα
Εσύ, που στην ανάσα σου οι σκέψεις τρέχουν με τρελούς ρυθμούς
Εσύ, που στο κορμί φιλοξενείς όλα τα πεινασμένα πλάσματα
Εσύ, που το νόημα της ζωής σου επικεντρώνεται στη γνώση
Εσύ, μου έδειξες τον κόσμο και χάθηκα μέσα.

Στις αδιάβατες λεωφόρους που άνοιξες, εσύ
Στα θέλω που ξεφύτρωναν σε κάθε κουβέντα, εσύ
Στη φωτιά που σιγοκαίει στα δάκριά σου, εσύ
Στα χέρια τα απαλά που γίναν μαχαίρια, εσύ
Στη ζωή που μεταμορφώνεται, εσύ
Γνωρίζεις το αντίδοτο, μόνο εσύ.

Στα δυο σου μπράτσα, χαραγμένα τα απωθημένα που ξόρκισες
Αριστερά ο Κόναν ο Βάρβαρος των παιδικών σου χρόνων
Αριστερά και η ελληνική σημαία του νόστου για την πατρίδα.
Απ΄τη δεξιά, την καλή, κρατάς όσα δεν πρόφτασες ν' αγαπήσεις
Άγγελοι σε αναμονή για υπέροχα ανείπωτα λόγια.
Στα δυο σου μπράτσα είναι γραμμένα όλα.

Τατουάζ στην ψυχή, σαν χρόνια τώρα, οι δυο μορφές
Και ο Μορφέας με έχει ξεχασμένη.
Το όνομά σου αφημένο στα σεντόνια
Η μυρωδιά σε κάθε αέρα που αναπνέω.
Ευσεβείς πόθοι στο χαλασμένο μου μυαλό
Σιωπή σαν κόμπος στο λαιμό μου.

Για κάθε μέρα που περίμενα, ένα φιλί
και είναι πολλά.
Για κάθε νύχτα που δεν έζησα, έναν αναστεναγμό
και θα ξυπνήσει η γειτονιά.
Για κάθε όνειρο που δεν πρόφτασα να γκρεμίσω, ένα δάκρυ
κι ας πλημμυρίσουμε πάλι.

Για τον Κόναν της παιδικής σου καρδιάς
Για τον ήρωα της ενήλικης παρουσίας σου
Για την ελληνική σημαία της οχυρωμένης σου ψυχής
Για την αμετροέπεια των άπταιστων ελληνικών σου
Ένα ξόρκι… Τη νυχτερίδα του άλλου σου μπράτσου.
Για να εξολοθρεύει τους αιχμαλώτους που παίρνεις τις νύχτες.

Για κάθε άντρα στο δρόμο μου, το ίδιο πρότυπο
Και το καλούπι σου σπασμένο.
Παρτίδα από σκάκι ξεχασμένη στη μέση
Κι εγώ θέλω να παίξω.
Οι πιο δικοί μου άνθρωποι αφοσιωμένοι στο βλέμμα σου
Από μακριά, ξέμεινα όλους να σας αγαπώ.

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2007

Η κατάκτηση του Παραδείσου: ο ενήλικος εαυτός μου συμβουλεύει το κοριτσάκι μέσα μου

















Το κοριτσάκι:

Αυτή τη χρονιά ο χειμώνας είναι παράξενος και γκρίζος. Ο υγρός άνεμος μυρίζει Αποκάλυψη και ο πρωινός ουρανός μ' έναν αλλόκοτο τρόπο γλιστρά με σβελτάδα γάτας τα μεσάνυχτα.

Η αναθεματισμένη η ζωή είναι τόσο απρόβλεπτη... Τα γεγονότα απλώς συμβαίνουν και συχνά φαίνεται σαν να μην έχει κανένα νόημα τίποτα απ' όσα κάνουμε. Ο κόσμος είναι σαν απέραντο τρελοκομείο και τα όνειρα είναι ο πυρετός της λογικής του.

Τα όνειρα συμπυκνώνουν τη ζωή, τη βάζουν σε τάξη γιατί έχουν αρχή, μέση και τέλος. Και όταν ένα όνειρο τελειώνει, σημαίνει κάτι, να πάρει η ευχή, όχι απαραίτητα κάτι βαθύ ή περίπλοκο, ίσως να είναι απλοϊκό πολλές φορές, αλλά υπάρχει ένα νόημα. Κι αυτό μας δίνει ελπίδες, ενεργεί σα γιατρικό. Εκεί όμως που χωρίζει η ελπίδα απ' τη λογική είναι το σημείο όπου αρχίζει η τρέλα.

Ελπίζουμε να φτιάξουμε έναν κόσμο καλύτερο κι ελεύθερο, όμως τα λουλούδια της ελπίδας ριζώνουν στην πραγματικότητα. Δεν υπάρχει ειρήνη για το λιοντάρι και το πρόβατο, εκτός ίσως σε άλλους κόσμους, πέρα απ' τον Ωρίωνα. Οι θύελλες δεν υπακούουν ούτε στην πιο θερμή παράκληση. Όλες οι λέξεις της οικουμένης δεν φτάνουν να γαληνέψει η θάλασσα. Το ιδεώδες της ουτοπίας είναι η τραγική μας μοίρα.


Ο ενήλικας:

Συμβιβάσου κοριτσάκι μου, γιατί αν νομίζεις ότι μπορείς να ζήσεις χωρίς τη βοήθεια των άλλων, απατάσαι πολύ. Κι αν νομίζεις ότι οι άλλοι δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς εσένα, απατάσαι πολύ περισσότερο.

Το ξέρω ότι είναι δύσκολο ν' αγαπιέσαι και πολύ πιο δύσκολο ν' αγαπάς. Κανείς δεν μπορεί ν' αποκτήσει αυτό ακριβώς που ποθεί. Όταν δεν έχεις λοιπόν αυτό που αγαπάς πρέπει ν' αγαπάς αυτό που έχεις; Ίσως… Και η γυναικεία σου καρδιά όταν αγαπά, αγαπά για πάντα. Κι ας μετριέται η αγάπη μ' ό,τι απαρνιέται ο καθένας για χάρη της, έστω και την ίδια την αγάπη.

Στο έχω πει ότι οι αφοσιωμένες ψυχές είναι σαν τους ζητιάνους, ζουν με ό,τι τους προσφέρουν οι άλλοι. Το κάθε πράγμα όμως, ακόμη και η αφοσίωση, ανέρχεται για να πέσει και ακμάζει για να παρακμάσει. Και η αβεβαιότητα γι' αυτό είναι το φοβερότερο κακό... ως τη στιγμή που έρχεται η πραγματικότητα και μας κάνει να το νοσταλγούμε.

Και πάλι όμως, μέσα στο σώμα της νύχτας η καρδιά του ωκεανού θα συνεχίσει να χτυπά ρυθμικά και σταθερά. Από τη σκοπιά των ανθρώπων η παλίρροια θα είναι μια αιώνια δύναμη, από τη σκοπιά των θεϊκών δυνάμεων όμως εντελώς πρόσκαιρη, όπως και οτιδήποτε άλλο.

Γι' αυτό, συμφιλιώσου με το Θεό όπως κι όσο τον καταλαβαίνεις. Συνθηκολόγησε με την ψυχή σου. Διώξε τη λύπη του γκρίζου χειμώνα και κατάκτησε τον Παράδεισό Σου. Πάλεψε για την ευτυχία και νίκησε.

Οι ήρωες δεν σκέφτονται με το νου. Οι ήρωες δρουν με την ψυχή.