Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2007

Για τις παλιές αγάπες...





















Για όσα μου θυμίζεις, σ' ευχαριστώ.
Για όσα σε ευχαρίστησα, σ' ευχαριστώ ξανά.
Για όσα πόνεσαν, δεν θυμάμαι.
Για όσα λάτρεψα, δεν αναπολώ.
Για όσα έζησα, αναπνέω.
Για όσα έγινα, χαμογελώ.
Για όσα ήσουν, θα είσαι.
Για όσα θα 'ρθουν, δεν ξέρω.
Για όσα δεν ξέρω, δεν φοβάμαι.
Για όσα φοβάμαι, ελπίζω.
Για όσα ελπίζω, ανυπομονώ.
Για όσα ανυπομονώ, ονειρεύομαι.
Για όσα ονειρεύμαι, υπάρχω.
Για όσο υπάρχω, σ' ευχαριστώ.

(...στιγμές αδυναμίας)

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

Μια κούπα, μα ποιά κούπα

















Με τη σειρά μου κι εγώ, ακολουθώντας την τάση της blogόσφαιρας «δείξε μου την κούπα σου να σου πω ποιός είσαι» και έπειτα από πρόσκληση της γλυκιάς Μενεξεδιάς, παραθέτω τα παρακάτω.

Ανοίγοντας το ντουλάπι της κουζίνας μου, πρώτη πρώτη συναντάς τη χαρούμενη κούπα με τη Daisy Duck. Η cartoonίστικη αυτή έκδοση, συνοδεύει όλους τους πρωινούς καφέδες των ηλιόλουστων σαββατοκύριακων. Είναι τεράστια και πολύ αγαπημένη γιατί η φιγούρα αυτή μου θυμίζει το απόλυτο θηλυκό άλλων εποχών (τσαχπίνα και νοικοκυρά, κάτι σαν την Μάρθα Καραγιάννη των ελληνικών ταινιών), αλλά και γιατί παραδόξως έχει αντέξει τρεις μετακομίσεις!

Τις άλλες μέρες, τις βροχερές, προτιμώ την μαύρη κούπα, ενθύμιο από το Phantom of the Opera που παρακολούθησα στο Her Majesty’s Theatre στο Λονδίνο, όνειρο ζωής για μένα. Η κουπίτσα που βλέπετε είναι μαύρη, αλλά όταν τη γεμίσεις με αχνιστό καφέ ή τσαγάκι, εμφανίζεται «μαγικά» η άσπρη μάσκα του Phantom. Για τη φωτογραφία αυτή όπως καταλαβαίνετε, χρειάστηκαν ειδικά εφέ (βραστήρας με νεράκι, κλπ.)!

Το κλασικό στυλάτο ποτήρι του κρασιού, συχνά γεμίζει με Μοσχοφίλερο και συνοδεύει τις νυχτερινές μου περιπλανήσεις στην ενδότερη καρπουζοχώρα μου. Μια γουλίτσα κρασάκι, λίγες γραμμές ακόμη στο συνοθύλευμα σκέψεων που συγκεντρώνει η σελίδα αυτή. Με ένα ποτηράκι, συνήθως έχω τελειώσει και το post (… δεν είμαι και το πιο γερό ποτήρι)! Δεν είναι εξάδα, είναι εικοσάδα, τα αγοράζω από το ΙΚΕΑ γιατί μιας και πάσχω κι εγώ από την πάθηση "πλένω ποτήρι = σπάω ποτήρι" χρειάζομαι 2-3 μέχρι να τελειώσω κάθε μπουκάλι. Φτηνό αλλά πρακτικό και από εμφάνιση «γράφει».

Τέλος, για τις μέρες με νταλκάδες και σεκλέτια κρατάω αυτό το φλυτζανάκι του καφέ. Σ’ αυτό έπινε τον ελληνικό του ο πατέρας μου. Είναι εξάδα και την έχω κλέψει από το πατρικό, αλλά τα υπόλοιπα πέντε είναι αχρησιμοποίητα. Αυτό το ένα, με το ράγισμα στο πιατελάκι και το ξεφλούδισμα στο χερουλάκι, είναι που μου κρατάει συντροφιά στις δύσκολες ώρες και στις μελαγχολικές σκέψεις. Σαν να έχω εκείνον κοντά μου.

Κι επειδή πολλά είπα και μελό κατέληξα πάλι, προσκαλώ με τη σειρά μου στο παιχνίδι αυτό, το ανατρεπτικό Monsteraki, τον μερακλή Pike και την ευαίσθητη Οφηλία
Η σκυτάλη σ’ εσάς!

Προδοσία: Ο Ιούδας φιλούσε υπέροχα


Προδοσία! Η αποποίηση κάθε ευθύνης, το απόλυτο τίποτα, το εντελώς ψεύτικο, το καταιγιστικά υπεράνω του όλου.

Προδοσία! Αυτή η λέξη τριγυρνά στο μυαλό μου αυτές τις μέρες. Οργή; Στενοχώρια; Πόνος; Απορία… Θέλω να κλάψω, θέλω να γελάσω, θέλω να φωνάξω, θέλω να βρίσω, δεν θέλω να κατηγορήσω. Θέλω απλώς για μια ακόμη φορά να καταλάβω το «γιατί».

Τελικά αυτή η λέξη πρέπει πάντα να με τυραννάει, κάθε φορά και για διαφορετικούς λόγους...

Oδηγώντας όπως πάντα στην εθνική, όπου οι σκέψεις που γράφονται εδώ συνήθως παίρνουν ζωή, αναλογιζόμουν όλα αυτά που έχουν κατά καιρούς ειπωθεί για τους προδότες της ζωής.
Είστε καλοδεχούμενοι να συμπληρώσετε…

Κι εσύ τέκνον, Βρούτε;
Την προδοσία πολλοί αγάπησαν, τον προδότη κανείς.
Το μόνο που κάποιος μπορεί να προδώσει, είναι τη συνείδησή του.


Και αναζητώντας την "ψυχολογία του προδότη" στο Google, βρήκα αυτή την αποκαλυπτική κατά τη γνώμη μου προσέγγιση...



Τα πνευματικά δικαιώματα του κειμένου που ακολουθεί, ανήκουν στη ψυχολόγο Μαρία Λασσιθιωτάκη. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2007 στον «Τυπολόγο» (www.typologos.gr).


Προδοσία: Ο χαμένος παράδεισος ή ο δρόμος της αυτονομίας;

Πώς να περιγραφεί η προδοσία; Με λέξεις αιχμηρές, με χρώμα σκοτεινό ή ματωμένο, με μουσική πένθιμη; Σαν ένας ανατέλλων ήλιος, που έδυσε αφύσικα, πριν την ώρα του;

Για κάποιους, η προδοσία σημαίνει «νιώθω παρείσακτος, ξένος, ερημωμένος, βιώνω το κενό, αδυνατώ να επιστρέψω στο σημείο εκκίνησης», λέξεις παράξενα διαφορετικές από το ίδιο το ρήμα:
Προδίδω σημαίνει δίδω πρόγευση, δίνω κάτι από πριν, αφήνω κάτι να φανεί, πώς έφτασε να σημαίνει αθετώ; Ίσως αυτή η διπλή έννοια να είναι και το διπλό μήνυμα της ίδιας της ζωής, καθώς πορεύεται εν μέσω του θανάτου.

Η προδοσία σημαίνει πάντα πτώση. Και η πτώση σημαίνει μια θέση σε κάποιο ύψος, μια θέση που ίσως δεν μας τοποθέτησε κάποιος άλλος αλλά ο ίδιος ο εαυτός μας.

Η προδοσία δεν πάει μόνη της: Υποκρισία, ψευτιά, κοροϊδία, ανεντιμότητα, αδυναμία, μικρότητα, απρέπεια, ευτέλεια, ένας ατέλειωτος κατάλογος με λέξεις επιγραμματικές, εν συντομία περιγράφει τα πέτρινα συναισθήματα, αναγκαίο ανάχωμα σε μια άνευ προηγουμένου βροχή από ματαιωμένες ελπίδες:
Σχέση, αμοιβαιότητα, μαζί, ασφάλεια, γαλήνη, βεβαιότητα, γέλιο, χαρά.

Η βροχή από ελπίδες, όσο όξινη και να αποδειχθεί, διελαύνει τη ζωή μας, κάποτε σε παθητική και καθόλου σπάνια σε ενεργητική φωνή.

Προδομένος και προδότης συναντιόνται σε δεμένες μεταξύ τους πράξεις, στην κρυμμένη αμοιβαιότητα, στο αμήχανο ερώτημα για το ποιός έκανε την αρχή αυτής της επαίσχυντης πράξης, ως παραβάτης και στο πού ακριβώς βρίσκεται η παράβαση.
Ερωτήματα που θα πυρπολήσουν σκέψεις, θα ανακαλέσουν αναμνήσεις, που θα επιβεβαιώσουν την παραπλάνηση του εαυτού από τον άλλο.

Η προδοσία μας καταδιώκει στη ζωή μας, είναι μια από τις κυρίαρχες δοκιμασίες του πόνου, η αίσθηση ότι κάποιος μας πρόδωσε, δεν ανταποκρίθηκε στις υποσχέσεις του, δεν τήρησε τις συμφωνίες μας, δεν σεβάστηκε το περιεχόμενο της σχέσης μας.
Είναι τέλος πάντων ο μόνος και αποκλειστικός παραβάτης, πολλές φορές ερήμην της επίγνωσής του.

Η προδοσία δείχνει να είναι αποτέλεσμα της φαντασίας, αυτής που υπόσχεται με ένα κλειστό κύκλωμα αναπαραγωγής ότι ποτέ δεν θα προδοθούμε, ποτέ δεν θα προδώσουμε, μιας φαντασίας που αγνοεί τα αρχέτυπα, από τον συμβολικό μύθο για την προδοσία και την πτώση των πρωτόπλαστων μέχρι τη σύγχρονη και προδοτική αμοιβαιότητα ανάμεσα στη μάνα και το παιδί της:
Αυτή ελπίζει το παιδί να εκπληρώσει τις προσδοκίες της κι αυτό ελπίζει η μάνα του να μην του φορτώνει τις δικές της επιθυμίες. Πόσο όμως ο προδομένος επιζητεί την προδοσία του; Πόσο ωθείται από δικές του διεργασίες να προδοθεί για να απαλλαγεί από το βάρος των προσδοκιών του άλλου;

Ποιές κοινές και άγνωστες δυνάμεις οδηγούν στον προδοτικό ρόλο του Ιούδα ή του άσωτου, ως αναγκαία συνθήκη του προδομένου να κατακτήσει την αυτονομία του, να βρεθεί σε ένα άλλο, κοινό σημείο μιας πιο αυθεντικής, θαρραλέας και υπεύθυνης σχέσης, εκεί που δεν θα υπάρχει τόπος για προδοσία;

Ίσως η προδοσία να γεννιέται όταν αναζητούμε την τροχιά κάποιου άλλου, για να μας θέσει σε κίνηση, τίμημα της εξάρτησής μας από αυτόν. Και τι σημαίνει, άραγε, «προδόθηκα από τα λόγια μου, με πρόδωσαν οι δυνάμεις μου ή οι κινήσεις μου» παρά την προσδοκία ότι όλοι, ακόμα και το σώμα μου, υπηρετούν σχέδια της φαντασίας μου;

Η ζωή δεν έχει ποτέ υποσχεθεί πορεία με πιστοποιημένα δικαιώματα, χωρίς εμπόδια και χωρισμούς, χωρίς ανθρώπους που θα ανακόψουν τις ευχάριστες αισθήσεις μας.
Αντίθετα, η αναζήτηση της αυτόνομης συνύπαρξης σημαίνει συνύπαρξη των αντιθέτων, πλούσια ζωή, πλούσιες σχέσεις. Και, καθώς οι σχέσεις αυξάνονται στη ζωή μας, ίσως η προδοσία να είναι το τίμημα να ανατείλει ο προσωπικός μας ήλιος, ο χώρος του εαυτού.


Γιατί δεν μπορεί να προδοθεί ο ανεξάρτητος.

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2007

Μέντορες της ζωής (και άλλες ακατάληπτες σκέψεις)


Μέντορας: ο υποστηρικτής, σύμβουλος και πνευματικός καθοδηγητής κάποιου νεότερου.


Πάντα με γοήτευε αυτή η λέξη, πάντα με γοήτευε η δυνατή της έννοια, λες και οι μέντορες στη ζωή μου, έδιναν μεγαλύτερη αξία σε εμένα, στη ζωή του νεότερου. Λες και η αξία του καθοδηγητή έδινε αξία στον καθοδηγούμενο. Και μέντορες υπήρξαν πολλοί. Και σπουδαίοι. Κι ακόμη νιώθω ότι αυτό που κάνω έχει νόημα, όταν κάποιος άξιος το υποστηρίζει και το σμιλεύει.

Είμαι εκ φύσεως αντιδραστική, αλλά εκτιμώ και σέβομαι τον σοφότερο, τον πιο έμπειρο, τον πιο έξυπνο, τον πιο υπομονετικό, τον πιο «οτιδήποτε», αρκεί να είναι για καλό και να με πηγαίνει μπροστά. Και δεν θέλω να γράψω άλλα γι’ αυτό, άλλωστε άλλοι θα με υποστηρίξουν και άλλοι θα με χλευάσουν.

… Αλλά ο πνευματικός δρόμος είναι ο μόνος δρόμος και μέσα του καταπίνει όλα τ’ άλλα. Στο βωμό του, όλα έρχονται δεύτερα. Όλα ξεκινούν από τον νου, όλα συνοψίζονται σ΄αυτόν, όλα ξυπνάνε μέσα απ’ αυτόν και όλα καταργούνται μέσω αυτού. Όλα τα μπορεί, όλα τα γιατί, όλα τα δεν και όλα τα ναι, όλα τα όχι και όλα τα πάντα. Και στο δρόμο αυτό αξίζει να είσαι μαθητής, όταν ο δάσκαλος είναι άξιος. Τουλάχιστον εγώ, τουλάχιστον σήμερα…

Δεν θα μιλήσω για τον Έναν μέντορα της ζωής μου, δεν θα μιλήσω για τους άλλους τους μικρότερους και περαστικούς. Σήμερα θέλω να μιλήσω για εκείνη…

Έχει το όνομα της Παναγιάς κι όμως τη φωνάζουν με το πιο τσαχπίνικο χαϊδευτικό.

Στην ιεραρχία, είναι προϊσταμένη - το πιο γλυκό αφεντικό. Στην ουσία είναι συνεργάτης, μερικές φορές και συνάδελφος (συν +αδελφός). Τα απογεύματα είναι φιλενάδα. Και συχνά πυκνά, τις πιο περίεργες ώρες απ’ όλες, είναι εξομολογητής. Καμιά φορά, στα πολύ δύσκολα, μεταμορφώνεται σε μάτζικα κι εγώ σε σελτσουξάσα (ξέρει εκείνη).

Η όψη της, ιδιαίτερη. Πρώτα απ’ όλα, θα πεις ότι είναι γλυκιά. Μετά, θα διαπιστώσεις πως είναι και όμορφη. Το χαμόγελό της δεν το ξεχνάς, γεμίζει άλλωστε όλα τα πρωινά μου.

Ο επαγγελματισμός της, με κάνει να ξυπνάω κάθε πρωί. Η επιβλητικότητά της, με έναν αδιόρατο τρόπο δεδομένη. Δίκαιη και συνάμα συμβιβαστική. Απαιτητική, μα ταυτόχρονα ανθρώπινη. Άνετη, ακόμη και στη μεγαλύτερη κρίση. Η φωνή της δεν τρέμει ποτέ, πάντα σταθερή. Το μυαλό της δεν λυγίζει ποτέ, πάντα ετοιμοπόλεμο. Οι κουβέντες της δεν κομπιάζουν ποτέ, πάντα ετοιμόλογη. Έξυπνη, μα ποτέ επιδεικτικά. Μέσα σ’ όλα, μα και απόμακρη όταν τη γωνιά σου τη θες μόνο για σένα. Η επινοητικότητά της ακονίζει το μυαλό μου. Κάτι μεταξύ ΟΗΕ και Κόφι Ανάν, με μαγικό τρόπο να εξομαλύνει τις διενέξεις, να ημερεύει τα πνεύματα, να χαλαρώνει τις αντιδράσεις, να εξημερώνει τις ψυχές. Η γυναίκα της χρυσής τομής, έτσι την έχω στο μυαλό μου. Από μια διευθυντική καρέκλα, μα μέσα στον κόσμο. Από το ύψος της, μα ποτέ σε απόσταση. Όσο για τη «χαριτωμενιά» της, τι να πω; Δεν ήξερα τι σημαίνει η λέξη αλλά και τη δύναμη που κρύβει η πρακτική της, μέχρι που τη γνώρισα.

Η καθημερινότητά μας, πολύπλευρη όπως κι αυτή, όπως ίσως κι εγώ, όπως ο καθένας μας.

Η ανησυχία όμως στα μάτια της, θολώνει την κρίση μου. Μέντορας είναι εκείνη… και δεν θέλω να τελειώσει, όχι ακόμα. Υπάρχουν ακόμη μαθήματα που δεν έχουν διδαχθεί. Επικαλούμαι τις ικανότητές της στη μεταμόρφωση (και πάλι ξέρει εκείνη)…

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2007

Ο Μικρός Πρίγκηπας και η αλεπού












Καλημέρα, είπε ο Μικρός Πρίγκηπας.

Καλημέρα, είπε η αλεπού.

Έλα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο Μικρός Πρίγκηπας.

Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού. Δεν με έχουν ημερώσει.

Τι πάει να πει «ημερώσει»;

Είναι κάτι που παραμελήθηκε πολύ, είπε η αλεπού. Σημαίνει «να δημιουργείς δεσμούς».

Να δημιουργείς δεσμούς;

Βέβαια, είπε η αλεπού. Για μένα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι εντελώς όμοιο μ΄άλλα εκατό χιλιάδες αγοράκια. Και δεν σε έχω ανάγκη. Για σένα, δεν είμαι παρά μια ακόμα αλεπού όμοια με εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Αν όμως με ημερώσεις, ο ένας θα έχει την ανάγκη του άλλου. Για μένα θα είσαι μοναδικός στον κόσμο. Για σένα εγώ θα είμαι μοναδική στον κόσμο.

Αν με ημερώσεις, η ζωή μου θα είναι σαν ηλιόλουστη. Θα γνωρίσω έναν κρότο από πατήματα που θα είναι διαφορετικός από όλους τους άλλους. Τ’ άλλα πατήματα με κάνουν να χώνομαι κάτω από τη γη. Το δικό σου θα με κάνει να βγαίνω από τη φωλιά μου, σαν μουσική.

Κι ύστερα κοίτα! Βλέπεις εκεί κάτω τα χωράφια με το στάρι; Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο. Τα χωράφια με το στάρι εμένα δεν μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό είναι κρίμα! Εσύ όμως έχεις μαλλιά χρώμα χρυσαφένιο. Θα είναι λοιπόν θαυμάσια όταν θα μ΄έχεις ημερώσει! Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ΄αρέσει να ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχυα…

Ετσι ο Μικρός Πρίγκηπας ημέρωσε την αλεπού. Κι όταν κόντευε πια η ώρα που θα χωρίζανε:

Αχ! είπε η αλεπού. Κλάμα που θα κάνω…

Εσύ φταις, είπε ο Μικρός Πρίγκηπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, μα εσύ θέλησες να σε ημερώσω. Και τι κέρδισες;

Κέρδισα, είπε η αλεπού, γιατί μου μένει το χρώμα του σταριού.

Αντίο, είπε η αλεπού. Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό. Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν την βλέπουν τα μάτια.

Ο καιρός που έχασες για αυτό που ημέρωσες, είναι που το κάνει να έχει τόση σημασία.


(«Ο Μικρός Πρίγκηπας», Antoine de Saint-Exupery)

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2007

Γερόλυκε της ζωής

Γερόλυκε της ζωής, εσύ ξεχασμένε πενηντάρη με την γκριζαρισμένη κοτσίδα, εσύ αιώνιε έφηβε και κουρασμένε αναζητητή, εσύ που είσαι πάντα μόνος και πιο πολύ όταν είσαι με παρέα, εσύ καπετάνιε σε φουρτούνες, εσύ καπετάνιε και σε λιμάνια, εσύ απογοητευμένε εραστή της ζωής και ειδωλολάτρη του κόσμου μας, εσύ λάτρη των ανθρώπων και γητευτή της πίκρας, εσύ που οι πορείες μας είναι παράλληλες κι ας απέχουν μερικές δεκαετίες… εσύ μου φανέρωσες την πιο μοναχική αλήθεια.

"Κι αν το φεγγάρι εκεί ψηλά στέκεται αγέρωχα ολόγιομο, ξεγυμνωμένο σε θέα κοινή, κι αν το κοιτούν τόσοι και τόσοι ανθρώποι, αυτό και πάλι μόνο μένει. Πότε πότε κρύβεται για να ανασάνει και να φανερωθεί ξανά, μα πάντα μόνο κάνει τον κύκλο του. Κι ας φέρνει άμπωτη και παλίρροια, κι ας σεληνιάζει τους παρατηρητές στα χαμηλά. Πάντα μόνο στέκεται και πάντα ψηλά και πάντα μακριά. Σαν κι εμένα."

Μια μοναχική αλήθεια που δεν ήθελα να ακούσω, σε μια μοναχική στιγμή που δεν ήθελα να ζήσω. Σε αρνήθηκα, μα λυπάμαι που μέσα απ’ τις σελίδες μου σε επιβεβαιώνω.

Γερόλυκε της ζωής, άνοιγέ μου τα μάτια, γιατί έχεις δει πολλά. Κι εγώ θα βρίσκω τον τρόπο να σε διαψεύδω.

Γερόλυκε της ζωής, το κρασί δεν το χρειάζεσαι, όπως τους ακούω να λένε, για να ξεχνάς να ζεις, αλλά για να μην ξεχνάς να θυμάσαι.

Γερόλυκε της ζωής, σε κάθε στάση μας ένα καπηλειό.

Όπου κι αν είσαι, πιάσε ένα τραγουδάκι για μένα, ένα παιδικό, το «φεγγαράκι» ίσως… κι εγώ θα αναστενάξω όπου και να 'μαι. Και θα πιω κι ένα ποτηράκι στην υγειά μας.

Εβίβα!

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2007

Ανασκαλεύοντας τα οδοιπορικά της ζωής μου

Είναι κάτι δρόμοι πλατιοί και όμορφοι που νομίζεις ότι σε οδηγούν σε ό,τι λαχτάρησες. Ασφαλτωμένοι, επαρχιακοί, με πρωινές καλημέρες και βραδινές καληνύχτες.


Είναι κάτι άλλοι, μικροί και δύσβατοι, καλντερίμια που δύσκολα τ’ ακολουθείς. Αν είσαι τυχερός όμως, θ’ ανακαλύψεις κάποιο γάργαρο ποταμάκι και θα πιεις νερό απ’ την πηγούλα.

Είναι κάποιοι δρόμοι ερημικοί, που σε κάνουν να πιστεύεις πως μετά την ταλαιπώρια θα έρθει η λύτρωση. Μετά τη μοναξιά θα βρεις θαρρείς την όαση, που δεν μπορεί να είναι μακριά. Κι έτσι δεν μετράς τις ώρες, δεν δίνεις σημασία στις οφθαλμαπάτες.

Είναι και κάτι άλλοι, σαν λεωφόροι φαρδιοί και πολυσύχναστοι, με πολλές λωρίδες κυκλοφορίας. Δυο δυο και άλλοτε τρεις μαζί, τους περπατούσαμε αυτούς τους δρόμους.

Και είναι κάποιοι δρόμοι που συναντιούνται με κάποιους άλλους και σε κάνουν να σκεφτείς πως, ναι, έχεις επιλογές για νέους μαγικούς προορισμούς. Είναι κάτι μαγεμένα σταυροδρόμια… Χάνεσαι, δεν ξέρεις πού να πρωτοπάς, κάνεις κύκλους γύρω γύρω κι εκεί που άρχισες φτάνεις ξανά. Δεν ξέρεις αν έχεις πάρει τη σωστή κατεύθυνση, δεν ξέρεις αν πέρασες απ’ όλες τις διαβάσεις, κι αν σ’ αυτές τις στροφές που δεν έστριψες καρτερούσε το ποθητό.

Και είναι και άλλοι δρόμοι, που λαχταράς να τους περπατήσεις μα τους χάνεις συνέχεια.

Και άλλοι, που τους προσπερνάς στην αρχή αδιάφορα μα αργότερα δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω και να τους βρεις ξανά.

Και είναι και άλλοι δρόμοι που φοβάσαι να τους περπατήσεις γιατί είναι σκοτεινοί και κρύβουν μυστικά.

Και φυσικά είναι κι αυτοί δρόμοι που δεν θα μάθεις ποτέ ότι υπάρχουν.

Ο κάθε δρόμος έχει το όνομά του, ο κάθε δρόμος έχει τις εικόνες του, ο κάθε δρόμος έχει τα δώρα του, έχει και τις λακκούβες του. Ο προορισμός ίδιος, μα κάθε δρόμος μοναδικός, όπως οι άνθρωποι που περνούν απ’ τη ζωή μου.

Κι εγώ με κατακόκκινο φουστάνι, συνεπαρμένη απ’ τη διαδρομή, να τους περπατάω όλους, να τους διανύω άλλοτε τρέχοντας κοιτάζοντας μόνο μπροστά και άλλοτε αργά με βήματα προσεκτικά και σιγοτραγουδώντας. Άλλοτε τυφλωμένη από το φως τους και άλλοτε με μεγεθυντικό φακό, τάχα μου για να μη χάνω τις λεπτομέρειες της ομορφιάς τους.

Όλους τους δρόμους τους αγάπησα, τις διαδρομές μου δεν τις σχεδίασα ποτέ, όπου με βγάλουν έλεγα, χάρτη δεν κράτησα ποτέ. Τα οδοιπορικά μου τα χάρηκα όλα, κι ας έχω γράψει χιλιόμετρα πολλά.

Τώρα που σταμάτησα για να ξεκουραστώ απ’ το ταξίδι (...σαν να με χτύπησαν τα κατακόκκινα τακούνια μου), μια στάση μόνο για να πάρω ανάσα, αναρωτιέμαι…

Γιατί οι δρόμοι μου δεν έχουν ποτέ σηματοδότηση;
Σ’ αυτόν τον ΚΟΚ δεν υπάρχει πουθενά ένα STOP για να έχω το νου μου;
Ένα σημαδάκι υποχρεωτικής πορείας ή επικίνδυνης στροφής;
Φανάρια δεν ζητάω, είναι πολύπλοκα και με κουράζουν.

Τουλάχιστον ένα σήμα Αδιέξοδου, βρε αδερφέ;
Για να μην χασομεράμε, δηλαδή…

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2007

Σήμερα η καρδιά μου χτυπάει στην Ηγουμενίτσα

Σήμερα η καρδιά μου χτυπάει στην Ηγουμενίτσα...


Για τις δυο μικρές δασκάλες που δίνουν τον εαυτό τους σε ένα σχολειό πολύ μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο.
Για μια χαριτωμένη γκαρσονιέρα που φιλοξενεί όλα τα όνειρα της οικουμένης.
Για τη θάλασσα που είναι τόσο ήρεμη μετά την καταιγίδα.
Για την μουντάδα του ουρανού που βάφεται στα πιο χρωματιστά γκρι.
Για τους ανθρώπους, τους τόσο χαμογελαστούς και καλοδιάθετους.
Για τις βάφλες με καρύδια και παγωτό που έχουν το πιο τραγανό ψωμάκι.
Για τις ατελείωτες ώρες οδήγησης με απίστευτο κους κους.
Για όσα μου θύμισε απ' την πατρίδα και με έκαναν να τη νοσταλγώ.
Για τον Μάνο που δεν συνάντησα ποτέ (...είναι κάτι μαγεμένα σταυροδρόμια).
Για τον παπά του μικρού χωριού που περπατούσε ανέμελος σαν να 'χε ανοίξει κουβέντα με το Θεό.
Για τα ζωντανά που ξάπλωναν στον ήλιο αγνοώντας τα αυτοκίνητα που περνούσαν δίπλα τους.
Για ένα πέτρινο σχολείο σε ένα μικρό χωριό τόσο απομονωμένο, που όμως μέσα κρύβει δεκαπέντε ζευγάρια μάτια πιο ανυπόμονα απ' όποια άλλα.

Σήμερα η καρδιά μου χτυπάει στην Ηγουμενίτσα...

Για σένα μικρή μου δασκαλίτσα, για τα άγχη σου, για το τρακ της πρώτης σου μέρας στο σχολείο, για τις ελπίδες σου να μάθουν γράμματα μια χούφτα μικρά παιδιά, για κάθε εμπόδιο που θα βρεις στο δρόμο σου και ίσως σκοντάψεις, για κάθε μέρα που θα τελειώσει με κλάμμα και δεν θα μπορώ να ανακουφίσω τα δάκριά σου, για κάθε φωτεινό χαμόγελό σου που δεν θα απολαύσω, για κάθε αστείο που δεν θα ακούσω, για καθετί της παρουσίας σου που δεν θα είναι πια καθημερινότητά μου.

Κοριτσάκι μου, να προσέχεις. Να κυνηγήσεις τα όνειρά σου, να μην εγκαταλείψεις τις προσπάθειες ούτε μια μέρα. Αυτό που κάνεις αξίζει γιατί εσύ το κάνεις τόσο σημαντικό. Μικρό κεχαριτωμένο μου πόκεμον, τόσο γλυκό και χαμογελαστό, όλα καλά θα πάνε. Μην μου αγχώνεσαι... Και για τα δύσκολα, εγώ είμαι εδώ. Και για τα ακατόρθωτα, εγώ επίσης.

Και σήμερα η καρδιά μου χτυπάει στην Ηγουμενίτσα...

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2007

Τα πιο ωραία όνειρα, τα κάνεις πάντα μεσημέρι

Επικοινωνία… Πάντα με γοήτευε αυτή η τέχνη, οι διαφορετικές της εκφάνσεις, οι τόσες της τεχνοτροπίες.

Με πόση δεξιοτεχνία πρέπει να μεταφράσεις τις σκέψεις σε λέξεις με αλληλουχία, πόσο διπλωματικά να διαλέξεις τον τόνο της φωνής πριν μιλήσεις, πόσο περίτεχνα να απελευθερώσεις τη γλώσσα του σώματος, πόσο προσεκτικά να διαλέξεις το timing για να περάσεις το μήνυμα.

Κι άλλοτε πάλι, απλώς αυθόρμητα να ανοίξεις το στόμα και να συνδέσεις online σκέψεις και λόγια. Κι ό,τι γίνει… Ή και να μην πεις τίποτα και μέσα από τη σιωπή να ειπωθούν όλα. Είναι τόσο φλύαρες αυτές οι σιωπές.

Και αν η επικοινωνία είναι επιτυχής είναι και αμφίδρομη. Ο ένας αποστέλλει μήνυμα, ο άλλος λαμβάνει, έτσι δεν μας μαθαίνουν; Συχνά πάλι πιστεύουμε ότι έχουμε προσεγγίσει το στόχο, θεωρώντας εαυτόν τέλειο πομπό, κι όμως ο δέκτης δεν έχει καταλάβει, δεν έχει κατανοήσει. Ίσως και εξεπιτούτου να έχει κατεβάσει τις κεραίες. Μονόδρομος επικοινωνία.



Σήμερα, ώρα 6 και είμαι ως συνήθως «κολλημένη» στην εθνική. Ο όμορφος νεαρός άντρας στο αυτοκίνητο πίσω μου, φανερά αργοπορημένος για τον προορισμό του, όχι νευρικός μα αντιθέτως χαλαρός, έψαχνε στους χάρτες τη διαδρομή του. Ωραίος τύπος… Τον χάζευα από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου, πώς σιγοτραγουδούσε ακούγοντας ραδιόφωνο, πώς χάζευε με τη σειρά του τα διπλανά αυτοκίνητα, πώς χαμογελούσε μιλώντας στο κινητό. Είχε κάτι ιδιαίτερο αυτή η αντανάκλαση στον καθρέφτη…

Κάποια στιγμή, αν και πίσω από γυαλιά ηλίου, τα βλέμματά μας συναντήθηκαν. Και για εκείνη τη μια στιγμή αισθάνθηκα σαν να τα είπα όλα, σαν να τα κουβεντιάσαμε όλα, σαν να ξέραμε τις ζωές ο ένας του άλλου για χρόνια πολλά. Ήταν μεθυσμένη αυτή η στιγμή, μακριά, βαθιά και έντονη. Κοίταξα από τον καθρέφτη τη πινακίδα του. Τη σημείωσα μάλιστα. Γιατί; Δεν ξέρω, σαν να σημείωνα το όνομά του, σαν να ζωγράφιζα το πρόσωπό του, σαν να έδινα αξία μεγαλύτερη στα δευτερόλεπτα, σαν να φωτογράφιζα το γενόμενο, σαν να ήθελα να αποδείξεις ότι ήταν πράγματι εκεί.

Έσκυψα κι έψαξα στη τσάντα μου απεγνωσμένα για ένα τσιγάρο. Όταν σήκωσα πάλι το βλέμμα, είχε κι αυτός ανάψει ένα. Τέλειος συγχρονισμός. Παράλογα, μια φράση μου ήρθε στο μυαλό: «Η πιο δημοκρατική στιγμή, είναι αυτή του αμοιβαίου οργασμού».

Έβγαλα φλας και άλλαξα λωρίδα. Η κίνηση είχε ήδη χαλαρώσει. Πάτησα γκάζι και δεν ξανακοίταξα πίσω. Σαν από ντροπή… Σαν να οδηγούσα γυμνή στη μέση της εθνικής.

Τα πιο ωραία όνειρα, τα κάνεις πάντα μεσημέρι…

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2007

Περί νοερής μαγειρικής ο λόγος

Σήμερα λέω να φτιάξω γεμιστά. Κι ας λένε ότι είναι καλοκαιρινό φαγητό, εγώ το προτιμώ όλο τον χρόνο… Γεμιστά, όχι από αυτά που μπαίνουν σε ταψί αλλά από αυτά που μπαίνουν σε "ζωή". Και μάλιστα με την παραδοσιακή συνταγή της γιαγιάς.

Αδειάζουμε την ψυχούλα μας με καρτερία και τέχνη για να μην χαλάσουμε το σχήμα. Εύθραυστες οι ψυχούλες σαν τις ντομάτες, και συχνά κόκκινες κόκκινες σαν πυρωμένες από την ταλαιπώρια.

Με περίσσια προσοχή φτιάχνουμε το μίγμα μας. Η συνταγή είναι ελεύθερη για αυτοσχεδιασμό. Ό,τι αποθέματα έχει ο καθένας μας χωράνε, αρκεί να αντέχει η γεύση του. Συνήθως ξεκινάμε με πολύ αισιοδοξία, βάζουμε μια πρέζα χαμόγελο, προσθέτουμε λίγη τρέλα με προσοχή να μην το παρακάνουμε, πασπαλίζουμε με εκλεκτά όνειρα και στην κορυφή ακουμπάμε την ελπίδα.

Αναμειγνύουμε σιγοτραγουδώντας για να ανακατευτούν τα υλικά, αλλά πάντα με τα ακροδάκτυλα, για να μην χάσουν το άρωμά τους. Για μυρωδικά, προσθέτουμε υπομονή και επιμονή.

Στη συνέχεια, παραγεμίζουμε την ψυχούλα μας και την σκεπάζουμε προσεκτικά μόνο με ευχάριστες αναμνήσεις. Συνοδευτικά, αντί για πατατούλες, βάζουμε λατρεμένα φιλιά.

Τη σιγοψήνουμε στο φούρνο της καθημερινότητας για να "δέσει" και να πάρει χρώμα. Όση ώρα περιμένουμε, ταξιδεύουμε στους ουρανούς γελώντας, έτσι για να πετύχει η συνταγή.

Ε voila! Έτοιμο το πιάτο μας. Το τοποθετούμε στη ζωή μας και το προσφέρουμε στους αγαπημένους. Κι άμα τελειώσει… ε, μαγειρεύουμε ξανά.

Σε δουλειά να βρισκόμαστε δηλαδή…

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2007

Ο Κόναν ο βάρβαρος και η ελληνική σημαία

(στο έργο του παραλόγου, μόνο λόγια παράλογα χωράνε)










Εσύ, που για σένα είπα ότι δεν θα γράψω ποτέ ξανά
Εσύ, που στο μυαλό μου τριγυρνάς άγρυπνα νύχτες τώρα
Εσύ, που στην ανάσα σου οι σκέψεις τρέχουν με τρελούς ρυθμούς
Εσύ, που στο κορμί φιλοξενείς όλα τα πεινασμένα πλάσματα
Εσύ, που το νόημα της ζωής σου επικεντρώνεται στη γνώση
Εσύ, μου έδειξες τον κόσμο και χάθηκα μέσα.

Στις αδιάβατες λεωφόρους που άνοιξες, εσύ
Στα θέλω που ξεφύτρωναν σε κάθε κουβέντα, εσύ
Στη φωτιά που σιγοκαίει στα δάκριά σου, εσύ
Στα χέρια τα απαλά που γίναν μαχαίρια, εσύ
Στη ζωή που μεταμορφώνεται, εσύ
Γνωρίζεις το αντίδοτο, μόνο εσύ.

Στα δυο σου μπράτσα, χαραγμένα τα απωθημένα που ξόρκισες
Αριστερά ο Κόναν ο Βάρβαρος των παιδικών σου χρόνων
Αριστερά και η ελληνική σημαία του νόστου για την πατρίδα.
Απ΄τη δεξιά, την καλή, κρατάς όσα δεν πρόφτασες ν' αγαπήσεις
Άγγελοι σε αναμονή για υπέροχα ανείπωτα λόγια.
Στα δυο σου μπράτσα είναι γραμμένα όλα.

Τατουάζ στην ψυχή, σαν χρόνια τώρα, οι δυο μορφές
Και ο Μορφέας με έχει ξεχασμένη.
Το όνομά σου αφημένο στα σεντόνια
Η μυρωδιά σε κάθε αέρα που αναπνέω.
Ευσεβείς πόθοι στο χαλασμένο μου μυαλό
Σιωπή σαν κόμπος στο λαιμό μου.

Για κάθε μέρα που περίμενα, ένα φιλί
και είναι πολλά.
Για κάθε νύχτα που δεν έζησα, έναν αναστεναγμό
και θα ξυπνήσει η γειτονιά.
Για κάθε όνειρο που δεν πρόφτασα να γκρεμίσω, ένα δάκρυ
κι ας πλημμυρίσουμε πάλι.

Για τον Κόναν της παιδικής σου καρδιάς
Για τον ήρωα της ενήλικης παρουσίας σου
Για την ελληνική σημαία της οχυρωμένης σου ψυχής
Για την αμετροέπεια των άπταιστων ελληνικών σου
Ένα ξόρκι… Τη νυχτερίδα του άλλου σου μπράτσου.
Για να εξολοθρεύει τους αιχμαλώτους που παίρνεις τις νύχτες.

Για κάθε άντρα στο δρόμο μου, το ίδιο πρότυπο
Και το καλούπι σου σπασμένο.
Παρτίδα από σκάκι ξεχασμένη στη μέση
Κι εγώ θέλω να παίξω.
Οι πιο δικοί μου άνθρωποι αφοσιωμένοι στο βλέμμα σου
Από μακριά, ξέμεινα όλους να σας αγαπώ.