Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2007

Ο Κόναν ο βάρβαρος και η ελληνική σημαία

(στο έργο του παραλόγου, μόνο λόγια παράλογα χωράνε)










Εσύ, που για σένα είπα ότι δεν θα γράψω ποτέ ξανά
Εσύ, που στο μυαλό μου τριγυρνάς άγρυπνα νύχτες τώρα
Εσύ, που στην ανάσα σου οι σκέψεις τρέχουν με τρελούς ρυθμούς
Εσύ, που στο κορμί φιλοξενείς όλα τα πεινασμένα πλάσματα
Εσύ, που το νόημα της ζωής σου επικεντρώνεται στη γνώση
Εσύ, μου έδειξες τον κόσμο και χάθηκα μέσα.

Στις αδιάβατες λεωφόρους που άνοιξες, εσύ
Στα θέλω που ξεφύτρωναν σε κάθε κουβέντα, εσύ
Στη φωτιά που σιγοκαίει στα δάκριά σου, εσύ
Στα χέρια τα απαλά που γίναν μαχαίρια, εσύ
Στη ζωή που μεταμορφώνεται, εσύ
Γνωρίζεις το αντίδοτο, μόνο εσύ.

Στα δυο σου μπράτσα, χαραγμένα τα απωθημένα που ξόρκισες
Αριστερά ο Κόναν ο Βάρβαρος των παιδικών σου χρόνων
Αριστερά και η ελληνική σημαία του νόστου για την πατρίδα.
Απ΄τη δεξιά, την καλή, κρατάς όσα δεν πρόφτασες ν' αγαπήσεις
Άγγελοι σε αναμονή για υπέροχα ανείπωτα λόγια.
Στα δυο σου μπράτσα είναι γραμμένα όλα.

Τατουάζ στην ψυχή, σαν χρόνια τώρα, οι δυο μορφές
Και ο Μορφέας με έχει ξεχασμένη.
Το όνομά σου αφημένο στα σεντόνια
Η μυρωδιά σε κάθε αέρα που αναπνέω.
Ευσεβείς πόθοι στο χαλασμένο μου μυαλό
Σιωπή σαν κόμπος στο λαιμό μου.

Για κάθε μέρα που περίμενα, ένα φιλί
και είναι πολλά.
Για κάθε νύχτα που δεν έζησα, έναν αναστεναγμό
και θα ξυπνήσει η γειτονιά.
Για κάθε όνειρο που δεν πρόφτασα να γκρεμίσω, ένα δάκρυ
κι ας πλημμυρίσουμε πάλι.

Για τον Κόναν της παιδικής σου καρδιάς
Για τον ήρωα της ενήλικης παρουσίας σου
Για την ελληνική σημαία της οχυρωμένης σου ψυχής
Για την αμετροέπεια των άπταιστων ελληνικών σου
Ένα ξόρκι… Τη νυχτερίδα του άλλου σου μπράτσου.
Για να εξολοθρεύει τους αιχμαλώτους που παίρνεις τις νύχτες.

Για κάθε άντρα στο δρόμο μου, το ίδιο πρότυπο
Και το καλούπι σου σπασμένο.
Παρτίδα από σκάκι ξεχασμένη στη μέση
Κι εγώ θέλω να παίξω.
Οι πιο δικοί μου άνθρωποι αφοσιωμένοι στο βλέμμα σου
Από μακριά, ξέμεινα όλους να σας αγαπώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: