Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2007

Φεύγω

Επιτέλους φεύγω.


Θα πάρω τα βουνά.

Θα σκαρφαλώσω σε μια βουνοκορφή και θ’ ατενίζω τον ουρανό.

Θα απομονώσω τους ήχους της πόλης και θα επιτρέψω μόνο στον άνεμο να μου χαϊδεύει τ’ αυτιά.

Θα βγάλω το χοντρό μου πανωφόρι και θα αφήσω το κρύο να περονιάσει όλα μου τα κόκαλα.

Κι όταν η συνείδηση του «πρέπει» μουδιάσει από την παγωνιά, θα αναπολήσω τα πεπραγμένα του χρόνου.

Θα θυμηθώ ότι είμαι ακόμη άνθρωπος κι αξίζω όσο τα δέντρα και τα άστρα.

Και τότε, θα πλέξω παραμύθια για τον καινούριο χρόνο που έρχεται.

Συννεφοπερπατώντας, θα βρω το δρόμο για το καταφύγιο των ονείρων.

Θα αφήσω τη ψυχή μου ελεύθερη, πετώντας να βρει τον προορισμό της.

Σε μια βουνοκορφή, θα ξαναγγεννηθώ.

Και μετά, θα επιστρέψω στη νέα μου πραγματικότητα.

Σύντομα, πολύ σύντομα θα ξαναβρεθούμε. Λίγες μέρες θα είναι μόνο…

Μέχρι τότε, να είστε όλοι καλά.

Στίχοι λυπημένοι

Adonio, σε ευχαριστώ για την πρόσκληση.

Μα θα μείνω κι εγώ στα τραγούδια που με κάνουν να μελαγχολώ. Γιατί αυτές τις ώρες της μελαγχολίας, οι στίχοι έχουν μεγαλύτερη αξία και οι μελωδίες κυλούν πιο βαθιά μέσα μου.

Τρία ελληνικά και τρία ξένα τραγούδια γράφω και μαζί τους στίχους που αγαπώ από αυτά. Είναι και άλλα πολλά, αλλά θα ακολουθήσω το feeling της στιγμής…

Με η σειρά μου προσκαλώ pike, roadartist και raslowbap...

Ο Προσκυνητής (Αλκίνοος Ιωαννίδης)

Κάποιος είπε πως ο δρόμος είναι η φλέβα της φωτιάς
ψυχή μου πάντα να κυλάς
Κάποιος είπε πως ταξίδι είναι μόνο η προσευχή
καρδιά μου να 'σαι ζωντανή

Κάποιος είπε πως η αγάπη σ' ένα αστέρι κατοικεί
αύριο βράδυ θα 'μαι εκεί
Κάποιος είπε πως ο έρωτας για μια στιγμή κρατά
αύριο βράδυ θα'ναι αργά


Το παλιό μου παλτό (Χρήστος Δάντης)

Έχω πέσει και κλαίω στο παλιό μου παλτό
που το είχα ξεχάσει στο πατάρι κλειστό

Πόσες κρύες στιγμές στη καρδιά μου ζεστές
μέσα στο σινεμά και στους δρόμους μετά
μου 'μαθε τα ταξίδια να αλητεύω εν ψυχρώ
να περνάω καλά και με χάλια καιρό
το παλιό μου παλτό

Πώς περάσαν τα χρόνια τι είναι αυτά που φορώ
ποιο σατέν ποιο μετάξι θα με βγάλει χορό
το παλιό μου παλτό το χαρίζω σε σένα
να προσέχεις μικρή μου γιατί μοιάζει σ' εμένα


Δε φταίω εγώ που μεγαλώνω (Λαθρεπιβάτες)

Δε φταίω εγώ που μεγαλώνω
Χτυπάει πισώπλατα ο χρόνος
Δε φταίω εγώ που μεγαλώνω
Φταίει η ζωή που είναι μικρή

Φτιασίδι ερωτικό
που θα φοράει το αύριο
Στις πιάτσες της βροχής
που θα πουλιέται Σάββατο


Ironic (Alanis Morissette)

It's a traffic jam when you're already late
It's a no-smoking sign on your cigarette break
It's like ten thousand spoons when all you need is a knife
It's meeting the man of my dreams
And then meeting his beautiful wife

And isn't it ironic... don't you think
A little too ironic... and yeah I really do think...

Well life has a funny way of sneaking up on you
When you think everything's okay and everything's going right
And life has a funny way
of helping you out when You think everything's gone wrong
and everything blows up In your face


Imagine (John Lennon)

Imagine there's no Heaven
It's easy if you try
No hell below us
Above us only sky
Imagine all the people Living for today

You may say that I'm a dreamer
But I'm not the only one
I hope someday you'll join us
And the world will live as one


Don't Speak (No Doubt)

Our memories
Well, they can be inviting
But some are altogether Mighty frightening
As we die, both you and I
With my head in my hands I sit and cry

Don't speak
I know just what you're saying
So please stop explaining
Don't tell me cause it hurts
Don't speak I know what you're thinking
I don't need your reasons
Don't tell me cause it hurts

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2007

Γενέθλια: με πινακίδες νέον θα ντύσω τα όνειρά μου





Τριάντα αργύρια χάρισα στο χρόνο για να προσπεράσει
τη μέρα τούτη. Κι αυτός δεν δέχτηκε την προδοσία. Μου χαμογέλασε λοξά και μου έκλεισε το μάτι. Ακούραστος ο χρόνος και σατράπης, δεν κάνει λάθη στο μέτρημα ποτέ.

Τριάντα χρόνια κλείνω σήμερα, ζωής. Μα σήμερα, δεν με πειράζει.

Δεν με φοβίζει σήμερα ο χρόνος. Δεν με φοβίζουν οι ευχές, δεν με φοβίζουν τα κεράκια. Γελάω...

Κι ας βρήκα σήμερα την πρώτη άσπρη τρίχα στα μαλλιά μου, δεν με πειράζει. Τα βάφω, έτσι κι αλλιώς. Θα μου ξέφυγε μάλλον στη βαφή.

Έτσι θα κάνω από εδώ και πέρα.

Θα βάφω όσα ξεβάφουν, και θα τα βάφω με χρώματα έντονα και ζωηρά. Με παιδικούς ανεξίτηλους μαρκαδόρους θα χρωματίζω τα όνειρα και θα υπογράφω την πραγματικότητα. Με νέον πινακίδες θα αναρτήσω στην καθημερινότητα τα θέλω μου, για να αναβοσβήνουν και να μην ξεχνιούνται. Σαν φάρος να με οδηγούν στη ζωή μέχρι να τα κατακτήσω. Και ο χρόνος θα κυλά, αλλά θα μ’ αρέσει.

Ένα κουτί ανεξίτηλους μαρκαδόρους κάνω δώρο φέτος στον εαυτό μου. Τέρμα πια οι νερομπογιές που ξεπλένονται εύκολα με δάκρια. Δεν θέλω πια τα χρώματα της ζωής μου να ξεθωριάζουν, οι στιγμές μου να κιτρινίζουν και να θολώνουν. Όχι, τέρμα και στα παστέλ.

Θα βάψω με φούξια χρώμα στο κούτελο το 30 και θα πορεύομαι με το μέτωπο ψηλά. Τέρμα οι κρίσεις ηλικίας…
Και γιατί όχι; Mπορεί να βάψω και μια τούφα απ’ τα μαλλιά μου. Ναι ναι, φούξια! Έτσι, για να είμαι σίγουρη πως ακόμη ξεχωρίζω …

Χρόνια μου αληθινά, χρωματιστά και έντονα. Χρόνια μου φούξια!

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2007

Φιλοξενώντας έναν στοχαστή



Θα έρθει η μέρα που,
αφού θα έχουμε υποτάξει
το διάστημα,
τους ανέμους,
τις παλίρροιες
και τη βαρύτητα,
θα υποτάξουμε για χάρη της ψυχής του ανθρώπου
τις αδιερεύνητες δυνάμεις της αγάπης.
Κι εκείνη τη μέρα,
για δεύτερη φορά
στην εξελικτική πορεία του ανθρώπινου είδους,
θα έχουμε ανακαλύψει τη ΦΩΤΙΑ.

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2007

Θεομηνίες

(αφιερωμένο στους εκάστοτε άνωθεν)


Κάψτε τα όλα… Στην πυρά!
Εγώ θα αντέχω. Θα σβήνω τις φλόγες με το πείσμα μου και θα γεννιέμαι κάθε μέρα πιο λαμπερή.

Βροντήξτε τα όλα...
Οι καταιγίδες με κάνουν δυνατή. Ρουφάω τη δύναμη των κεραυνών και παίζω κρυφτό με την αντάρα. Ποτέ δεν κρύβομαι εγώ. Πάντα τα «φυλάω» και σώζομαι από τους κρυμμένους.

Σπάστε τα όλα…
Δεν είμαι φτιαγμένη από γυαλί, να γίνομαι χίλια κομμάτια στα καμώματά σας.

Σκίστε τα όλα…
Το αίμα μου καίει και κλείνει όλες οι πληγές. Ουλές δεν μένουν, το δέρμα μου είναι σκληρό. Και το μυαλό μου πάντα προσαρμόζεται.

Σβήστε τα όλα…
Η μνήμη μου είναι επιλεκτική. Θυμάμαι μόνο τα καλά. Τα άλλα τα ξεχνώ… Τα άλλα; Ποιά άλλα;

Φάτε τα όλα…
Δεν θα πεινάσω εγώ. Με τα όνειρα τρέφομαι, και όχι με τις προσδοκίες. Μόνο η φαντασία μου μπορεί να με απογοητεύσει.

Διαλέξτε ελεύθερα…
Δεν θα παρεξηγηθώ. Στο «α μπε μπα μπλομ» ποτέ δεν ήμουνα καλή. Αλλά όταν στρίψετε το νόμισμα, η τύχη είναι με το μέρος μου.

Λιθοβολήστε μας…
Γελάω, σαν να παίζουμε χιονοπόλεμο τον κρύο χειμώνα.

Ποδοπατήστε με άνεση τα κορμιά μας, δεν πειράζει...
Έχω μάθει να αναπνέω, όσα βάρη και να πλακώνουν την ψυχή μου. Και μετά να ξυπνώ χαμογελαστή, σαν μεθυσμένη από το οξυγόνο.

Σας προκαλώ…
Εγώ θα επιβιώνω. Για τους άλλους, δεν ξέρω αν θ’ αντέξουν…

Πιστά δική σας,
Μια μαριονέτα.

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2007

Μέθυσα κι απόψε















(απαντώντας με μεθυσμένα λόγια στην πρόσκληση του Adonio)

Κάθε μέρα είμαι μεθυσμένη.


Μεθώ με τους ανθρώπους. Με τις μορφές τους, τις ιδιαιτερότητές τους, τα μυστικά τους.

Με μεθά κάθε προσπάθεια να αποχαρακτηρίσω τις κινήσεις τους, να δω μέσα στο μυαλό τους. Με μεθούν οι σκέψεις τους, αυτές που δεν ξέρω και μαντεύω. Τι ονειρεύονται, γιατί γελούν λοξά, γιατί γουρλώνουν τα μάτια διαβάζοντας την εφημερίδα, γιατί σοβαρεύουν απότομα μιλώντας στο τηλέφωνο, σε ποιά σύννεφα περπατούν όταν αγναντεύουν το σκοτάδι απ΄ το παράθυρο του μετρό.

Μεθυστικές υπάρξεις οι άνθρωποι. Όλοι τους.

Οι κυρίες που περπατούν γρήγορα στο δρόμο για να προλάβουν τα ψώνια της ημέρας, οι κουστουμαρισμένοι άντρες με τους χαρτοφύλακες στο χέρι που δεν τους φτάνουν τα λεπτά και οι ώρες, οι όμορφες έφηβες στα δρομάκια του κέντρου που κοιτούν τις βιτρίνες με μάτια αχόρταγα, οι νταήδες της πόλης που φτύνουν στο πεζοδρόμιο επιδεικτικά, τα παιδιά που κλαίνε και όταν τους γελάς κρύβονται πίσω απ΄ το φουστάνι της μαμάς, οι μοιραίες της πλάσης που αφήνουν το άρωμά τους περνώντας δίπλα σου και το μυρίζεις ακόμη τετράγωνα μακριά, οι τσαμπουκαλήδες με τα κόκκινα μάγουλα όταν θυμώνουν, οι οδηγοί που κορνάρουν για να τους ακούσει η οικουμένη όλη.

Χαζεύω με τους ανθρώπους. Ζαλίζομαι στον απόηχό τους.

Μεθώ με τη βουβή παράσταση που ανεβαίνει στην πόλη τούτη. Κι εγώ να μην παίζω, να είμαι θεατής και να αποκρυπτογραφώ «τι θέλει να πει ο ποιητής» σε κάθε κίνηση και εικόνα. Και μετά, να παίρνω το ρόλο του υποβολέα στον μυαλό μου και να κάνω σενάρια για όσα παρακολουθώ, να φαντάζομαι για κάθε άνθρωπο πού μένει, τι φοράει τις νύχτες όταν ξαπλώνει, ποιόν πάει να συναντήσει, πόσοι του τηλεφωνούν την ημέρα της γιορτής του.

Με υπνωτίζουν οι σκιές των ανθρώπων, αυτή η απατηλή επιβεβαίωση της ύπαρξης μας.

Με παρασύρουν οι ανάσες τους, τα καρδιοχτύπια τους, ο φόβος που οσφραίνομαι όταν τους προσπερνώ, η άνεση που έχουν κάποιοι άλλοι, τα χρώματα της αύρας τους, οι εσωτερικοί τους διχασμοί. Με μεθά ο τρόπος που φτερνίζονται, που αντιδρούν στη σιωπή, που κλαίνε στο θάνατο, που αγαλλιάζουν στην αγκαλιά, που αντιστέκονται στη θλίψη, που παραδίνονται στην ευτυχία, που χαϊδεύουν, που αγανακτούν.

Με μεθά να παραβιάζω αυτή τη «νοητή φουσκάλα» που περιβάλλει τον καθένα μας και να τρυπώνω στις πιο μύχιες σκέψεις τους, στα πιο δειλά συναισθήματα, στα πιο κρυμμένα εγώ και πιο μακρινά θέλω. Και μετά, να πλάθω ιστορίες.

Από μακριά, να τους παρακολουθώ και να τους μαθαίνω.
Για να καταλήξω κάθε φορά στο ίδιο συμπέρασμα.
Μόνο οι άνθρωποι δεν θα πάψουν ποτέ να με εκπλήσσουν.

Μεθώ με τους ανθρώπους…

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2007

Τατουάζ στη ψυχή

Τον σεβόταν. Ναι, πάνω απ’ όλα τον σεβόταν. Υπήρξε δάσκαλος και γητευτής της από κοριτσάκι.

Κάθε πρωί του έφτιαχνε καφέ και τον φιλούσε καρτερικά στο μέτωπο. Έσκυβε και ευλαβικά σαν σε ιεροτελεστία τον ακουμπούσε στο σημείο της ενόρασης, λες και προσπαθούσε να δει τι έχει μέσα στο μυαλό του. Ένα φιλί, το μόνο άγγιγμα, αυτό το φιλί. Στο μέτωπο.

Εκείνος την αγνοούσε. Την αγνοούσε κάθε πρωί. Έπινε τον καφέ του και έπεφτε με τα μούτρα στη γραφή. Μόνο εκεί ξεχνιόταν, μόνο για εκεί ζούσε. Όλα τα άλλα δεν είχαν σημασία, από εκείνη τη μέρα γενεθλίων του που καθηλώθηκε στην τροχήλατη καρέκλα. Δεν ένιωθε τον εαυτό του άντρα από καιρό. Μόνο στα γραπτά του ξεχνιόταν και μονολογώντας παραληρούσε για τον έρωτα, για τα φιλιά, για τα πάθη και τον κάματο των κορμιών. Δεν ήταν τίποτα, μηχανικά τα έκανε όλα, όσα μπορούσε πια να κάνει. Δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν, δεν ζούσε. Μόνο έγραφε… Πότε πότε τον έπαιρνε ο ύπνος πάνω σε μια κόλλα χαρτί, άλλοτε λευκή, συνήθως μουτζουρωμένη ή με ασυναρτησίες. Έγραφε για να θυμάται, και ζούσε σε ό,τι έγραφε.

Εκείνη πάλι, τον ένιωθε σε όλο το σπίτι. Έκανε τις δουλειές της και μετά καθόταν δίπλα στο τζάκι διαβάζοντας τα βιβλία του για την αγάπη. Έτσι πίστευε πως τον είχε ακόμη δικό της. Γιατί οι δυο φράσεις που αντάλλασαν πια τη μέρα δεν ήταν αρκετές: «Ο καφές σου, αγάπη μου» και ένα φιλί στο μέτωπο… και «Καληνύχτα, μωρό μου» κι άλλο ένα... Διάβαζε, σαν εκεί μέσα να αιχμαλώτιζε την καρδιά του που κάποτε ήταν ακόμη ανοιχτή γι’ αυτήν. Και το κορμί του, που ακόμη το ποθούσε.

Και όταν έκλεινε τα μάτια, όταν πήγαινε στο διπλό κρεβάτι και άκουγε από το διπλανό δωμάτιο τις μουτζουρωμένες κόλλες να τσαλακώνονται και να πετιούνται σ το καλάθι, ένα πράγμα σκεφτόταν. Πώς θα μπορούσε να του δώσει την έμπνευση, να τον κάνει εραστή ξανά. Σκεφτόταν μόνο, τα δυο χείλη πάνω στην κοιλιά της, βασανιστικά να ταξιδεύουν στο κάτασπρό της δέρμα, να λιγώνουν πυρακτωμένα από την ηδονή μέχρι να φτάσουν στο δώρο της για τα γενέθλιά του εκείνο το βράδυ, το δώρο της που δεν θα έβλεπε ποτέ: Με ανεξίτηλο μελάνι γραμμένο το όνομά του πάνω στο κορμί της.

Αλλά έτσι είναι και η ζωή… Σε σημαδεύει στα πιο απόκρυφά σου μέρη για να σου προσφέρει τόσο λίγα… Κι εσύ να μένεις εκεί, μ’ ένα φιλί στο μέτωπο, ταγμένη να ξεχνάς όλα τα ποθημένα…

Μαστορέματα αυστηρώς ακατάλληλα






Άνοιξα την πόρτα για να μπω στο γραφείο και έπεσα επάνω σου. Κυριολεκτικά προσγειώθηκα στα χέρια σου. Με κοίταξες στα μάτια. Αμηχανία.
«Καλημέρα» μου είπες γελώντας.
«Καλημέρα» είπα κι εγώ και ξέχασα να ανασάνω.

Χάθηκα στο βλέμμα σου.

Μετά από ώρα σε πλησίασα.
«Καφεδάκι;» είπα.
«Ναι, σ' ευχαριστώ.»
Μια κουβέντα, το ίδιο βλέμμα, ένα λοξό χαμόγελο και το όνομά σου, αυτό του κατακτητή, να ακούγεται από τους άλλους τεχνίτες...

Χάθηκα στο όνομά σου.

Ανεβοκατέβαινες τις σκάλες κουβαλώντας τα ξύλα. Με κοίταζες κάθε φορά που περνούσες από το γραφείο μου, μια κλεφτή ματιά, ίσα για να την αφουγκραστώ και να σηκώσω τα μάτια από το πληκτρολόγιο. Και ώσπου να σηκώσω το κεφάλι, είχες φύγει ξανά και ξανά.

Χάθηκα στον απόηχο της κίνησής σου.

Δεν ξέρω τίποτα άλλο για σένα… Το βλέμμα σου, το όνομά σου και τον ήχο που κάνουν τα αθλητικά σου παπούτσια ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας τις μαρμάρινες σκάλες.
Κολασμένα μπράτσα, δυνατά πόδια, σμιλεμένους κοιλιακούς μέσα από τη μπλούζα που ανασηκωνόταν τυχαία σε κάθε κίνηση της δουλειάς σου, όχι, δεν είμαι σίγουρη πως είχες. Δεν είδα, δεν πρόσεξα. Εγκλωβίστηκα στο βλέμμα σου.

Ζαλίστηκα σε ένα ζευγάρι σκούρα μάτια, σκοτεινά και φωτεινά μαζί - πώς γίνεται άραγε αυτό; Φλύαρα μάτια, παιχνιδιάρικα αλλά και μυστηριώδη. Γατίσια μάτια αλλά και μικρού παιδιού. Μάτια δίχως ηλικία, δίχως όρια και περιορισμούς. Μάτια που κοιτούν ευθεία, που δεν σηκώνουν αντιρρήσεις, που διεκδικούν, μάτια κατακτητή.

Αργά το απόγευμα σε ξαναείδα.
«Φεύγεις;» σε ρώτησα.
«Δυστυχώς.» μου απάντησες.
Με κοίταξες και πάγωσε ο χρόνος. Όταν ξεθόλωσε το μυαλό μου, είχες κλείσει την πόρτα πίσω σου. Κι έμεινα να κοιτάω την κλειστή πόρτα και να βλέπω το βλέμμα σου, να ακούω το όνομά σου και να φαντάζομαι τα γρήγορα βήματά σου.

Και μετά ξανά μπροστά στο πληκτρολόγιο… Deponάκι για τη ζαλάδα και εργασιοθεραπεία.

Αχ, μαστορέματα που θα κάναμε μαζί…
Προς το παρόν... DIY!

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2007

Αγαπημένε Αϊ Βασίλη: κι ο άγιος, φοβέρα θέλει


Αγαπημένε Άγιε μου Βασίλη,

Σου στέλνω ένα γράμμα νωρίς φέτος, γιατί αν και ο χρόνος δεν έχει ακόμη τελειώσει εγώ νιώθω ήδη κουρασμένη απ’ αυτόν.

Στο στέλνω στην ίδια διεύθυνση όπως κάθε χρόνο, σε κόκκινο χαρτί γραμμένο με γράμματα λευκά, έτσι όπως σου αρέσει. Με σοκολατένια φιλιά να στολίζουν τον φάκελο και με χρυσή κορδέλα τυλιγμένο, αρωματισμένο με κανέλα και πασπαλισμένο με χιόνι από βανίλια.

Επικαλούμαι την καλοσύνη που συνοδεύει την πολλά υποσχόμενη κόκκινη στολή σου και σου φωνάζω «τα θέλω όλα πίσω»… Γιατί, χαμογελαστέ απρομάλλη μου παππούλη, κάπου μπερδεύτηκες φέτος. Και δεν μου έφερες την ευτυχία που ζήτησα, μόνο σκοτούρες και σεκλέτια. Και δεν μου άφησες την ευτυχία που είχα, μόνο την πήρες πίσω. Κι εγώ θέλω να τα ‘χουμε καλά του χρόνου. Γιατί φέτος σου έχω θυμώσει. Και σου έχω θυμώσει πολύ.

Κι αν πάλι έχεις κάτι καλό περίσσευμα, δεν θα πω όχι, αλλά ζητώ πρωτίστως τα κεκτημένα και χαμένα από αυτή τη δύσκολη χρονιά. Γιατί δούλεψα γι’ αυτά και γιατί τ’ αξίζω…

Και αν και είμαι συνήθως καλό παιδάκι, σήμερα μπορεί να σου φανώ κακό, αχάριστο και ξινισμένο. Αλλά και ο άγιος, φοβέρα θέλει…

Και αν δεν τα καταφέρουμε και πάλι, θα σου θυμώσω ακόμη πιο πολύ. Και δεν θα σε κεράσω γαλατάκι και μπισκότα, και θα ξεχάσω και αναμμένο το τζάκι τη νύχτα στο τελείωμα του χρόνου.

Σου κάνω λοιπόν παραγγελιά, έτσι για να εξηγούμαστε.

Η φαντασμένη Καρπουζένια σου με τα κουκούτσια της


Υ.Γ. 1 Αν μπορείς να πάρεις πίσω και τα τρία παραπανίσια κιλά, αν και ξέρω ότι και γι’ αυτά δούλεψα πολύ και τα αξίζω, να σου στείλω κι ένα φιλί ακόμα.

Υ.Γ.2 Χαιρετισμούς στην κυρία σου.

Χάντρες













Χάντρες τα μάτια σου, γαλάζιες φωτεινές
σαν με κοιτούν μου κόβουν την ανάσα.
Χάντρες τα μάτια σου, πράσινες αινιγματικές
σαν με κοιτούν μου κόβουν την ανάσα.
Χάντρες τα μάτια σου, καφετιές διαπεραστικές
σαν με κοιτούν μου κόβουν την ανάσα.
Χάντρες τα μάτια σου, μαύρες σκοτεινές
σαν με κοιτούν μου κόβουν τη ανάσα.

Χάντρες τα δάκριά σας, διάφανες ζεστές
σαν τις κοιτώ ξεμένω από ανάσα.

Χάντρες… μην με κοιτάτε πια
σε κομμάτια χάντρες η ψυχή μου ράγισε.