Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2008

Run Forrest, run…

















Θέλω να το σκάσω από το χιούμορ σου…
Από το βλέμμα σου, από τη φωνή σου.
Να απομακρυνθώ από τη σκέψη σου, από το κρεβάτι σου κι από όσα θα 'θελα να ζούμε μαζί.


Να βρω παράθυρο και με σεντόνι να καταρριχηθώ από τις άμυνες του μυαλού μου.
Και με κουτρουβάλες αδέξιες να φτάσω μέσα σου, μα πιο βαθιά απ' την αγκαλιά σου.

Δεν μου ταιριάζει, ρε μωρό μου, κάθε μέρα να υποχωρώ… μήπως μια και καλή να το βάλεις στα πόδια;


...κι όλα αυτά θα είχαν νόημα, αν δεν με είχες προλάβει.


Υ.Γ. Μπορείς. Θέλεις;

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Προσεχώς...




Με φωτεινή κιμωλία, γράφω παράθυρα.

Όλη μέρα σήμερα, παράθυρα γράφω. Και κοιτάζοντας μέσα στο μυαλό τα περασμένα, μοιάζουν με ντοκιμαντέρ χωρίς μοντάζ...

Άνθρωποι, άνθρωποι, άνθρωποι...

Κι ας πονάει να αγαπάς, πιο δύσκολο είναι να αγαπιέσαι.

Για εσάς που περάσατε απ’ το φιλμ μου, πρωταγωνιστές, γκεστ και κομπάρσοι, ένα λεπτό σιωπής. Θα κρατήσω την ανάσα μου για να σας δώσω υπόσταση ξανά, μέσα από το παραλήρημα της άπνοιας.

Γιατί εσείς με μάθατε να είμαι εγώ.

Όσο για τους… κασκαντέρ, εσείς με μάθατε να μ’ αρέσει κιόλας.

Πόσο υπέροχο να σ’ αγαπούν…

Με φωτεινή κιμωλία σήμερα γράφω και παντζούρια. Και κλείνω τις μνήμες μην τύχει και ξεχαστούν με τον χρόνο. Και τις αμπαρώνω με κόκκινη κορδέλα. Δώρου. Για να την ξεδιπλώσω στα γεράματα και να χαρώ ξανά.

Πόσο έχω αγαπηθεί… Πόσο έχω αγαπήσει…

Φώτα. Κάμερα. Πάμε. Σε λίγο βγαίνω…

Προσεχώς… 31 χρόνια Γυναίκα.

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

Φονικό










Σε ένα γλυκό όνειρο θα σε σκοτώσω απόψε.

Θα πάρω το κορμί σου αγκαλιά και θα μπολιάσω τα χέρια μου με τη ψυχή σου.

Και κουταλάκια θα μείνουμε, μέχρι να κυλήσει μέσα μας το αίμα καυτό.

Θα σε σκοτώσω σήμερα από έρωτα.

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008

Αντίστροφη ψυχολογία

















Είμαι χαρούμενη.
Στ’ αλήθεια είμαι χαρούμενη.
Μέσα μου χαρούμενη και έξω μου χαρούμενη.
Νιώθω χαρούμενη και δείχνω χαρούμενη.

Είμαι χαρούμενη.
Είμαι χαρούμενη.
Είμαι χαρούμενη.
Είμαι χαρούμενη.
Είμαι χαρούμενη.
Είμαι χαρούμενη.
Είμαι χαρούμενη.
Είμαι χαρούμενη.
Είμαι χαρούμενη.
Είμαι χαρούμενη.
Είμαι χαρούμενη.
Είμαι χαρούμενη.
Είμαι χαρούμενη.
Είμαι χαρούμενη.
Είμαι χαρούμενη.

Πόσες φορές πρέπει να το γράψω για να το πιστέψω κι εγώ;

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2008

Γλωσσοδέτες

















Πώς είναι να σου δένεται η γλώσσα; Να μπερδεύεται και να μην μπορεί να αρθρώσει λέξη; Να θέλει κάτι να πει, να ξέρει τι θέλει να πει, και να συναντά λεκτικούς φραγμούς. Να διπλώνεται και να ξεχνά τα λόγια.


Και κάτι λάθος φορές να κάνει και σαρδάμ. Να θέλει να μιλήσει λέξεις και άλλα να λέει. Και να σε παίρνουν τα γέλια. Να καταλαβαίνει ο άλλος τι εννοείς, κι ας βγάζεις ήχους ακατανόητους, ήχους μπερδεμένους.

Να διαβάζει τα χείλη σου και να μην βγάζει λέξεις. Μα αν αφουγκράζεται μόνο, να ακούει την αλήθεια σου κι ας μην λέγεται.


Πώς είναι να σου δένεται η ψυχή; Να μπερδεύεται και να μην μπορεί να εκφράσει αισθήματα; Να θέλει κάτι να νιώσει, να ξέρει τι θέλει να νιώσει, και να συναντά λογικούς φραγμούς. Να διπλώνεται και να ξεχνά να βιώνει.

Και κάτι λάθος φορές να κάνει και σαρδάμ. Να θέλει να εκφράσει αισθήματα και άλλα να δείχνει. Και να σε παίρνουν τα κλάμματα. Να καταλαβαίνει ο άλλος τι νιώθεις, κι ας κάνεις κινήσεις άγαρμπες, κινήσεις μπερδεμένες.

Να διαβάζει τα μάτια σου και να μην βγάζει αισθήματα. Μα αν αφουγκράζεται μόνο, να νιώθει την ψυχή σου κι ας μην αφήνεται.


Γλωσσοδέτες… της ψυχής. Να θες να κρυφτείς και να μην μπορείς.

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2008

Φωτογραφίζοντας την απουσία

















Ο καπνός να στολίζει το κορμί με δαχτυλίδια. Και μετά να κάνει γραμμές στο φόντο και να χάνεται ψηλά. Στο ταβάνι.

Να καίγονται τα δάχτυλα στο φίλτρο για κάθε τσιγάρο που τελειώνει. Να καίγεται το μυαλό. Να τσούζουν τα μάτια απ’ τον καπνό που χάνεται. Να καταπίνει το μυαλό τις σκέψεις πριν στεριώσουν.

Άδειες σκέψεις, σκοτάδι και γύμνια.

Η αλήθεια να κάνει βόλτες γυμνή. Και το κορμί να βουλιάζει και να μικραίνει μέσα της. Να ρουφάει τον πόνο της και να τελειώνει. Σαν το τσιγάρο.

Και η μοναξιά να τα αγκαλιάζει όλα σαν το σκοτάδι. Να χορεύει ρυθμικά και να αφορμίζει με τη λαγνεία της το δωμάτιο.

Πόσα τραγούδια να γράψει το ταβάνι; Πόσες ανάσες να ζωγραφίσει ο καπνός; Πόσες σκιές να γεννήσει το σκοτάδι; Πόσες σκέψεις να τυλίξει η ανάγκη;

Πόσες καμπύλες έχει το κορμί; Πόσα να φυλάξει μέσα του; Πόσα ν’ αντέξει χωρίς να φωνάξει;

Μαγική μουσική η σιωπή. Εκκωφαντική μουσική. Σαν άλαλη κραυγή. Σαν κλάμα που στέρεψε από λυγμούς.

Να τελειώνουν και τα τσιγάρα.

Απουσίες. Ήχων, φώτων, ανθρώπων.

Μια φωτογραφία.
Φωτιά, σκοτάδι και αλήθεια.
Κι εγώ. Που απουσιάζω σήμερα και δεν μ’ αρέσει.

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2008

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2008

Πιρουέτες

Όσο θυμόταν τον εαυτό της, προσπαθούσε με χάρη να ξεφύγει.

Να φύγει από όπου ήταν και να πάει κάπου αλλού, πού… κι αυτή ακόμη δεν ήξερε.

Όσο θυμόταν τον εαυτό της, φορούσε δυο μαλακά παπουτσάκια μπαλέτου, και με τη χάρη φτασμένης μπαλαρίνας ξεγλιστρούσε με όμορφες πιρουέτες.

"Βάλε μουσική", θύμιζε στον εαυτό της, κι έπαιρνε βαθιά ανάσα. Κι έτσι όπως ήταν κορδωμένη, με το στήθος έξω και την κοιλιά μέσα, στις μύτες των ποδιών της, ξέφευγε από όλα. Από τα προβλήματα, από τους ανθρώπους, από τα λόγια, από τα αισθήματα. Καβάλαγε το συννεφάκι της και τραβούσε για τη χώρα της όπου όλα γίνονταν με μουσική και χάρη. Και χαμογελούσε πλατιά.

Όσο θυμόταν τον εαυτό της, δεν κοιτούσε πίσω, μόνο μπροστά, πάντα το μέρος που πήγαινε κοιτούσε, ποτέ αυτό που άφηνε. Κι ας μην ήξερε πού θα την έβγαζε ο δρόμος... Έμπαινε στα βαγόνια του μυαλού της και ταξίδευε σε νέα παραμύθια. Έφτιαχνε ιστορίες και μετά τις ζούσε με την ψυχή της. Και ήξερε να ζει. Με δυο μαλακά, βελούδινα πέλματα κάτω από τα πόδια της, ακούγοντας τη μουσική της καρδιάς της, χόρευε κύκλους και φιγούρες δύσκολες. Με παρτενέρ άλλους, με σκηνικά διαφορετικά, με νότες άλλοτε ψηλές κι άλλοτε βαριές, κυνηγούσε την τύχη της οδηγώντας το φανταστικό τρενάκι της ζωής. Συνήθως την έβρισκε. Κι όποτε της ξέφευγε, έφευγε κι εκείνη γι’ αλλού, και την κυνηγούσε με χάρη σε νέα μέρη.

Μέχρι που έβγαλε τα παπουτσάκια της μια μέρα, τάχα για να ξεκουραστεί. Τάχα της φόρτωσαν πολλά στις πλάτες και τα πόδια της βάρυναν. Και δεν τη σήκωναν πια.

Κι έμεινε με την όμορφη φορεσιά της στους σταθμούς των τρένων ν’ αγναντεύει. Δεν έφευγε πια. Μόνο χάζευε τους νεοφερμένους που κατέβαιναν από τα βαγόνια και χαμογελούσε λοξά.

Μήπως κι έρθει επίσκεψη η τύχη της στην πόλη… να τη γλυτώσει με χάρη από της ζωής της το playback.

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2008

Αντίο φίλε















Μοιράζομαι μαζί σου το θρήνο, από μακριά και όπως μπορώ.
Μοιράζομαι μαζί σου το παράπονο του χαμού.
Μοιράζομαι μαζί σου την ευτυχία των βιωμένων.
Μοιράζομαι μαζί σου τη χαρά των όσων μπορεί μια φιλία να προσφέρει, ανθρώπινη και όχι ανθρώπινη.

Καλέ μου Κλεάνθη, σ' ευχαριστώ που μοιράζεσαι ξανά μαζί μου...



(γραμμένο από έναν Μετέωρο Μετανάστη... )

Περασμένα μεσάνυχτα κι εκείνη την Αυγουστιάτικη νύχτα, θωρούσαμε σιωπηλά και οι δύο τ' αστέρια με το φεγγάρι προσμένοντας υπομονετικά, τουλάχιστον έτσι ήθελα να πιστεύω, την επικείμενη ολική έκλειψη !

Θαρρώ πως κάπως καταλάβαινα, ότι κι εκείνη ήταν, πρωτόγνωρα για μένα, μελαγχολικά αμίλητη, κάτι σαν να ήθελε να μου δείξει, καθώς το ένοιωθα, επίμονα κολλημένο στην πλάτη μου σκοτεινό και συνάμα παραπονεμένο, το βλέμμα της επάνω μου!

Μα συνέχιζα, να παραμένω ξελογιασμένος απ' το τραγούδι των τριζονιών, τη μαγεία της νύχτας και τ' αμέτρητα αστέρια τ' ουρανού, συνέχιζα να λησμονώ τη θλιμμένη σιωπηλή παρουσία της, να την αγνοώ εντελώς!

Το επόμενο απομεσήμερο, άφησε την τελευταία της πνοή κι έφυγε λησμονημένη, μα ανάλαφρη και λεύτερη για πάντα πια, προς εκείνες τις αμέτρητες σειρήνες τ' ουρανού, που, με περίσσεια δεξιότητα, με είχαν πλανέψει το προηγούμενο βράδυ!

Κι όμως, ήταν για μένα ο μυριάκριβος, πιστός και απόλυτα αφοσιωμένος σύντροφος, στις λίγες ανέμελες, μα και στις πιο περισσότερες δύσκολες, στιγμές της μίζερης ζωής των ζωντανών υπάρξεων.

Ήταν ένα περήφανο εντεκάχρονο, θηλυκό καθαρόαιμο Γερμανικό ποιμενικό, που, από κουτάβι μερικών εβδομάδων, του 'χα αυθαίρετα εξασφαλίσει το όνομα της ξακουστής Βασίλισσας των Θεών του Ολύμπου!

Να ξέρει τάχα.., το πόσο πολύ μου λείπει τώρα πια, η αγαπημένη μου ΗΡΑ;


(photo: "Man and Dog" by Charlie Braid)

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2008

Pain free

















Το λάτρευε αυτό το αγόρι. Το χαιρόταν με όλη της την ψυχή όταν βρισκόταν μαζί του. Μαζί του ήταν ο εαυτός της, κι αυτό ήταν σπάνιο, πολύ σπάνιο, και σπουδαίο, πολύ σπουδαίο.

Συνομήλικοι ήταν και φίλοι από πολύ παλιά. Μα αν και μοιράζονταν τα ίδια χρόνια, στα μάτια της ήταν πάντα το αγόρι των φοιτητικών της χρόνων, λες κι εκείνος δεν είχε μεγαλώσει ούτε μια ώρα.

Κανόνιζαν πάντα να βγουν βιαστικά, χωρίς πολλές συνεννοήσεις, και σχεδόν πάντα οι δυο τους. Λες κι ο κόσμος ο άλλος δεν είχε σημασία και υπόσταση όταν ήταν οι δυο τους.

Έμπαιναν στα πιο άνετα ρούχα τους… αυτή αφηνόταν σε φαρδιά τζην ή ριχτά φορέματα, χαμηλά σανδάλια και ανέμελα μαλλιά. Κι εκείνος σε κάτι φθαρμένα τζην ή σε ξεχασμένες στρατιωτικές βερμούδες και starάκια.

Και βρίσκονταν στο κέντρο. Λάτρευαν το κέντρο και τη βαβούρα του.

Γελούσαν συνέχεια, ποτέ δεν θυμούνταν για τι μιλούσαν, αλλά γελούσαν συνέχεια. Κυκλοφορούσαν αγκαλιά και ο κόσμος τους κοίταζε μυστήρια γιατί τους έπαιρνε για ζευγάρι. Αταίριαστο ζευγάρι. Κι αυτοί το διασκέδαζαν και γελούσαν.

Εκείνος είχε μυστήρια φάτσα. Κοκκινομάλλης με φακίδες, λεπτός και με συνηθισμένο ανάστημα, με γυμνασμένα πόδια από χρόνια άθληση και κάτι χέρια, στα μάτια της τουλάχιστον, τεράστια, όλο αγκαλιές. Ευαίσθητος και γλυκός. Και ατακαδόρος. "Ρομαντικούλη" τον φώναζε και του ανέβαζε το αίμα στο κεφάλι. Όμορφο αγόρι.

Εκείνη πάλι, μυστήριο τυπάκι. Στην πρώτη ματιά αδιάφορη, μα με καλοσχηματισμένο κορμί και γατίσιο βλέμμα, μόνο όταν ήθελε. Ανοιχτός άνθρωπος και προσγειωμένος. Με δυνατό μυαλό και αντοχές παλαιστή σούμο. Να δέχεται τους κραδασμούς, λόγια ή πράξεις, και τίποτα να μην παθαίνει. Πάντα σε ετοιμότητα κάποιον να υπερασπιστεί. Να τον ακούσει και να τον προστατεύσει. Όλους εκτός από τον εαυτό της. "Κορώνα μου" την φώναζε και της ανέβαζε το αίμα στο κεφάλι.

Έπιναν πολύ μαζί. Συνήθως έπιναν για πάρτυ τους. Και όταν δεν έπιναν για πάρτυ τους, έπιναν για τους απόντες της ζωής τους. Ποτέ για άλλον. Ποτέ για άνθρωπο υπαρκτό στη ζωή τους. Μόνο για τα φαντάσματα που πέρασαν, τους στοίχειωσαν και χάθηκαν.

Τις καλές τους μέρες, τις ονόμαζαν "pain free" και τις τιμούσαν με βότκα και τεκίλα. Τις κακές, τις ονόμαζαν "για πόνο και ποτό" και τις τιμούσαν πάλι με βότκα και τεκίλα. Και τους άρεσε να κάθονται στο μπαρ, στα ψηλά καθίσματα για να χαζεύουν τον κόσμο. Μπροστά στα ποτά, για να μην χάνουν τον χρόνο. Και στις αλλαγές της μουσικής, να πίνουν γύρες σφηνάκια.

Εκείνο το βράδυ, είπαν να αλλάξουν τις συνήθειες. Να κλειστούν σε ένα χαμαιτυπείο που πήγαιναν παλιά και να ακούσουν μουσικές από τότε. Ήταν σε "φάση παλιακή"… μόνο τα παλαιστινιακά μαντήλια δεν έβγαλαν από το χρονοντούλαπο γιατί θα ήταν ντεμοντέ.

Περνούσαν πολύ καλά κι εκείνο το βράδυ. Χόρευαν ανέμελα κάτω από βλέμματα και έκαναν τις γνωστές τους μαϊμουδιές. Και το χαίρονταν όπως κάθε άλλη φορά. Για πάρτυ τους.

Μέχρι που ήρθαν οι μπαλάντες και τους προσγείωσαν στη μπάρα, μπροστά από μια γύρα σφηνάκια, διπλή, όχι μόνο για πάρτυ τους. Σιωπές. Λάτρευαν αυτές τις μακριές σιωπές μεταξύ τους. Λες και απέδιδαν ταυτόχρονα φόρο τιμής στους απόντες της ζωής τους. Σαν να έβγαιναν ζευγάρια οι δυο τους, double dating που λένε, και οι άλλοι δύο να πήγαν τουαλέτα. Μπερδεύονταν τις ώρες της σιωπής. Ταξίδευαν.

Κάτω από την υπόκρουση ενός πονεμένου τραγουδιού, εκείνος την πήρε σφιχτά αγκαλιά, όπως συνήθιζε να την χορεύει για να σκάνε όλοι που φαινόταν δικιά του, και της ψιθύρισε στο αυτί "Δεν θα σε αφήσω ποτέ". Και την έσφιξε ακόμη περισσότερο πάνω του.

Εκείνη έκλεισε τα μάτια και κούρνιασε. Και αν και τόσο γεμάτη, για μια στιγμή, για μια μόνο στιγμή, το μυαλό της έτρεξε αλλού. Για μια στιγμή η σκέψη της ταξίδεψε σε άλλον. Πόσο θα ήθελε να ακούσει την κουβέντα αυτή από κάποιον άλλον…. Κι ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της.

Δεν άνοιξε το στόμα για να μην προδοθεί από την αλήθεια της. Έφτιαξε τα μπράτσα της σε μια στενή αγκαλιά και τον έκλεισε μέσα. Την εννοούσε αυτή την αγκαλιά… αλλά δεν της έδωσε τη σημασία που της άξιζε. Για μια ακόμη φορά, η απουσία κάποιου μονοπωλούσε το μυαλό της, περισσότερο από τους ζωντανούς και αληθινούς ανθρώπους της ζωής της.

Ζαλίστηκε… Ήπιε λίγο νερό και δεν του απάντησε τίποτα. Παρά μόνο τον έσφιξε ξανά στην αγκαλιά της. Και του έδωσε ένα ρουφηχτό φιλί στο μάγουλο. Του απάντησε με τον τρόπο της, έστω και δευτερολογώντας. Και μετά τον κοίταξε στα μάτια για να του αποκαλυφτεί.

Της χαμογέλασε πλατιά και σήκωσε το ποτήρι του να πιει. "Σε νιώθω" της απάντησε. "Μα και πάλι δεν θα σε αφήσω ποτέ."

Το φιλί του Ιούδα, σκέφτηκε. Προδοσία. Και σαν να κάηκε λίγο μέσα της.

Πόσες τέτοιες αγκαλιές είχε άραγε κι εκείνη δεχτεί σε μεγάλα λόγια που είχε πει… Όχι κακοπροαίρετες αγκαλιές. Αγαπημένες αγκαλιές, να, όπως η δική της τώρα. Αλλά σιωπηλές αγκαλιές. Υποσχόμενες μα ασπρόμαυρες, μουντές, βουβές αγκαλιές και όχι φωναχτές και πολύχρωμες. Πονεμένες αγκαλιές, διχασμένες αγκαλιές κι αχάριστες…

Πόσο άδικη άραγε μπορούσε να γίνει… Και ανόητη. Πολύ ανόητη.

Το βράδυ έβγαλε τα εσώψυχά της από την αηδία… Καθάρισε καλά το μυαλό της από τους απόντες της ζωής, έβαλε ένα τεράστο "Χ" στο απουσιολόγιο της ψυχής της και άνοιξε ένα καινούριο καθαρό τετράδιο για να γράφει… Κι ας το άφηνε άδειο για καιρό πολύ.

Άδειασε τα μέσα της από το κενό. Και αποφάσισε να τα γεμίσει με ζωή.

Και κοιμήθηκε, για πρώτη φορά μετά από καιρό, ήρεμη…

Το επόμενο βράδυ του είπε στο τηλέφωνο…
"Κερνάω σφηνάκια. Μονές γύρες. Όχι διπλές. Μόνο για πάρτυ μας. Σήμερα γιορτάζω… Pain free από άποψη. Τι λες;"

"Σε μια ώρα. Κέντρο, στο παγκάκι μας." της απάντησε.
Νέρωσε το ποτό που μόλις είχε βάλει και το έχυσε βιαστικά στον νεροχύτη. Μαζί άφησε και το άδειο ποτήρι που είχε περίτεχνα στήσει δίπλα του. Από σήμερα για πάρτυ μας, σκέφτηκε. Pain free από άποψη.

Και ντύθηκε βιαστικά για να τη συναντήσει. Να γιορτάσουν παρέα.

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2008

Άκρες ακραίες


Ένα σκοινί τεντωμένο η αγάπη μου. Με δυο άκρες. Εσένα κι εμένα.

Ακροβατώντας να το περπατώ μήπως και φτάσω απέναντι. Κι ας γλυστράω. Κι ας μην έχει δίχτυ ασφαλείας. Ζογκλέρ στο όνομα του έρωτα να γίνομαι, κι ας γελάει το τσίρκο όλο κάθε φορά που προσγειώνομαι ατσούμπαλα.

Ένα σκοινί ελαστικό η αγάπη μου. Άλλοτε οι δυο άκρες μακριά και άλλοτε κοντά, πολύ κοντά. Extreme sport ο έρωτας. Κάτι σαν bungee jumping. Να ταλαντεύομαι εγώ με το βάρος της καρδιάς μου, κι εσύ απόμακρος κι ακίνητος, δεμένος στις μακρινές σου σταθερές.

Ένα φονικό σκοινί η αγάπη μου. Μια θηλιά που με μπουκώνει και δεν παίρνω ανάσα. Να λαχανιάζω στη χαρά του έρωτά σου και μετά να ασφυκτιώ στην απουσία σου. Να μην μπορώ να ελευθερωθώ, κι ας μην υπάρχει κόμπος πουθενά. Ελεύθερη θηλιά. Μαζοχιστική. Να μπορεί να λυθεί και να μην λύνεται. Τυφλή η αγάπη μου.

Μπλεγμένο σκοινί η αγάπη μου. Γόρδιος δεσμός. Να μην μπορώ στον λαβύρινθό του να βρω την άλλη άκρη. Εσένα, να μην μπορώ να φτάσω. Κι αν πλησιάζουμε πότε πότε από τύχη, να πρέπει να λύσω το κουβάρι για να σε ξαναβρώ μια ακόμη φορά.

Η αγάπη μου; Ένα σκοινί ανθεκτικό. Όχι τριχιά φτηνή που ξεφτίζει… σκοινί που αντέχει. Με κόμπους περίτεχνους ναυτικούς και άλλους ασφαλείας, να θαλασσοδέρνεται. Κι όμως, δεμένο στο λιμάνι σου, μην τύχει και η καρδιά μου σαλπάρει για άλλα μέρη.

Ένα σκοινί η αγάπη μου. Μαλακό. Χρωματιστό.
Δέσε το σε έναν υπέροχο φιόγκο και ξετύλιξέ το χαρούμενα. Και με τη φλόγα σου κάψε τις δυο άκρες να κολλήσουν. Έναν φαύλο κύκλο φτιάξε αλλιώτικο, χωρίς αρχή και τέλος. Να ενωθούν οι άκρες γερά και να κυκλώσουν τα κορμιά μας. Να φυλακίσεις τον έρωτα, μην τύχει και μου τελειώσει.

Πόσο πεθύμησα την άλλη άκρη της αγάπης μου...

Μην είναι που γράφω μονοκοντυλιά, περπατώντας σε ατέρμονη σκοινένια ευθεία καιρό τώρα;

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

Λόγια σιωπηλά









Όσο θυμόταν τον εαυτό της, έκρυβε τον πόνο πίσω από τα ίδια της τα λόγια.

"Πιστεύω τους ανθρώπους", έλεγε. "Τις λέξεις τις χρειάζομαι γιατί τις καταλαβαίνω. Τις πράξεις δεν μπορώ να τις ερμηνεύσω. Είναι δύσκολο να καταλάβεις τι εννοεί ο καθένας με τις πράξεις. Γι’ αυτό ρωτάω. Και ακούω λόγια. Και πιστεύω τους ανθρώπους."

Πληγώθηκε από τα ίδια της τα πιστεύω.


Δεν ήταν στα κέφια της. Βρέθηκε χωρίς να το πολυσκεφτεί με τη φίλη της, σε ένα μπαράκι που περνούσε ώρες πολλές στα φοιτητικά της χρόνια. Ένα μικρό και υπόγειο μπαράκι, όπου πάντα της συνέβαιναν τα πιο αλλόκοτα. Χαλαρώνοντας στο σκαμπώ, ήπιε μονοκοπανιά το πρώτο της ποτό.

Άρχισε να μιλάει ασταμάτητα. Να λέει τον πόνο της για τον άντρα που την πλήγωσε με λόγια πολλά και λόγια μεγάλα. Για έναν άνθρωπο που της είπε περισσότερα από όσα χρειαζόταν να ακούσει, που υποσχέθηκε πιο πολλά από όσα ήθελε εκείνος να κάνει, που την έλουσε με όνειρα που δεν ήταν δικά του μα ξέμειναν δικά της. Μιλούσε ασταμάτητα κάνοντας χειρονομίες και μορφασμούς, κατηγορώντας τον εαυτό της που πάντα μαγευόταν από τα λόγια.

Δεν κατάλαβε πώς, μα ώσπου να παραγγείλει ένα δεύτερο ποτό, ο όμορφος άντρας από απέναντι στεκόταν δίπλα της χαμογελώντας της πλατιά. Με ήρεμες κινήσεις, έβγαλε ένα μικρό μπλοκ και έγραψε το όνομά του. Εκείνη ξαφνιάστηκε… Ο νέος της φίλος δεν μπορούσε να μιλήσει λόγια. Η ζωή, του είχε στερήσει φωνή και ακούσματα.
Αισθάνθηκε αμήχανα… Και μερικά ποτά αργότερα, βρέθηκε να μιλάει με νοήματα, να γράφει σε μπλοκ και, απορροφημένη από τη νέα της μορφή επικοινωνίας, να γελά ασταμάτητα… Αντάλλαξαν τηλέφωνα. Και μηνύματα πολλά, πάρα πολλά.

Λίγο καιρό είχαν πίσω τους, μέρες, κι όμως είχαν ζήσει τόσα μαζί. Δεν μιλούσαν. Όταν ήταν μαζί, τα στόματα δεν μιλούσαν… Τα χέρια, τα σώματα, τα μάτια και κάτι λευκά μπλοκ… τα έλεγαν όλα. Αγγίζονταν, αγκαλιάζονταν, έκαναν γκριμάτσες. Δεν άργησε να καταλάβει πώς λειτουργούσε αυτή η καινούρια γλώσσα του να αισθάνεσαι, να πιάνεις, να αφήνεσαι, να αγαπάς.

Αγάπησε αυτόν τον άντρα με όλο της το είναι. Έκαναν έρωτα ήσυχα, σιωπηλά και χάνονταν σε μία δίνη ακίνητη, σαν αντάρα δίχως βοή… πώς γινόταν άραγε αυτό; Κάτι φορές ξεχνιόταν και ξεκινούσε να μοιράζει λέξεις στον αέρα. Άλλοτε από ενθουσιασμό, άλλοτε από συνήθεια. Εκείνος κυνηγούσε τα χείλη της για να καταλάβει. Και μαλακά, της τα έκλεινε με ένα φιλί. Έπαιρνε τα χέρια της στα δικά του και της έκανε με νόημα "δείξε μου".

Κάτι φορές πάλι, όταν ήταν μόνη σπίτι της, έβγαζε από την τσάντα της κάτι ωτοασπίδες που είχε πάρει από το φαρμακείο, και προσπαθούσε να λειτουργήσει όπως αυτός. Να μην ακούει, παρά μόνο να αφουγκράζεται, να μην μιλάει, να βλέπει μόνο, να αγγίζει, να τεντώνεται και να κάνει φανταστικούς διαλόγους στον καθρέφτη. Όσο καλύτερα τα κατάφερνε, τόσο αφηνόταν μέρα με τη μέρα. Γκρέμιζε τα οχυρά της...

Δεν είχαν πει τίποτα ο ένας για τον άλλον. Για το παρελθόν, για το μέλλον... Της ήταν δύσκολο να καταλάβει ιστορίες με νοήματα, πόσο μάλλον να αφηγηθεί. Τους ένωνε μόνο το τώρα… Να κάνουν πράγματα μαζί. Να περπατούν αγκαλιά στα σοκάκια της πόλης, να κυνηγιούνται στο λούνα παρκ σαν παιδιά, να χαζεύουν το κύμα πιασμένοι χέρι χέρι, να κοιτάζονται όλη νύχτα μέχρι να παρασυρθούν σε ύπνο ήσυχο και βαθύ.

Το μόνο που ήξερε για εκείνον είναι ότι θα έφευγε σύντομα για ένα σημαντικό και μεγάλο ταξίδι. Και το μόνο που ήξερε γι’ αυτήν ήταν πως είχε πληγωθεί πολύ. Από λόγια.

Ξάφνου ο έρωτας έμοιαζε τόσο ασφαλής μαζί του. Τόσο ήσυχος, τόσο ακίνδυνος, τόσο απλός. Πλήρης. Ήταν υπέροχο το πόσες λέξεις μπορούν να αντικατασταθούν από ένα χαμόγελο, από ένα ζεστό σφίξιμο στο χέρι, από ένα αθώο λύγισμα του κορμιού. Πόσες εξομολογήσεις μπορούν να γίνουν με τα μάτια, με τα αγγίγματα. Πόσα αόρατα λόγια να μην ειπωθούν και να ακουστούν. Μιλούσαν συνέχεια. Με την ψυχή.

Ένιωθε ασφαλής με αυτόν τον άνθρωπο. Λες και δεν μπορούσε να την πληγώσει. Κι αυτός, σαν να το είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό του, προσπαθούσε να της αποδείξει πως τα λόγια δεν έχουν αξία, ξεφτίζουν, ξεχνιούνται, πως ο κι ο πόνος από τα λόγια μια μέρα επουλώνεται. Είναι όμως ένα χάδι που γεννά το όνειρο, ένα βλέμμα που μεταμορφώνει την πραγματικότητα, μια αγκαλιά που σφραγίζει την αλήθεια. Είναι η ζωή που γράφει τα παραμύθια.

Έζησαν τα πάντα.

Την τελευταία τους νύχτα, της έγραψε σε μια καθαρή σελίδα του μπλοκ: "Όταν γυρίσω, θέλω να μιλήσουμε για τα πάντα…"

"Να μιλήσουμε;" τον ρώτησε ανήσυχα με νοήματα.
"Να μιλήσουμε", της απάντησε. Έγραψε τις λέξεις στο χαρτί, τις υπογράμμισε, έβαλε πολλά θαυμαστικά δίπλα, και ένα χαρούμενο προσωπάκι. "Όταν γυρίσω, θα μπορούμε και να μιλάμε."

Κοιμήθηκαν αγκαλιά. Εκείνος κοιμήθηκε. Μέσα στη νύχτα, σηκώθηκε με βήματα βιαστικά χωρίς να φοβάται αν θα κάνει φασαρία, και έσβησε το νούμερό της από το κινητό του. Και το νούμερό του από το δικό της. Οχυρώθηκε βιαστικά. Σχεδόν από ένστικτο.

Ξημέρωσε.

"Αντίο", του είπε όπως την ξεπροβόδιζε στην πόρτα.
"Σύντομα…", της έγνεψε εκείνος.
"Αντίο…", επέμεινε εκείνη και μια γνώριμη ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί της.

Ενδορφίνες… Όχι από τον πόνο. Από τον φόβο. Δεν ήταν έτοιμη να ακούσει λόγια... Από κανέναν. Ούτε από αυτόν.

Είχε χάσει το στοίχημα… Δάκρυσε. Την αγκάλιασε χωρίς άλλα "λόγια". Σφιχτά. Και χωρίς άλλα λόγια την άφησε να φύγει.

Βγήκε από το σπίτι του και περπατώντας στον δρόμο έψαξε με μανία στην τσάντα της για τις ωτοασπίδες. Θα έκανε μια μεγάλη και ήσυχη βόλτα… Ίσως και να περπατούσε μέχρι το άλλο πρωί.
Θα προσπαθούσε για λίγο ακόμη να γιατρέψει την ψυχή της μέσα από τη σιωπή, πριν επιστρέψει στη βοή του κόσμου. Στη βοή των ανθρώπων. Στη βοή του έρωτα…

"Πιστεύω τους ανθρώπους", θα έλεγε στη φίλη της λίγο καιρό μετά, καθισμένη χαλαρά στο σκαμπώ ενός μπαρ. "Τις λέξεις τις καταλαβαίνω. Μα τις πράξεις τις χρειάζομαι γιατί τις πιστεύω. Δεν ρωτώ. Ούτε μιλώ, ούτε ακούω. Παρά μόνο τις αφουγκράζομαι και τις ερμηνεύω με την ησυχία της ψυχής."


Καλό ταξίδι, γλυκέ μου, στο δρόμο της βοής… Η ψυχή μου θα σε «ακούει» πάντα. Τελευταίο αντίο.

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2008

Sur-real vs Too-real


















Με διέλυσε η χθεσινή νύχτα.

Δεν ξέρω αν ήσουν εσύ ή τα ποτό, αλλά με διέλυσε η χθεσινή νύχτα.
Ίσως να ήταν ο χρόνος που δεν κυλούσε με το μέρος μου ή οι δικαιολογίες για να τον συρρικνώσεις στα μέτρα σου.
Με διέλυσε όμως η χθεσινή νύχτα.

Μπορεί και να ήταν η έννοια σου γραμμένη σε ξένη γλώσσα ή οι παρεμβάσεις του κινητού που σου μονοπώλησαν το ενδιαφέρον.
Ή ίσως οι αναμνήσεις μου από αλλοτινές εποχές, σκληρές μέσα κι έξω και μια αγκαλιά που στέρεψε σε μια μπανιέρα βιαστικά.
Μπορεί και το βλέμμα σου που αναπολούσε ή τα χέρια σου που δεν ακουμπούσαν, οι λέξεις που δεν έβγαιναν και το κορμί που ήταν κουρασμένο...
Κι ένα μήνυμα που έφτασε και ξεχάστηκε.
Για κάποιο λόγο, με διέλυσε η χθεσινή νύχτα.

Ίσως πάλι και να ήταν όλα μαζί.
Ή και μόνο που έφυγες πολύ νωρίς…

Ε, και τι έγινε; Απλά με διέλυσες εύκολα τη χθεσινή νύχτα…
Στο ξημέρωμα, θυμός κι οργή… και μια διάθεση αλάνικη, σχεδόν αυτοκαταστροφική.
Είδα στον ύπνο μου ότι κυνηγούσα ποντίκια.
«Φθορά, αμφίβολοι αγώνες, ασταθείς φίλοι» λέει το βιβλίο.
Μέχρι χθες, και ξύπνια τα ίδια κυνηγούσα. Και απόψε νύχτα, το ίδιο κάνω.


Κι όμως κοίτα πόσο εύκολα ξημέρωσε πάλι…
Δίκιο έχεις. Ε, και τι έγινε;
Καλή συνέχεια. Κι εύκολη. Σαν τη χθεσινή…

Υ.Γ. Τα παξιμάδια σου ξέχασες… Άραγε να στα φυλάξω;

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2008

Με αλήτικη διάθεση












Είχε φύγει για λίγες μέρες από την πόλη. Με καλή παρέα.

Χαλαρή, μετά από πολύ καιρό, και με ένα βαθύ σκίσιμο από γυαλί στο πόδι… μα οι επίδεσμοι δεν θα την πτοούσαν. Τόσα άλλα που γύρναγαν στο μυαλό της, δεν την πτοούσαν.



Δεν ήξερε τι την έπιασε εκείνο το βράδυ. Σαν να είχε μια αλήτικη διάθεση... Νωχελική, αυθάδη και λάγνα συνάμα. Και της άρεσε που την έβρισκε μέσα της πάλι, έστω και μια δεκαετία μετά τα πρώτα της νιάτα.

Η παρέα είχε βγει πιο νωρίς, μα εκείνη ρέμβαζε ακόμη καπνίζοντας στο μπαλκόνι. Χάζευε τη θάλασσα και τα φώτα της πόλης. O ορίζοντας μπροστά της ήρεμος. Κι εκεί που τέλειωνε το λιμάνι, να σκάει μια μονοκατοικία σαν παραφωνία, με μια πινακίδα φωτεινή «Ιατρείο – 24 ώρες ανοιχτό». Μα ούτε ένα κέντρο υγείας σε τούτη την πόλη; Και τι ώρα ήταν;

Άλλαξε τον επίδεσμο στο πληγωμένο της πόδι και ντύθηκε βιαστικά. Έβαλε το κοντό τζην σορτς που άφηνε τα πόδια της να δείχνουν μακριά και γυμνασμένα, ένα αέρινο λευκό πουκάμισο κουμπωμένο μόνο όπου χρειαζόταν και μερικά χαϊμαλιά στο λαιμό, ίσα για να βαραίνουν το ύφασμα ανάμεσα στα δυο της στήθη και να τα κάνουν πιο λαχταριστά.

Τα τακούνια δεν θα τα έβαζε απόψε. Σανδάλια χαμηλά θα φόραγε, γιατί ένιωθε ψηλή μέσα της εκείνη τη νύχτα και αλήτισσα. Πέρασε μαύρο μολύβι γύρω από τα αμυγδαλωτά της μάτια για να τονίζει το βλέμμα της που ήταν βαθύ και πονηρό. Γατίσιο, θα έλεγε κάποιος. Και δεν έβαλε τίποτα στα χείλη. Τα χείλη της τα ‘θελε ελεύθερα απόψε, να γεύονται τη γεύση της αρμύρας.

Περπατούσε βιαστικά για να βρει τους φίλους στο παραλιακό μπαράκι. Μικρές ώρες… Πολύ περασμένα μεσάνυχτα κι ένα «Ιατρείο – 24 ώρες ανοιχτό». Αστείο της φάνηκε πάλι. Μπήκε μέσα… Το τραύμα στο πόδι της την τραβούσε άσχημα, όσο και αν ήθελε να το ξεχάσει.

Μια όμορφη μεγαλοκοπέλα τη χαιρέτησε χαρούμενα και ζήτησε τα στοιχεία της. ‘Έτσι έπρεπε, της είπε, από τον νόμο. Άφησε το όνομα και την προσωρινή της διεύθυνση κι εκείνη τη συνόδευσε μέχρι το δίπλα δωμάτιο. Στον γιατρό…

Η μορφή του την αιφνιδίασε. Ψηλός, όχι πολύ, μα όσο έπρεπε για τα χαμηλά της σανδάλια. Με μακριά καστανά μαλλιά που έπεφταν χαλαρά στους ώμους, γεροδεμένος και μαυρισμένος όμορφα. Ανέδυε μια μυρωδιά σαν από μπαχάρια μέσα από το γαλάζιο λινό του πουκάμισο και το στενό ξεβαμμένο τζην. Πολύ στενό… τόσο, που ένιωσε το στόμα της να υγραίνεται από τη λαιμαργία.

Πήγαν πίσω από το παραβάν. Την ξάπλωσε και της έλυσε τον επίδεσμο. Του εξήγησε γελώντας την περιπέτειά της κοιτάζοντάς τον με τα μαυροβαμμένα μάτια της, τη συμβούλευε αυτός με ορολογίες παράξενες με τα πράσινα φωτεινά δικά του.

Βρέθηκαν να μιλούν για άλλα.
Βαρέθηκαν να μιλούν για άλλα.

Τον τράβηξε χαλαρά προς το μέρος της. Κι εκείνος, περνώντας τα χέρια πίσω από τη μέση της, τη σήκωσε στον αέρα και την έφερε πάνω του, τυλίγοντας μαλακά τα πόδια της γύρω του.

Κοιτάζονταν και χόρευαν. Τα πουκάμισά τους ανοιχτά πάνω στο κορμί, τα πόδια τους γυμνά, μπλεγμένα σε έναν χορό αργεντίνικο. Ίσως και τσιγγάνικο… Με φιγούρες πολλές, μικρές, κοφτές και σύντομες… Λαχανιασμένες φιγούρες. Κινούνταν γρήγορα, σαν κυνηγημένοι. Και παθιασμένα, σαν αυτός ο χορός να έπρεπε να βιωθεί με τις αισθήσεις όλες…

Έσκυψε και έβαλε το σορτς της με κινήσεις αργές. Από το πουκάμισό της έλειπαν κουμπιά. Το έδεσε με ένα σφιχτό κόμπο γύρω από τα στήθη και ξέμπλεξε με τα χέρια τα μαλλιά της. Το εσώρουχό της ήταν πολύ μουσκεμένο για να φορεθεί. Φεύγοντας, το πέταξε στα σκουπίδια δίπλα στις γάζες και του έκλεισε το μάτι παιχνιδιάρικα.

Δεν πρόλαβε να της μιλήσει. Δεν πρόλαβε τίποτα να της πει με τη βραχνή του φωνή. Ούτε να της χαμογελάσει με το λοξό αινιγματικό του χαμόγελο. Κι ας της έριχνε μια δεκαετία εμπειρίας, αιφνιδιάστηκε.

Καληνύχτισε την ευγενική γυναικεία παρουσία διασχίζοντας το διάδρομο κι έκλεισε πίσω της την πόρτα. Ένα αεράκι της φύσηξε το πρόσωπο και τη δρόσισε ελαφρά.

Περπάτησε λίγο ακόμα... Πριν μπει στο μπαράκι άνοιξε ένα μικρό καθρεφτάκι για να ελέγξει το μακιγιάζ της και σαν να είδε μια λάμψη να πετιέται από τα μάτια της. Χαμογέλασε και σήκωσε λίγο ακόμη το κοντό της σορτς. Είχε μια αλήτικη διάθεση εκείνο το βράδυ.

Ανάμεσα στον κόσμο, ξεχώρισε τους φίλους. Δεν πρόλαβε να πλησιάσει, κι ο όμορφος νεαρός πίσω από τη μπάρα της έκλεισε το μάτι κι έβαλε μια σειρά σφηνάκια για όλη την παρέα, τάχα μου για ξεκάρφωμα.

Το κορμί της το ‘νιωθε χορτασμένο, μα μια δίψα γλυκιά σαν να της χάιδευε τον ουρανίσκο. Κανείς δεν την ρώτησε γιατί είχε αργήσει. Τους έφτανε που την έβλεπαν ήρεμη και φρέσκια. Και που τους θύμιζε πάλι τη γυναίκα που ήξεραν από καιρό.

Ο dj της έκανε από μακριά μια χορευτική φιγούρα κι έβαλε το αγαπημένο της κομμάτι. Εκείνη σήκωσε τα χέρια ψηλά, αφήνοντας ένα μικρό τατουάζ επιδεκτικά να φανεί από το σηκωμένο της πουκάμισο, και λικνίστηκε στο ρυθμό. Κάρφωσε με το βλέμμα της το πιτσιρίκι απέναντι που την κοιτούσε μέρες τώρα σχεδόν ανακριτικά και γελώντας του έστειλε ένα φιλί. Κρυφό.
Το παιχνίδι είχε αρχίσει. Και είχε μια αλήτικη διάθεση εκείνο το βράδυ…


Την άλλη μέρα, βρήκε στην είσοδο της προσωρινής της κατοικίας ένα κουτί. Ένα μαλακό βαμβακερό εσώρουχο σε συσκευασία δώρου και μαζί μερικές γάζες, ένα μπουκάλι οξυζενέ και μια κάρτα με έναν αριθμό κινητού τηλέφωνου… Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, έγραφε, 24 ώρες ανοικτό… Γέλασε με την καρδιά της και τσαλάκωσε την κάρτα αφηρημένα, ανοίγοντας το μπουκάλι. Της άρεσε αυτή η μυρωδιά. Μα πώς μπορούσε ένα μπουκάλι οξυζενέ να μυρίζει καραμέλα;

Έδωσε ένα πεταχτό φιλί στην παρέα της που την κοίταγε αμήχανα, φόρτωσε τα λιγοστά μπαγκάζια της στο αυτοκίνητο και μαζί πήραν το δρόμο της επιστροφής.

Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2008

Ενδορφίνες


















Ένας άντρας και μια γυναίκα. Μια σχέση. Μπα… Καμμία σχέση.
Απλώς ένας άντρας και μια γυναίκα. Διαφορετικοί. Καμμία σχέση, δηλαδή.


Καθισμένοι ο ένας απέναντι από τον άλλον, σ’ έναν ταλαιπωρημένο καναπέ. Αποπνικτική ατμόσφαιρα γύρω τους. Ζέστη. Αποπνικτική ατμόσφαιρα μέσα της. Πόνος. Αποπνικτική ατμόσφαιρα μέσα του. Βάρος. Πάντα περνούσαν καλά. Πάντα το σπίτι της φιλοξενούσε τις βραδινές τους διαδρομές. Τις εκάστοτε. Και τα όνειρά της, χαμένα και μη. Και τα πιωμένα του λόγια, ειπωμένα και όχι.

Ήταν αποφασισμένη. Όχι, δεν ήταν ότι ήξερε τι ήθελε. Κι ας τον ήθελε. Ήξερε ότι δεν άντεχε άλλο να διαχειρίζεται την απουσία του. Και την ενδεχόμενη παρουσία του. Τον ήθελε δίπλα της, όχι απαραίτητα ερωτευμένο, μα δικό της. Κι έτσι δεν μπορούσε, της έλεγε, να τον έχει.

Τον κοίταζε ώρα πολύ. Αμίλητη. Παρατηρούσε το καλογραμμένο του κορμί κι απέφευγε να τον κοιτάξει στα μάτια. Την υπνώτιζαν αυτά τα μάτια. Ήθελε να του πει πόσο τον αγαπούσε, πόσα θα γινόταν για εκείνον, πόσα θα μπορούσε να κάνει, να δώσει, πόσα ένιωθε. Ήθελε να του πει τόσα. Ξανά. Πολλές φορές του τα είχε πει. Ξανά. Κι ας είχε γίνει κυνική τελευταία και αυτοσαρκαζόταν. Ξανά.

Εκείνος, ξαφνιασμένος από την καινούρια σιωπή της, περίμενε. Ο πρώτος που θα μιλούσε, έχανε… Έτσι πήγαινε το παιχνίδι. Και σήμερα ήταν και οι δυο δυνατοί. Παρατηρούσε τη ματιά της. Τον κοιτούσε με ένα βλέμμα αλλόκοτο, όχι πια παιδικό, γυναικείο θα έλεγε. Και λάγνο, πολύ λάγνο. Βαθύ υγρό καστανό.

Του άρεσε το βλέμμα της αυτό. Το αντιμετώπιζε με μια γλυκιά έκπληξη και μια απρόσμενη στύση. Την ήθελε. Όχι πάντα. Και όχι για πολύ. Αλλά εκείνη την ώρα την ήθελε. Τον ξάφνιαζε μια δύναμη καινούρια που έβγαζε στον τρόπο που απέφευγε το βλέμμα του εκείνη τη νύχτα. Ήταν ίσως η πρώτη φορά που την ένιωθε πως κάτι ήθελε να πει, μα δεν μπορούσε να το μαντέψει. Λες και το βιβλίο της είχε κλείσει πια γι’ αυτόν και τον είχε αφήσει απ’ έξω με τη μυρωδιά μόνο του εξώφυλλου και των κρυμμένων μυστικών του. Ήταν η μόνη φορά που την ένιωθε απέναντί του ίση, κι όχι δίπλα του κουλουριασμένη και παραδομένη. Προδομένη.

Αλλόκοτη σχέση είχαν. Είχαν; Ενστικτώδη, σχεδόν ζωώδη, παρορμητική έλξη. Κάτι φορές. Αδιάφορη σχέση. Δεν τη χρειαζόταν τη γυναίκα αυτή στη ζωή του, δεν του προσέφερε τίποτα, συχνά τη βαριόταν, μα του άρεσε να τη χαζεύει να προσπαθεί. Πάντα να προσπαθεί. Γι’ αυτόν. Τον χαλάρωνε. Δεν είχε λόγο να την κρατάει στη φυλακή του. Στην αγκαλιά του. Κι όμως βασανιστικά το έκανε. Κι εκείνη άντεχε. Κι εκείνος αναρωτιόταν για τις αντοχές της αυτές. Και τις ανοχές της. Της θύμιζε πότε πότε μάλιστα, πόσο λίγα του ζητούσε. Κι εκείνη απορούσε. Και μετά χαμογελούσε. Κι έτσι ο καιρός περνούσε. Παίζοντας. Κλαίγοντας.

Ξερόβηξε. Καθάρισε τον λαιμό της έτοιμη να κάνει λόγια τις σκέψεις. Ξερόβηξε για να ανασυγκροτηθεί και να πει τις μόνες λέξεις για τις οποίες θα μετάνιωνε. Τις μόνες λέξεις που δεν πίστευε. Κι ας μετάνιωνε.

«Θέλω μια χάρη.» Μίλησε πρώτα και ύστερα τον κοίταξε. Διαπεραστικά. Και η φωνή της αυτή τη φορά δεν έτρεμε.

«Ό,τι», της απάντησε ευγενικά.

«Θέλω να φύγεις από τη ζωή μου. Να κλείσω τα μάτια και να εξαφανιστείς.» Δυνάμωσε τον τόνο της φωνής της.
«Για πάντα.» Σώπασε.

«Γιατί δεν το κάνεις εσύ;» τη ρώτησε περιπαικτικά.
Και ύστερα πιο γλυκά. «Φύγε εσύ από τη ζωή μου.»

Λύγισε. «Δεν είμαι στη ζωή σου.»
Φούντωσε πάλι. «Ξέρω πότε θα φύγεις και δεν ξέρω πότε θα ξανάρθεις. Κι όμως δεν μπορώ ποτέ να σε διώξω. Ούτε και να φύγω. Δεν προστατεύω πια τον εαυτό μου από εσένα. Σου ζητώ λοιπόν να το κάνεις εσύ... Μόνο αυτό σου ζητώ. Προστάτεψέ με. Απελευθέρωσέ με από την προσδοκία σου. Εξαφανίσου για πάντα.» Σταμάτησε να μιλά και τότε μόνο πήρε πάλι ανάσα. Κοκκίνισε.

Την κοίταξε. Δεν μίλησε. Δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Μόνο με τα χέρια του σχημάτισε σταυρό, φίλησε τα ακροδάχτυλα και κύκλωσε το πρόσωπό του. Ακούμπησε τα χέρια στην καρδιά του και μετά στη δική της. Κι εκεί τα άφησε. Της υποσχέθηκε.

Εκείνη έβαλε τα κλάματα. Κι όπως τόσες άλλες φορές, του γύρισε την πλάτη και χώθηκε στην αγκαλιά του. Και ξέσπασε σε αναφιλητά ψιθυριστά, με εκείνη την πιο γλυκιά και συνάμα τρεμάμενη φωνή, σχεδόν τραγουδιστά. Σαν παιδάκι. Χαρούμενα δάκρια.

Κοιμήθηκαν. Για πρώτη φορά μόνο κοιμήθηκαν. Στον καναπέ. Αγκαλιά.

.

Όταν ξύπνησε, σκέφτηκε λίγο πριν ανοίξει τα μάτια. Ένιωθε πως ήταν μόνη αλλά δεν ήταν έτοιμη να το ζήσει με όλες της τις αισθήσεις. Ψαχούλεψε γύρω της για να βεβαιωθεί. Πήρε μια βαθιά ανάσα και έσφιξε τα δόντια. Δυνατά. Άνοιξε τα μάτια και κάτι σαν να πάγωσε μέσα της. Παγωμένο αίμα να μουδιάζει τις αισθήσεις, τα αισθήματα, τις σκέψεις. Σαν όλος της ο οργανισμός να την τάιζε ενδορφίνες. Να βιαζόταν να της γιατρέψει τον πόνο, πριν αυτός την περονιάσει και τη διαλύσει σε χίλια κομμάτια. Να νερώσει τη μοναξιά, πριν εκείνη βυθίσει τη ψυχή της σε πέλαγα άπατα.

Χαμογέλασε. Η μέρα έξω ήταν τόσο όμορφη. Ένας ήλιος λαμπερός να καβαλάει το κορμί της κι ένα αεράκι δροσερό να ξυπνάει το πνεύμα. Κι εκείνη να ανατριχιάζει με βλέμμα κρύο και απλανές. Χαμογέλασε ξανά.

Κι έμεινε έτσι, κάθε πρωί για χρόνια πολλά. Να ξυπνάει, άλλοτε μόνη κι άλλοτε με παρέα, παγωμένη μα χαμογελαστή. Να δείχνει ευτυχισμένη και να μην πονά. Να γελά. Και να μην ερωτεύεται. Και να μην αγαπά. Να λέει πως είναι καλά. Στην αρχή από συνήθεια. Μετά το πίστεψε κιόλας.

Κι εκείνος, φευγάτος. Όπως ήταν άλλωστε πάντα... Και μετά ακόμη από χρόνια πολλά, ήσυχος, με απάγγειο μια υπόσχεση που δεν είχε λόγο ν’ αποφύγει. Δεν έβρισκε λόγο. Δεν πονούσε. Δεν τον ένοιαζε καν. Δεν είχε χάσει κάτι, αμυδρά άλλωστε τη θυμόταν. Το πρόσωπό της όχι, δεν το θυμόταν. Έναν ταλαιπωρημένο μόνο καναπέ έβρισκε κάπου κάπου στη μνήμη του και απορούσε κι αυτός για το γιατί. Αλλά δεν τον απασχολούσε. Κι έτσι πάλι το ξεχνούσε.

.

Για εκείνον, πέρασαν χρόνια πολλά, για να μπορέσει κάπου να αφεθεί. Σε μια άλλη αγκαλιά, να νιώσει, να κλάψει, να προδοθεί, να βιώσει. Και μετά από χρόνια πολλά, να βρεθεί να φεύγει με βήματα βαριά από το μόνο σπίτι που ήθελε να κάνει δικό του και στο οποίο δεν θα επέστρεφε ξανά.

«Η αγάπη μετριέται με ό,τι απαρνιέται ο καθένας για χάρη της. Έστω και την ίδια την αγάπη», του είχε πει την τελευταία τους νύχτα, λίγο πριν εκείνη κοιμηθεί με τα μάτια κόκκινα από τα δάκρια.

«Δεν σε κατάλαβα…» της είχε τότε πει.

«Κάποια μέρα θα καταλάβεις. Και τότε θα θυμηθείς.» του είχε απαντήσει. Και κοιμήθηκε ύπνο βαθύ.

Αόρατοι συνειρμοί... κι ένα γνώριμο πρόσωπο να γυρνάει στο μυαλό του.
Ανατρίχιασε όλο του το κορμί, κι ένας κόμπος στο λαιμό τον εμπόδισε για μια στιγμή να πάρει ανάσα. Χαμογέλασε και σκούπισε τα κόκκινα μάτια του, που τον έτσουζαν από τα δάκρια... Και με μάτια θολά, συνέχισε να περπατά τον δρόμο αυτό, για τελευταία φορά.

Ενδορφίνες. Καλοκαιράκι ήταν. Μα έκανε μέσα του παγωνιά.

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2008

Φινάλε











Τι θα πάρεις;
Τι μπορείς να δώσεις;
Τι αντέχεις;
Όλα.
Το παραμύθι;
Πονάει πολύ.
Ξέρεις;
Ξέρω…
Η αλήθεια; Πονάει λιγότερο;
Θα πάρω αλήθεια. Για να γκρεμιστώ και να ξεχάσω.
Στην έδωσα.
Πότε;
Δεν με πίστεψες.
Πότε;
Γκρεμισμένη είσαι. Δεν το νιώθεις;
Κομμάτια. Μα θυμάμαι ακόμη…
Μπορώ να φύγω.
Θέλεις;
Δεν θέλεις.
Δεν θέλω.
Ούτε εγώ.
Θάρρος ή αλήθεια;
Θάρρος.
Τολμάς; Μείνε.
Δεν τολμώ.
Την αλήθεια σου;
Το παραμύθι σου.
Τι θα πάρεις;
Τα κομμάτια σου για το δρόμο.

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2008

Λεπτομέρειες;















Μπορεί το χαμόγελο ενός αγνώστου να σου φτιάξει τη μέρα; Τη νύχτα;

Μπορούν τα μαλλιά σου που ανεμίζουν από το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου, να κάνουν το λαιμό να γαργαλιέται;

Μπορεί το ξενύχτι να γίνει φίλος σου και ο λιγοστός ύπνος πριν από μια δύσκολη μέρα δουλειάς, ακόμη πιο αδιάφορος;

Μερικά γράμματα και λίγοι αριθμοί. Πόσο καλογραμμένοι μπορεί να είναι; Πόσο σημαντικοί;

Mια μακώ μπλούζα, πόσο προκλητική μπορεί να δείχνει;

Κι ένα μικρό πόκεμον να ζητωκραυγάζει. Πόσο αστείο μπορεί να είναι ένα μικρό πόκεμον;

Ένα μήνυμα; Μπορεί ένα μήνυμα να σε κάνει να ξεχάσεις άλλα που δεν έλαβες;

Ένας αγαπημένος που σήμερα μεγαλώνει. Πόσο περισσότερο ν' αγαπήσεις δυο καστανά μάτια που άλλαξαν χρόνια;

Μια παραλία πόσα όνειρα μπορεί να θυμίσει; Να ζωγραφίσει;

Δυο όμορφα λόγια, όχι. Δυο έξυπνα λόγια όμως, πόσο μπορούν να σε προκαλέσουν;

Κι ένα ποτό; Να σε μεθύσει, πόσο μπορεί, ένα ποτό;

Να κολυμπήσεις γυμνή σε μια θάλασσα βραδινή. Κι ανάσταστη. Πόσο μπορεί να σε ελευθερώσει μια θάλασσα ανάσταστη;

Full moon. Να νιώθεις γεμάτος από ένα ολόκληρο φεγγάρι. Μα πόσο πολύ; Τόσο πολύ;

Μικρές εκπλήξεις της ζωής. Καθημερινές λεπτομέρειες. Πόση διάρκεια μπορεί να έχουν; Πόση προσφορά στην ανεμελιά; Είναι που είσαι σε «ρομαντικό mood» ή στ’ αλήθεια μπορεί η μέρα να μυρίζει λουλούδια; Να ελευθερώνει το μυαλό;

Μικρό διάλειμμα; Μπορεί. Έστω.
Ή μήπως έγινες χαζοχαρούμενο μια νύχτα του Ιουλίου;
Αύριο θα σου πω. Σήμερα κουράστηκα κιόλας να σκέφτομαι. Σήμερα γουστάρω μόνο να ζω.

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2008

Δίδυμη πλάνη


















Για κάθε άνθρωπο στο δρόμο μας, δυο εαυτοί.
Ένας ο απ’ έξω κι ένας ο μέσα μας.
Δίδυμοι μα αταίριαστοι οι δυο, να παλεύουν ποιός θα νικήσει.

Δεν είναι η μάσκα και το πρόσωπο, είναι ο εαυτός κι ο εαυτός.
Δεν είναι ο κακός και ο καλός, είναι ο εγώ και ο εγώ σ’ εσένα.
Είναι ο αφήνομαι κι ο όσα επιτρέπω, δεν είναι ο είμαι και ο δείχνω.
Είναι ο όσα πιστεύω και ο πόσα αντέχω, ο θέλω πολλά κι ο μπορώ λιγότερα.

Για κάθε λόγο απ΄το στόμα μας, δυο ερμηνείες, ανάλογα ποιός τον μιλά. Ανάλογα και ποιός ακούει.
Είναι ο λέω κι ο εννοώ, είναι ο σκέφτομαι και ο αισθάνομαι.
Είναι ο ήχος και ο απόηχος ή ίσως η λαλιά και η ηχώ της.

Για κάθε άνθρωπο στο δρόμο μας, μια πλάνη αγνή. Δίδυμη.
Μια η μέσα μας και μια η μέσα του.

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2008

Μια νύχτα, όλο φουρτούνα















«Δεν υπάρχουν άγκυρες ικανές να με σταματήσουν, δεν υπάρχουν λιμάνια με θέλγητρα αρκετά για να θέλω ν’ αράξω»
, της είπε νωχελικά. «Αέρας σημαίνει το όνομά μου σε μια παλιά σπανιόλικη προσευχή, αέρας και τα καμώματά μου. Τίποτα δεν με φυλακίζει, τίποτα δεν με κρατά.»

Και μαλακά τη φίλησε στο μέτωπο. Δεν ήθελε να την πληγώσει. Ποτέ πραγματικά δεν ήθελε να την πληγώσει. Είχε απλώς την ανάγκη για μια ακόμη φορά να αποδείξει πως εκείνος ήταν πιο δυνατός από την καρδιά του. Πως είχε τον έλεγχο. Πως δεν άνηκε σε κανέναν παρά μόνο στον εαυτό του. Αλλιώτικος από τους άλλους ανθρώπους. Ταγμένος πουθενά. Τάχα πιο σημαντικός, πιο ιδιαίτερος. Μοναδικός. Διαφορετικός από αυτήν…

Κι εκείνη, που τόσο απλόχερα του είχε παραδώσει την ψυχή και το πνεύμα της, που του είχε δοθεί ολόκληρη χωρίς όρους από την πρώτη κιόλας στιγμή, για μια ακόμη φορά παρέμεινε βουβή.

Τον κοίταζε μ’ εκείνα τα βουρκωμένα μάτια. Κάτι μάτια βαθιά καστανά, που αντί να στάζουν δάκρια λες κι έσταζαν μέλια και γλύκα. Πάντα με μάτια βουρκωμένα τον κοίταζε. Αυτό δεν μπορούσε στ’ αλήθεια ούτε κι εκείνη να το εξηγήσει. Ήταν άραγε που βασανιζόταν μέσα της από την ιδέα του;

Αέρας ήταν, ναι, μα σαν αυτούς που έρχονται από την έρημο. Ένας λίβας, ζεστός, που της έκοβε την ανάσα. Ήταν το βλέμμα του, τα μαύρα σκοτεινά του μάτια που την κοιτούσαν άλλοτε με ηδονή κι άλλοτε με αδιαφορία. Ή ίσως τα χέρια του, τα πληγωμένα από τη βαριά δουλειά και τα δυνατά του σημαδεμένα μπράτσα. Ή ίσως τα λόγια του, πώς της τραγουδούσε και πώς την κοίμιζε τα πιωμένα του βράδια με παραμύθια.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι με αργές κινήσεις. Άφησε το σεντόνι να κυλήσει στο γυμνό της σώμα και περπάτησε με αργά και αποφασιστικά βήματα ως την άλλη άκρη του δωματίου. Ήξερε πως του άρεσε να την χαζεύει. Αν είχε κάτι επάνω της που τον μαγνήτιζε, ήταν το υπέροχο κορμί της, το σμιλεμένο από τις φουρτούνες της αγάπης, το πληγωμένο από τα χέρια του. Ένιωθε πως είχε κάτι επάνω της που το ποθούσε πολύ.

Άναψε ένα τσιγάρο και του το έδωσε. Δεν της άρεσε να καπνίζει μπροστά του. Τάχα μου τον παράσερνε και σε άλλες αμαρτίες μ’ αυτή τη γλυκιά μυρωδιά του καπνού. Αλλά εκείνη την ώρα το είχε ανάγκη.

«Πιάσε με», του είπε, «σφίξε με στην αγκαλιά σου και μην μου μιλάς.» Δεν αντέχω άλλο να σε ακούω να μιλάς, εννοούσε. Κι εκείνος υπάκουσε. Την έβαλε μέσα του να χαθεί και την κράτησε πολύ σφιχτά για λιγοστά δευτερόλεπτα. Όσα άντεχε ν’ αφεθεί. Όσα άντεχε να υπακούσει. Όσα επέτρεπε στον εαυτό του να αισθανθεί… Αχ αυτά τα δευτερόλεπτα, που αγκάλιαζε ο ένας τον άλλον, πόσους αιώνες φάνταζαν στο κορμί της…

Σκεφτόταν δυο άγκυρες βαριές να ‘ναι τα δυο της χέρια. Τόσο βαριές που να τον κρατούν εκεί, ασάλευτο. Ένα λιμάνι να ‘ναι η ψυχή της εξωτικό και υγρό. Να βρέχει όλη μέρα ο θεός της αγάπη της κι αυτός να την λούζεται και να του αρέσει. Να απλώνει ο αέρας τη λουλουδένια μυρωδιά του κορμιού της κι εκείνος να την χαίρεται με τις αισθήσεις του όλες. Χαμογελούσε, σαν κοριτσάκι που έβλεπε πρώτη φορά πεταλούδες…

«Πρέπει να ξεκουραστώ», της είπε. Ξεκλείδωσε τα χέρια του και την άφησε κάπως άγαρμπα και με ανυπομονησία. Τη φίλησε μηχανικά στο μάγουλο και έκλεισε τα μάτια. Ποτέ δεν παραδινόταν σε ύπνο βαθύ. Έκανε πως κοιμόταν, ίσα για να απολαμβάνει τη σιωπή, να μουδιάζει τη σκέψη του, να απομονώνεται.

Εκείνη πάντα έδειχνε κατανόηση. Καιρό ώρα. Ήξερε πως ήταν απλά μια ακόμη ερωμένη του. Μα δεν την πτοούσε αυτό. Την πονούσε, μα δεν την πτοούσε ούτε κι αυτό. Της έφτανε που τον είχε έστω και τόσο λίγο. Έτσι του έλεγε, έτσι κορόιδευε και τον εαυτό της. Ντύθηκε γρήγορα, φόρεσε το μουσκεμένο εσώρουχό της, τον κοίταξε με εκείνα τα παιδικά παραπονεμένα μάτια, του ψιθύρισε για να μην την ακούσει ένα ξεψυχισμένο «μου λείπεις» κι έφυγε.

Και κλείνοντας την πόρτα πίσω της, όπως πάντα, προσπάθησε να ανασάνει ξανά. Πάντα έχανε μερικούς χτύπους η καρδιά της δίπλα του. Και η ανάσα της δεν είχε ρυθμό, λαχάνιαζε εύκολα. Με την πλάτη της στη πόρτα, κουλουριάστηκε στο πάτωμα. Για λίγο, κάθε φορά, έκλεινε τα μάτια και ονειροπολούσε.

«Τα λιμάνια δεν είναι για τα καράβια παρά μια στάση, μέχρι να ξεκινήσουν για άλλες φουρτούνες», της είχε πει κάποτε. Κι εκείνη, φουρτούνα του ήθελε να είναι. Να τον εκπλήσσει και να τον τυραννά, να τον προκαλεί και να τον κυκλώνει. Να την σέβεται, ήθελε, να την αγαπά και να την ποθεί. Μα τόση δύναμη δεν θα ‘βρισκε ποτέ. Καπετάνιος ήταν αυτός, στο μυαλό, στην ψυχή και στο κορμί της. Κι αυτή τίποτα παρά πάνω από μια μικρή σταγόνα ωκεανού, τόσο μικρή που εξατμιζόταν κάθε φορά στην κάψα του κορμιού του.

Ας είναι, σκέφτηκε… Σαν θα ‘πεφτε στο προσκεφάλι της, θα γινόταν θαλασσοταραχή και θα τον έπνιγε μέσα της… Θα 'κλαιγε θάλασσες και κάθε βράδυ θα τον έπνιγε... και θα πνιγόταν κι εκείνη σε φανταστικά κύματα ηδονής. Για όσες μέρες χρειαζόταν… Μέχρι να την θυμηθεί και να θελήσει να γευτεί την αρμύρα της ξανά.

Πόσα ταξίδια είχε ταξιδέψει μαζί του... Πόση ζωή είχε χάσει... Πόση ζωή είχε βρει...

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2008

Message in a bottle



















Σ’ ένα καφενείο κάποτε, στο μικρό νησί της Καλύμνου, ένας γέροντας παλιός σφουγγαράς, μου είπε πως τα μηνύματα της θάλασσας πάντα βρίσκουν τον αποδέκτη τους.

Αφηρημένη όπως ήμουν τον ρώτησα τι εννοούσε, κι εκείνος περήφανα και ίσως και σοφά, μου εξήγησε πως αρκεί να βάλω σ’ ένα μπουκάλι μέσα λίγο γραμμένο χαρτί, και να το πετάξω στη θάλασσα. Και οι μαγεμένες γοργόνες θα το πάνε στον προορισμό του.


Δεν ξέρω γιατί το θυμήθηκα τώρα αυτό… Οι σκέψεις αυτές έχουν ξεκινήσει άλλωστε μέρες τώρα. Από λιμάνια διαφορετικά και θάλασσες κρύες. Πειραιάς, Γύθειο , Πάτρα, Πρέβεζα, Πάργα, Σύβοτα, Ηγουμενίτσα…

Μπερδεμένες σκέψεις… Είναι μάλλον που έχω χριστεί "περιοδεύων θίασος" αυτόν τον καιρό. Μέρες τώρα γυρνάω την Ελλάδα αγκαλιά με μια βαλίτσα, μόνη, σ’ ένα διθέσιο αυτοκινητάκι χωρίς ρεζέρβα, και κλαίω, κλαίω πολύ. Και ακούω μουσικές χαρούμενες, που δεν επηρεάζουν τη διάθεσή μου, και χαζεύω το σούρουπο και αντί ν’ αδειάζει το μυαλό μου, γεμίζει με σκέψεις. Από διαφορετικά λιμάνια, οι ίδιες σκέψεις.

Νομίζω ότι προσπάθησα να το σκάσω. Δεν πήγα μακριά, το ξέρω, αλλά σίγουρα προσπάθησα να το σκάσω. Και κάπου μετά από χιλιόμετρα πολλά, κατάλαβα τη ματαιότητα της φυγής μου. Δεν έχω από πού να το σκάσω…

Όλη μου τη ζωή περηφανευόμουν πως θέλω και μπορώ να ζω ελεύθερη. Χωρίς λιμάνια και βαρετές σταθερές. Και αυτό ήταν ίσως το πιο μεγάλο λάθος μου απ΄ όλα. Να μην έχω σταθερές. Να μην έχω "περιουσία", προσωπικούς θησαυρούς, δικούς μου ανθρώπους, αξέχαστες μνήμες, που να με πονάνε να τις αφήσω πίσω, που άμα με πονέσουν πολύ, να τις αφήσω πίσω και να το σκάσω μακριά τους.

Έτσι απλά τώρα βρίσκομαι να ταξιδεύω, προσπαθώντας να ξεφύγω από όσα δεν έχτισα και όσα δεν έφτιαξα. Και τελικά πάλι κύκλους βρέθηκα να κάνω. Και σήμερα, κουράστηκα να τρέχω μόνη από το πουθενά προς το πουθενά. Και σήμερα πιάνω άλλο λιμάνι... Από γινάτι, μήπως και καταφέρω να το σκάσω από τις σκέψεις μου.

Μοιάζουμε; Δεν ξέρω. Μάλλον ναι. Μάλλον όχι. Στ’ αλήθεια, δεν ξέρω. Αλλά λυπάμαι, λυπάμαι πολύ που δεν θα μάθω.

Το γραμμένο αυτό χαρτί, το βάζω σήμερα σ’ ένα μπουκάλι και το καταθέτω σε σένα. Δεν το πετάω στη θάλασσα, συγγνώμη. Δεν είμαι τόσο ρομαντική σήμερα για να εμπιστεύομαι τις γοργόνες και τα παραμύθια τους. Τα παραμύθια τα πιστεύω στη ζωή, πολύ, πάρα πολύ. Το ξέρεις… Αλλά οι ιππότες τελευταία μου πονάνε την ψυχή…

Συγγνώμη και που στα φορτώνω όλα αυτά. Στ’ αλήθεια συγγνώμη. Είναι γιατί σ’ αγάπησα πολύ μ’ εκείνον τον Άρη να σκαλώνει στον ωροσκόπο σου… και απ’ όσο ξέρω θα κάτσει κοντά σου για πολύ πολύ καιρό, όπως και η σκέψη μου. Ίσως πάλι γιατί κάποτε μου 'πες πως το 'σκασες κι εσύ, και ίσως το κάνεις ακόμη. Ίσως και γιατί μου είπες και πως με νοιάζεσαι, κόντρα στην κόντρα μου. Μην ανησυχείς, σου είπα ότι αγαπώ τα παραμύθια…

Ξέρω πως δεν θα με αναζητήσεις, πως δεν θα ρωτήσεις και δεν θα αναρωτηθείς. Ιδανικός εξομολόγος είσαι… Κι ας πονάει, σε συμπαθώ κι εγώ βαθιά…

Συνέχισε να σκαρφαλώνεις, ν’ ανεβαίνεις ψηλά στα μάτια των ανθρώπων, να υψώνεσαι περήφανος και να κομπάζεις για όσα κάνεις τόσο καλά… Συνέχισε να μπαίνεις και πιο βαθιά, να τρυπώνεις στις χαραμάδες όχι μόνο του μυαλού τους αλλά και της καρδιάς τους.
Κι εκεί, δοκίμασε μια φορά να μείνεις. Δοκίμασε… Καμιά φορά, ο πόνος μας κάνει και αφουγκραζόμαστε την ψυχή μας. Να, δες εμένα... πώς εξαιτίας σου αυτοσαρκάζομαι.


(...γραμμένο μέρες πριν, ένα ζεστό μεσημέρι Δευτέρας - σήμερα, απλά σ' ευχαριστώ)

Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2008

2009, Παραμονή Χριστουγέννων


Ήταν άλλη μια κουραστική ημέρα, όπως τόσες άλλες που είχαν προηγηθεί, κι ας είχαν οι ώρες περάσει πολύ γρήγορα, σχεδόν βιαστικά. Νύχτωνε νωρίς, πολύ νωρίς εκείνο τον χειμώνα, μα κανείς δεν έδειχνε να δυσανασχετεί εκείνη τη βραδιά. Και ο αέρας είχε μια απόκοσμη γλυκάδα, σαν βανίλια τυλιγμένη με αρμύρα μαζί.

Το πάρτι είχε από νωρίς τελειώσει. Τασάκια με τσιγάρα, πλαστικά ποτήρια με μισοτελειωμένο κρασί, χάρτινα πιάτα. Το στερεοφωνικό ξεχασμένο να παίζει σε έναν ήρεμο σταθμό, μελωδίες χαλαρωτικές για το μυαλό και το κορμί.

Οι υπόλοιποι είχαν ήδη φύγει για τις λίγες γιορτινές μέρες μακριά από τη βοή του γραφείου, μα εκείνοι είχαν ξεμείνει εκεί, τελευταίοι, όπως τόσες άλλες βραδιές. Η ώρα κόντευε 10 και ο χώρος έμοιαζε περίεργα σιωπηλός. Μερικές φορές αναρωτιούνταν αν πραγματικά ήταν απαραίτητο να μένουν εκεί τόσο αργά. Ή αν στ’ αλήθεια το αποζητούσαν.

Κάθονταν οι τρεις τους στην αίθουσα συνεδριάσεων, στον τελευταίο όροφο του τριώροφου γυάλινου κτιρίου. Παραδομένοι στις δερμάτινες καρέκλες, αφουγκράζονταν την ήρεμη θάλασσα που ήταν έτοιμη να υποδεχτεί τις πρώτες λευκές νιφάδες χιονιού. Η θέα ήταν υπέροχη έξω από τη τζαμαρία. Αφουγκράζονταν τον κυματισμό του μπλε, τα πεφταστέρια και το ήρεμο αεράκι που κουνούσε ρυθμικά τα λιγοστά δέντρα της παραλίας. Η θέα πάντα ήταν υπέροχη, μα σήμερα ο ουρανός είχε μια φιλόξενη μουντάδα, σαν να σε άφηνε να ζωγραφίσεις πάνω του όνειρα.

Εκείνη, πάντα καλοντυμένη, με τις φρέσκες κόκκινες ανταύγειες χαρούμενα να μπλέκονται με το ξανθό, ξεκουραζόταν χαζεύοντας έξω από το παράθυρο. Είχε ένα γλυκό χαμόγελο στο πρόσωπό της. Ένα ήρεμο χαμόγελο ικανοποίησης και υπερηφάνειας μαζί. Χαλαρωμένη, έμπλεκε τα δάκτυλά της αφηρημένα ανάμεσα στις τούφες των μαλλιών της. Τράβηξε μια καρέκλα, έβγαλε τα ψηλοτάκουνα και ακούμπησε τα πόδια της επάνω. Αφέθηκε, σαν να ήταν η πρώτη φορά που σταματούσε να τρέχει μετά από καιρό.

Εκείνος την κοιτούσε. Από την άλλη άκρη του δωματίου, την κοιτούσε με εμπιστοσύνη. Τα μάτια του φωτίζονταν περίεργα όταν αναλογιζόταν πόσα είχαν καταφέρει μαζί. Σαν να άλλαζαν χρώμα τα μάτια αυτά με τη χαρά, σαν να γίνονταν πιο ανοιχτά και προσεγγίσιμα. Χαμογέλασε πλατιά και αυθόρμητα ξεφύσησε από ανακούφιση. Σηκώθηκε, έβγαλε το καινούριο του μπλέιζερ που τόσο αγαπούσε, και πλησίασε το πρόχειρα στημένο για την περίσταση μπαρ. Πήρε δύο ποτήρια, έβαλε τρία παγάκια στο καθένα, όπως τους άρεσε, και τα γέμισε με αυτό το παλιό καλό ουίσκι που φυλούσαν από καιρό τώρα στο ντουλάπι.

Πήρε σοβαρό ύφος και τάχα μου αυθόρμητα κοίταξε τη μικρότερη της παρέας, με το κολλαριστό τζιν και το κοντό μα ατσούμπαλα χτενισμένο μαλλί. Καθόταν πιο πίσω από τους δυο τους, για να έχει, λέει, καλύτερη θέα. Για να μην επεμβαίνει στις σκέψεις που μοιράζονταν με τα μάτια, αλλά να μπορεί να τις ακούει και να τις παρακολουθεί συνάμα. Από γινάτι δηλαδή, έτσι, για να ‘χει κι εκείνη άποψη.

«Μικρή; Κόκα κόλα;» της είπε κι ένα γάργαρο γέλιο του προέκυψε. Με τη σειρά της, τον κοίταξε με τον ίδιο θαυμασμό που τον κοιτούσε κάθε φορά. Μετά γύρισε και κοίταξε κι εκείνη. Ήταν τόσο όμορφη όταν ήταν ήρεμη. «Μπα… Θα πιω κι εγώ ένα ποτό σήμερα. Λίγο, ένα δαχτυλάκι μόνο», του απάντησε με το πιο γλυκό της χαμόγελο. Και σηκώθηκε με γρήγορα βήματα για να κλείσει τα φώτα. Και το δωμάτιο παραδόθηκε στα λαμπιόνια που χάριζαν το φως τους σε νωχελικούς χριστουγεννιάτικους ρυθμούς.

Με τα χεράκια της το είχε στολίσει το δέντρο φέτος. Με ασημένιες ματ μπάλες, έτσι το φανταζόταν από καιρό. Με ένα μεγάλο μπλε αστέρι στην κορυφή και χαρούμενες πορτοκαλί κορδέλες. Δεν ήταν ψεύτικο το δέντρο τους φέτος. Όχι, ήταν αληθινό. Κι ας λένε ότι είναι κακό φενγκ-σούι. Φέτος τα ήθελαν όλα αληθινά…

Πέρασαν κάμποσα μακριά λεπτά. Σιωπηλά λεπτά. Φλύαρα, γεμάτα ανομολόγητες εξομολογήσεις. Εναλλαγές στα χαμόγελα και στις γκριμάτσες. Πλημμυρισμένα λεπτά από χαρούμενες σκέψεις, φτασμένα σχέδια και όνειρα πολλά, πολλά όνειρα. Χαρτιά δίπλα τους στοίβες, με εκκρεμότητες και θέματα προς διεκπεραίωση. Μα όλα φάνταζαν τόσο εύκολα εκείνη τη βραδιά. Και απλά. Και δυνατά.

Ήταν ομάδα. Μια υπέροχη ομάδα. Ένας για όλους και όλοι για έναν; Τρεις σωματοφύλακες μπορεί να μην ήταν. Είχαν τις κόντρες τους και τις διαφωνίες τους κι αυτοί. Αλλά ήταν ομάδα… Κοιτάχτηκαν και ήπιαν στην υγειά τους. Μια γουλιά, έφτανε μια γουλιά. Συντονισμένοι, σηκώθηκαν από τα γραφεία τους, μάζεψαν τα πράγματά τους, έκλεισαν την πόρτα πίσω τους και μπήκαν στο ασανσέρ. Ο δρόμος για το σπίτι φάνταζε ιδιαίτερα ποθητός απόψε. Κι εύκολος. Και ξένοιαστος.

Βγαίνοντας από το κτίριο αντάλλαξαν ευχές, αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν. Θα βρίσκονταν ξανά με τον νέο χρόνο. Θα χωρίζονταν για μέρες πολλές, ίσως πρώτη φορά μετά από καιρό, τόσες μέρες. Αλλά δεν ανησυχούσαν. Τον γενάρη θα ήταν πάλι εκεί, χωμένοι στα χαρτιά τους, να τρέχουν για τις νέες ιδέες. Και ανυπομονούσαν. Μέχρι τότε, συντονισμένοι, γύρισαν και κοίταξαν την ταμπέλα δίπλα στην είσοδο του κτιρίου και πήραν ανάσα βαθιά. Κι ας ήταν ήδη σκεπασμένη από το χιόνι... Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Κι εκεί… Σαν ομάδα... Και χασκογέλασαν αυθόρμητα. Και γεμάτοι, πήραν το δρόμο για τα σπίτια τους…


Εκείνη προς τη θάλασσα… Πήγαινε να συναντήσει τον αγαπημένο σύζυγο, να δοκιμάσει από την κατσαρόλα το φρεσκομαγειρεμένο «πεταχτό», να αλλάξει βιαστικά και να υποδεχτεί τους φίλους.

Εκείνος πήγαινε λίγο πιο μακριά. Στο καινούριο του σπίτι… Ανυπομονούσε να μπει μέσα και να φιλήσει την υπέροχη γυναίκα που μοιραζόταν τελευταία την καθημερινότητά του.

Και η άλλη, η μικρή, με το γκάζι πατημένο έτρεχε για το μικρό της διαμέρισμα, να βγάλει τα ρούχα και να χωθεί στην αγκαλιά του νέου και ίσως και τελευταίου ατίθασου έρωτα της ζωής της.

Υπέροχη χρονιά αυτή που έκλεινε. Πραγματικά υπέροχη…

Στο δρόμο για το fairytale… είχαν κερδίσει τον αγώνα.
Για το fair… U + tail. Κι ένα καταπράσινο cartoon να τους προστατεύει από δίπλα.



Υπέροχη χρονιά αυτή που έκλεινε. Πραγματικά υπέροχη…
Και ο δρόμος μπροστά τους έδειχνε υπέροχα ανοιχτός και μακρύς…

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2008

Falling




















"To be fond of dancing was a certain step towards falling in love... "

Jane Austen

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2008

Απορίες

- Μαμά, τι είναι ο έρωτας;

- Ο έρωτας είναι ένας ιός, αγάπη μου. Μια αρρώστια.

- Και από πού κολλάμε την αρρώστια του έρωτα, μαμά;

- Την έχουμε μέσα μας και πότε πότε μας θυμάται και εμφανίζεται, αγάπη μου. Όπως οι αλλεργίες.

- Και στον έρωτα τρέχουν δάκρια απ’ τα μάτια, μαμά; Όπως στις αλλεργίες;

- Πολλά δάκρια, αγάπη μου. Χαρούμενα δάκρια και λυπημένα δάκρια.

- Και μετά; Σηκώνει και πυρετό ο έρωτας, μαμά; Σαν το συνάχι που κολλάμε τον χειμώνα;

- Μεγάλο πυρετό, μωρό μου. Πολύ υψηλό. Τόσο, που το θερμόμετρο δεν μπορεί να τον μετρήσει.

- Και τι κάνουμε, μαμά; Πάμε στον γιατρό και μας δίνει σιρόπι για να μας περάσει;

- Όχι, καρδούλα μου. Για τον έρωτα δεν υπάρχει γιατρός. Ούτε φάρμακο υπάρχει.

- Δηλαδή άμα αρρωστήσουμε από έρωτα, είμαστε άρρωστοι για πάντα, μαμά;

- Μπορεί, αγάπη μου. Εκτός και αν ο οργανισμός μας τον νικήσει.

- Πώς, μαμά; Πώς νικάμε τον έρωτα;

- Φτιάχνουμε αντισώματα, ψυχή μου, και τον ξεπερνάμε. Μόνοι μας τον γιατρεύουμε τον έρωτα.

- Και δεν αρρωσταίνουμε από έρωτα ποτέ πια, μαμά; Σαν την ιλαρά;

- Αν είμαστε άτυχοι, δεν αρρωσταίνουμε ποτέ πια… Αν είμαστε αδύναμοι, υποτροπιάζουμε. Kαι αν είμαστε πραγματικά ρομαντικοί, παραμένουμε για πάντα άρρωστοι.

- Άτυχοι… αδύναμοι… υποτροπιάζουμε; ρομαντικοί… Δεν καταλαβαίνω τι λες, μαμά.

- Ξέρω τι λέω, μωρό μου. Μια μέρα, θα καταλάβεις κι εσύ…

- Μπερδεύτηκα, μαμά…

Αγοραίος έρωτας




















Ποιός μου είπε ότι ο έρωτας δεν αγοράζεται και δεν πουλιέται;
Ποιός απατήθηκε πλάνην οικτρά και ξεστόμισε πως είναι αγνός και άδολος;
Το είπες εσύ; Το είπες ή μου φάνηκε;
Λάθος έκανες. Λάθος τεράστιο.

Ποιός διάλεξε το κόκκινο για να χρωματίσει την αγάπη;
Ποιός της έδωσε το μόνο χρώμα της φωτιάς και όχι όλα του ουράνιου τόξου;
Του πολύχρωμου, του αβέβαιου, του αναποφάσιστου;

Τα λόγια, τα κορμιά;
Πουλιούνται τα λόγια; Αγοράζονται τα κορμιά;
Παζάρι είναι και οι μικροπωλητές παντού.
Πελάτες είμαστε όλοι - ό,τι μας δώσουν θα πάρουμε. Και θα το πουλήσουμε μετά με τη σειρά μας.
Για λίγα ή για πολλά, δεν ξέρω. Ξέρεις εσύ; Ίσως και στη διατίμηση.
Να τα χαρίσουμε; Αποκλείεται να τα χαρίσουμε.

Η καρδιά; Ξεπουλιέται η καρδιά;
Αναρωτήθηκες ποτέ; Ή μήπως γνωρίζεις;
Ξεπουλιέται και εξαγοράζεται η καρδιά. Και φιμώνεται και σωπαίνει και πλανάται.
Και κοιμάται βαθιά κάτι μέρες, κι άμα ξυπνήσει τη νανουρίζουμε πάλι.

Η ψυχή; Τα βλέμματα, τα αγγίγματα;
Ανταλλάσσονται τα αγγίγματα; Εσύ να μου πεις.
Όλα ανταλλάσσονται. Και υποτάσσονται και υποτιμούνται.
Και ξεχνιούνται. Κι αν όχι, αγκαθώνουν.
Και μας αρέσει. Ναι, ναι… κάτι φορές μας αρέσει κιόλας.

Αγοραίος έρωτας, θεόσταλτο δώρο…

Και καθείς εφ' ω ετάχθη…

Τρίτη, 27 Μαΐου 2008

Σκέψεις προς τον άνωθεν ηλεκτρολόγο


Όπως σε κάθε ηλεκτρολογικό πίνακα, έτσι και σ’ αυτόν της ζωής, οι ασφάλειες υπάρχουν για να προστατεύουν το κύκλωμα από την υπερένταση.

Όταν προσγειωνόμαστε στα δύσκολα, όταν το κύκλωμα υπερφορτώνεται ή είναι έτοιμο να βραχυκυκλώσει, όταν η ζωή μας υπερχειλίζει επικίνδυνα από σκέψεις, συναισθήματα, κούραση ή πίκρα, μια μαγική ασφάλεια «πέφτει». Κάτι σαν καμπανάκι κινδύνου που χτυπά πριν crashάρει το σύστημα, για να δηλώσει ότι ο οργανισμός μας είναι ανήμπορος να λειτουργήσει όπως πρέπει και μπορεί. Πως το κορμί έχει κουραστεί ή πως το μυαλό έχει επικίνδυνα μπλοκάρει.

Βιαστικά συνήθως, μπαλώνουμε τα αίτια και συνεχίζουμε από εκεί που είχαμε μείνει, σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Κοιτάμε λίγο γύρω μας, απομακρυνόμαστε από μερικούς ανθρώπους, προσεγγίζουμε άλλους, ξεκουραζόμαστε, χαλαρώνουμε. Άλλοτε πίνουμε και ξεχνάμε, άλλοτε πάμε διακοπές και ξεχνάμε. Κυρίως όμως ξεχνάμε. Σηκώνουμε περήφανα την ασφάλεια και το κύκλωμα συνεχίζει να λειτουργεί, ίσως και χωρίς πρόβλημα για κάμποσο καιρό ακόμη.

Με το πέρασμα του χρόνου όμως, τα ανοιχτά μας «θεματάκια» συσσωρεύονται και το πρόβλημα γίνεται πιο επικίνδυνο. Αρχίζουμε να χάνουμε τον εαυτό μας, να αναρωτιόμαστε ποιοί είμαστε, πού πάμε, τι θέλουμε, πόσο αντέχουμε. Είναι εκείνες οι ώρες που νιώθουμε πως πρέπει να κάνουμε ξεκαθαρίσματα κυρίως εσωτερικά, και μετά στα απ’ έξω μας. Να απαντήσουμε σε ερωτηματικά καθολικά, να βρεθούμε αντιμέτωποι με διλήμματα υποθετικά, να βρούμε το λόγο της ύπαρξης μας, τα όρια μας, τα περιθώρια συμβιβασμού μας. Είναι οι ώρες που θέλουμε απλά να το σκάσουμε από τη ζωή μας. Οι ασφάλειες δεν πέφτουν τότε, όχι. Ύπουλος ο δρόμος της εσωτερικής αναζήτησης. Τότε όμως, τι;

Στον ηλεκτρολογικό πίνακα της ζωής, υπάρχει πάντα και ένα ρελέ διαφυγής. Ένας διακόπτης μικρός, καλά κρυμμένος, που από κάτω έχει την ετικέτα ΑΥΤΟΣΥΝΤΗΡΗΣΗ. Μόλις πιάσουμε πάτο, αυτός μαγικά «πέφτει» και οι συναγερμοί του μυαλού φωνάζουν «DEFCON 5». Συναγερμοί παντού και το κορμί παράξενα εξασθενημένο. Τότε οι δρόμοι δεν είναι πολλοί. Είναι ένας και είναι μόνο προς τα πάνω. Είναι η ώρα που προσεκτικά πρέπει να μαζέψουμε τα κομμάτια μας και πραγματικά να ασχοληθούμε με το προβληματικό μας κύκλωμα. Να το ελέγξουμε συθέμελα, να το επιδιορθώσουμε και γρήγορα γρήγορα να ξεκινήσουμε την ανοδική μας πορεία.

Σοφά και ταιριασμένα όλα στον ηλεκτρολογικό πίνακα της ζωής. Ένα παραπονάκι έχω μόνο για τον αγαπημένο άνωθεν σχεδιαστή.

Στο κύκλωμα, μήπως θα μπορούσαμε εκεί δίπλα να προσθέσουμε κι έναν ροοστάτη μαζοχισμού; Ένα μαγικό συρόμενο κουμπάκι, που να μας επιτρέπει να χαμηλώνουμε λίγο την ένταση του πόνου από τα ίδια και επαναλαμβανόμενα λάθη μας και να ξεκουράζουμε λίγο παραπάνω τη ψυχή μας; Λίγο, έτσι για να προλαβαίνουμε να γλείφουμε τις πληγές μας ανάμεσα σε κάθε επιλογή αυτομαστιγώματος, να χωνεύουμε τα γενόμενα και ξανά να τραβάμε ακμαίοι προς τα ίδια ή νέα λάθη;

Κυριακή, 25 Μαΐου 2008

Μυστικό: Το κόκκινο φουστάνι













Η οικογένεια πάντα είχε μυστικά. Και γενιές τώρα πολλές, ας λέγανε ότι οι άντρες πάντα κάνανε κουμάντο. Στα δύσκολα, τα πολύ δύσκολα, όλοι ξέραμε ότι θα ερχόταν η σειρά της καθεμιάς, να τραγουδήσει στη ζωή γλυκόπικρους σκοπούς… Ταγμένες οι γυναίκες να υπηρετούν, να αναστηλώνονται, να συντηρούνται και να θεριεύουν. Ταγμένες η μια μετά την άλλη, φορώντας ένα κόκκινο φουστάνι, ν’ ακολουθούν τη μόνη δύναμη που γνώριζαν κι ας μην μπορούσαν να ερμηνεύσουν.


Η προγιαγιά μου γεννήθηκε σε ένα κατώι. Παλιά, πολύ παλιά. Κλέφτηκε η μάνα της με έναν μορφονιό και τη νύχτα του φευγιού, με την κοιλιά τούρλα απ’ το νόθο, κρυφτήκανε να βγάλουνε τη νύχτα. Τα παιδιά πεθαίνανε τότε στη γέννα, μα αυτό είχε θράσος και έκλαιγε σαν θεριό. Η μάνα της, η κυρά Ζωή την πήρε αγκαλιά και την τύλιξε στο κόκκινο φαρδύ φουστάνι της. Το θαύμα είχε γενεί. Και το μωρό ήταν δυνατό. Την έταξε, στη μόνη δύναμη που ήξερε κι ας μην μπορούσε να ερμηνεύσει. Την έταξε, και την ονόμασε Ευτυχία. Και την έντυνε πάντα με ένα κόκκινο φουστάνι, για να θυμάται πού χρωστάει το όνομά της. Και ζήσαν καλά.

Τα χρόνια πέρασαν και ένα κοριτσάκι ακόμη ήρθε στον κόσμο. Η Ευτυχία, ορφανή πια από μάνα, πατέρα και πατριό, το κράτησε αγκαλιά και στο πρώτο του κλάμα, του ψιθύρισε με λόγια σιγανά το μυστικό. Ήταν αλλιώτικο το κλάμα του μωρού αυτού. Γοερό και παραπονιάρικο. Σαν να ’ξερε πολλά. Σαν να καταλάβαινε πως μόνο μάνα θα ‘χε στη ζωή και ο πατέρας του, πρόσφυγας, δεν θα το έβλεπε ποτέ. Το τύλιξε στο κόκκινο ριχτάρι της και το έταξε στη μόνη δύναμη που ήξερε κι ας μην μπορούσε να ερμηνεύσει. Το ονόμασε Σοφία. Και ζήσαν καλά.

Με τη σειρά της, η γιάγια Σοφία, έτσι τη φωνάζαμε, χάρισε στην οικογένεια μετά από γέννες πολλές ένα στρουμπουλό και υγιές μωρό. Παλιά τα χρόνια ακόμη, πόλεμος και κατοχή, χήρα φρέσκια η ίδια μα κατά τ’ άλλα τυχερή. Ταγμένες οι γυναίκες της οικογένειας, κουμάντο έκαναν στα εύκολα και στα δύσκολα, καλό. Ανάβοντας ένα κερί στο μισοσκότεινο δωμάτιό της, με τον πόνο ακόμη ανάμεσα στα δυο της πόδια, προσευχόταν με λόγια ακαταλαβίστικα. Κι ονόμασε το μωρό αυτό Ελπίδα, τάζοντάς το στη μόνη δύναμη που ήξερε κι ας μην μπορούσε να ερμηνεύσει. Γιατί ήταν νέα ακόμη και είχε πίστη βαθιά. Και το τύλιξε σ’ ένα κόκκινο πανί να το κρατάει ζεστό. Και ζήσαν καλά.

Η Ελπίδα ήταν μια σύγχρονη γυναίκα, λίγο επαναστάτρια, λίγο παιδί των λουλουδιών. Μεγάλη πια, πολύ μεγάλη, έφερε στον κόσμο κι αυτή ένα μωρό. Ασθενικό, μα χαρούμενο. Κουρασμένη μες στο χειρουργείο, ζήτησε να μείνει μόνη με το νεογνό. Το κοίταξε στα δυο του μάτια για ώρα πολύ. Από καρδιά σε καρδιά, από ματιά σε ματιά, η Ελπίδα έταξε το μωρό στη μόνη δύναμη που ήξερε κι ας μην μπορούσε να ερμηνεύσει. Κι ας έλειπε ο άντρας της στην αγκαλιά μιας άλλης. Και με τη ρόμπα της κόκκινη απ’ το αίμα, το σκέπασε τάχα μου να μην παγώσει. Και το ονόμασε Γαλήνη. Και ζήσαν καλά.

Η Γαλήνη μεγάλωνε. Και μέρα με τη μέρα ανακάλυπτε έναν υπέροχο κόσμο γύρω της. Ελεύθερη η ίδια, αχαλίνωτη, και λάτρης της ζωής. Μια μέρα αποφάσισε να αποκτήσει ένα παιδί. Μονάχη της θα το μεγάλωνε. Δεν ήταν δα και τόσο σπάνιο στα χρόνια της. Κι γεννήθηκε ένα ακόμη κοριτσάκι. Με δυο μάτια σκούρα σαν κουκούτσια και μάγουλα ροδαλά σαν την καρδιά του καρπουζιού. Ασαράντιστη ήταν ακόμη η μικρή, όταν μια κρύα μέρα του Δεκέμβρη την τύλιξε σε ένα κόκκινο φουστάνι και την έταξε στη μόνη δύναμη που ήξερε και δεν μπορούσε να ερμηνεύσει. Και ψιθυρίζοντας το μυστικό, τη βάφτισε Ειρήνη. Και ζήσαν καλά.

Και ζούνε ακόμη.

Και στα δύσκολα, σιγοτραγουδούν ένα τραγουδάκι μικρό, σαν Μυστικό…


Ζωή
Ευτυχία
Σοφία
Ελπίδα
Γαλήνη και
Ειρήνη
Γυναίκες όλες, μα πρώτη εκείνη.


Τα δύσκολα σαν συναντάς
Το κόκκινο φουστάνι σου να βρίσκεις.
Κατάσαρκα να το φοράς
Κι αλήθειες να ξορκίζεις.

Στα σύννεφα να περπατάς
Πλάθοντας παραμύθια
Με οδηγό σου τη καρδιά
Θα βλέπεις της ζωής τη μόνη αλήθεια.

Το Μυστικό να τραγουδάς
τα ρίσκα της καρδιάς σαν παίρνεις.
Ταγμένη είσαι από παιδί
Σε δύναμη που δεν θα μάθεις να ερμηνεύεις.

Αγνή είναι σαν τη μάνα που γεννά
Μα καίει σαν τη φωτιά που διαφεντεύει.
Η Αγάπη πάντα θα σε τυραννά
Κι αυτή κάθε φορά θα σε θεριεύει.

Αγάπη
Ζωή
Ευτυχία
Σοφία
Ελπίδα
Γαλήνη και
Ειρήνη
Γυναίκες όλες, μα πρώτη εκείνη.

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2008

Τα λερωμένα, τ' άπλυτα...















Σήμερα έβαλα μπουγάδα...

Α... δεν πήγαινε άλλο.
Το μυαλουδάκι μου χρειαζόταν επειγόντως... «γενική».

Λίγο συγύρισμα για να βρουν τα κουτάκια της λογικής πάλι τη θέση τους.


Λίγο ξεσκόνισμα για να φύγουν οι παλιές ιδέες και να έρθουν θριαμβευτικά να κάτσουν άλλες πιο φρέσκες.

Λίγο σφουγγάρισμα γιατί πολύ σταθήκαμε στον πάτο και πόνεσε το κορμάκι μας.

Σήμερα έβαλα μπουγάδα... Δεν μπορούσα να περιμένω άλλο. Βαρέθηκα στα ίδια και τα ίδια.

Σήμερα έβαλα στη μπουγάδα και το κάλυμμα του καναπέ... πολύ το κουράσαμε, βρε πουλάκι μου, με την αναμονή.

Έφυγαν από πάνω του οι λεκέδες του μυαλού και έδειξε πάλι κόκκινος-κόκκινος και ατσαλάκωτος, πανέτοιμος για τους καινούριους ανθρώπους που θα υποδεχτεί. Χαρούμενους ανθρώπους, ζωντανά κορμιά παραδομένα ξανά στην αγκαλιά του...

Όσο για το feeling, έκανα και λίγο redecoration... Για τη χαρά της αλλαγής, μην φανταστείς!

Σήμερα έβαλα μπουγάδα και το χάρηκα!

Κρίμα μόνο που δεν μας έκατσε κι ένα αποχαιρετιστήριο πάρτυ... Έτσι, για να τσεκάρουμε τις αντοχές του καναπέ... και τις ανοχές του καλύμματος σε πιο υψηλές θερμοκρασίες πλύσης!

Τετάρτη, 7 Μαΐου 2008

Τυπάκια


Είναι κάτι τυπάκια, που δεν ρωτάνε τίποτα.

Τίποτα όμως.

Που μπορεί στο κάθε μέρα να γκρινιάζουν και να σου βγάζουν την ψυχή, και τις άλλες ώρες, τις πραγματικά δύσκολες, να μην ρωτάνε τίποτα.

Σαν αγγελάκια να κρέμονται στο πλευρό σου, να παρακολουθούν τα χείλη σου που μιλάνε και τις ατσούμπαλες κινήσεις των χεριών σου, και μέσα τους ας φουντώνουν. Άχνα όμως, λες και μαγική σιωπή έχουν καταπιεί.

Να θέλουν να σε κρίνουν, να σε φιμώσουν, να σταθούν δίπλα στο αυτί σου και να φωνάξουν με όλη τους τη δύναμη «Πρόσεχε…» κι όμως να υπομένουν καρτερικά την τρέλα σου και να επιμένουν στη δική τους.

Είναι κάτι τυπάκια τελικά που σε εκπλήσσουν. Ακόμη και χρόνια μετά, ακόμη και διαδρομές πολλές να έχετε κάνει μαζί.

Είναι κάτι τυπάκια που σ’ αγαπάνε. Και στο λένε μάλιστα. Δεν αγκομαχούν και δεν φοβούνται, δεν ντρέπονται και δεν κρύβονται.

Είναι κάτι τυπάκια που σε ξέρουν. Κι ας μην μπορούν να σε ψυχολογήσουν, σε αφουγκράζονται. Πεισμώνουν δίπλα σου και δεν κουνιούνται με τίποτα.

Γελάς; Κλαις; Ακούραστοι φρουροί, να επιβεβαιώνουν την ύπαρξή τους. Να σε προσέχουν. Και να μην ρωτάνε. Τίποτα να μην ρωτάνε. Είναι κάτι τυπάκια που αντέχουν.

Είναι κάτι τυπάκια… Πώς λέγονται, να δεις... Φίλοι;

Μαρικάκι μου, σ’ ευχαριστώ.

Σάββατο, 3 Μαΐου 2008

Θρύψαλα















Χίλια κομμάτια. Μπορεί και πιο πολλά...

Θρύψαλα να περπατάω επάνω τους και να ματώνω.
Κοφτερά τα δάκρια και καυτά, να με πονάνε όπως κατεβαίνουν στα χλωμά μου μάγουλα.

Κόκκινα φώτα παντού στο μυαλό μου. Συναγερμός... Τρέξε, κρύψου, φύγε...
Κόκκινο φανάρι μπροστά στα μάτια μου. Ακινητοποιημένη, δεν μπορώ να οπισθοχωρήσω. Δεν μπορώ ούτε να προχωρήσω...

Γυαλιά, σπασμένα γυαλιά, σκορπισμένα παντού από μεγάλα λόγια...
Από τεράστια λόγια.

Χίλια κομμάτια, μπορεί και πιο πολλά, να αντανακλούν τον πόνο, να τρυπούν το στομάχι, να ξελιγώνουν την καρδιά από την πείνα.
Να φωνάζουν τα ερωτηματικά και να χορεύουν ερωτικούς σκοπούς παράλογους.

Χίλια κομμάτια... Μπορεί και πιο πολλά...
Τόσα κομμάτια η ψυχή μου...

Σήμερα… Aύριο ξυπνά μια άλλη μέρα.

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2008

Η λοταρία της αγάπης

Στη λοταρία της αγάπης, όλοι παίζουμε συχνά.

Ντυνόμαστε όμορφα, αρωματιζόμαστε με αρώματα γλυκά, κυκλοφορούμε στους δρόμους και τρέχουμε για το παιχνίδι, έτοιμοι να επενδύσουμε άλλοτε μικρά ποσά και άλλοτε μεγαλύτερα. Αποθέματα αγάπης, λέγονται τα στοιχήματα. Κι όταν κλείσει η μέρα και ξαπλώσουμε στο μονό ή διπλό μας κρεβάτι, κάνουμε απολογισμό.

Μέσες άκρες, συνήθως όλα πάνε καλά. Άλλοτε χάνουμε, άλλοτε κερδίζουμε, είμαστε στα λεφτά μας. Στα ψυχικά αποθέματα της ζωής μας υπάρχει ισορροπία, ίσα για να μπορούμε να γελάμε, να τρώμε και να κοιμόμαστε χωρίς γκρίνια. Συχνά ακόμη και να νιώθουμε ένα φτερούγισμα στην καρδιά. Ίσα για να συνεχίζουμε να ερωτευόμαστε, να συμβιβαζόμαστε και ν’ αγαπάμε. Γιατί κατά βάθος, όσο δύσκολο κι αν φαίνεται, όσο σπάνιο ή ονειρικό, όλοι πάμε για το «τζακποτ».

Οι κανόνες συγκεκριμένοι, κι ας διεξάγεται η λοταρία της αγάπης σε κοινωνίες μικρές. Παρέες, μαθητικές τάξεις, γυμναστήρια, γραφεία, μπαράκια. Παντού παραμένουμε όλοι σε ετοιμότητα και παίζουμε το παιχνίδι. Περιμένουμε τη σειρά μας να κάνουμε την επόμενη κίνηση και αναλόγως με το ρίσκο και το διασκελισμό μας, λαμβάνουμε αντιδράσεις.

Κάτι φορές δεν τα καταφέρνουμε. Απογοητευόμαστε μεν, μα συνεχίζουμε. Άλλες πάλι, η τύχη μας χαμογελά λοξά, σαν να κερδίζουμε μόνο τον λήγοντα. Ένα μόνο ραντεβού και πάλι απ΄ την αρχή στο δρόμο της αναζήτησης. Άλλες φορές, και κάτι παραπάνω. Ένα φιλί, μία βραδιά, μία βδομάδα, μια σχέση. Ό,τι… Ευχαριστημένοι είμαστε και όλα καλά.

Μα είναι κι εκείνες οι άλλες οι φορές, τότε που κρατάμε στο χέρι τον μαγικό αριθμό. Που το πολυπόθητο τζακποτ βρίσκεται στην αγκαλιά μας, στην καρδιά μας, στο μυαλό μας, παντού. Και τότε νομίζουμε ότι τα έχουμε όλα. Η φαντασία μας ξαφνικά απελευθερώνεται και παρασυρόμαστε στη μαγεία κάνοντας όνειρα. Και λεγόμαστε επίσημα νικητές, ή τυχεροί, ή ερωτευμένοι.

Μέχρι που στη λοταρία της αγάπης, οι νικητές βρίσκονται να είναι δυο.

Κι εμείς, να μοιραζόμαστε απρόθυμα το έπαθλο και να κάνουμε τα στραβά μάτια. Να αντικρίζουμε το «αντικείμενο του πόθου μας» να ταξιδεύει αλλού και να παραμένουμε αξιοπρεπείς, αν και βουρκωμένοι.

Στη λοταρία της αγάπης οι κανόνες είναι συγκεκριμένοι...
Αν δεν είσαι ο μοναδικός, τότε δεν μπορείς να λέγεσαι νικητής.
Μην γελιέσαι.
Λέγεσαι απλά προδομένος.

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2008

Μονολογώντας πίσω από την πλάτη σου, ω Βασιλεύ






















Πλάνεψέ με...
κι όταν τα βράδια παραληρώ στην αγκαλιά σου
στα δυο σου μάτια να ξεχνώ τα βλέμματα των άλλων.
Και το πρωί, να τα θυμάμαι και να θέλω πάλι να σου λέω καλημέρα.

Παράσυρέ με...
για κάθε σου φιλί στο στόμα ας πρέπει να σωπαίνω,
αν λίγα λόγια παραπάνω ειπωθούν, εγώ θα πληγωθώ.
Μα το κορμί μου ταγμένο να επουλώνεται σε ένα δικό σου χάδι.

Τύφλωσέ με...
και η φλόγα του κεριού που χάσκει οκνηρά μες στο σκοτάδι
στα ποθημένα άλλων εποχών κάνει τα μάτια να πονάνε.
Μα το σήμερα, το αύριο δεν μπορεί να καταπίνει κι ας το κάνει.

Μέθυσέ με...
δεν κάνω πίσω, δεν μπορώ, δεν αντιστέκομαι
κι αν σε μοιράζομαι, να ανασταίνομαι και να πεθαίνω θέλω μόνο.
Κι ας επιμένω να προσβλέπω σε ονειρεμένους κόσμους, δικούς μου τάχα.

Κράτησέ με...
και ψιθυριστά τραγούδα μου τα λόγια των ύπουλων σειρήνων
που οι εραστές κάποιας ταινίας έχουν μάθει απ’ έξω ν’ απαγγέλουν.
Μα δεν πειράζει, αν η σκηνοθεσία είναι προσεγμένη κι από σένα.

Ταξίδεψέ με...
στη δοκό του αβέβαιου θανάτου περπατώντας ίσως πέσω,
μα υμνώ τον έρωτα των όσων ζω και αύριο ίσως δεν ζουν μαζί μου.
Σε ένα ρέκβιεμ ερωτοτροπώ πρωτόγονο, πρωτόγνωρο απ’ όλα τ’ άλλα.

Μηδένισέ με...
κι ας χαθείς κι εσύ όταν τα λόγια αυτά σβηστούν από την πλήξη,
όταν καούν τα θέλω, τα γιατί, τα δεν μπορώ και τα ημίμετρα.
Ίσως πάλι, να δεις στο παραμύθι το είναι μου να ανατέλλει στη μορφή σου.

Ανέβασέ με...
κι ασφάλισέ με πιο ψηλά, ανάμεσα στο πάθος των φιλιών σου
κι ας κυνηγάω τα ρίγη που αλλοιώνουν την κοριτσίστικη μορφή μου.
Στην πτώση επάνω, εγώ θα σε κρατήσω στης ψυχής μου την απρόσμενη οδύνη.

Ω Βασιλεύ, μονολογώντας πίσω από την πλάτη σου, όλα μοιάζουν ήδη ειπωμένα…

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2008

Εσωτερική απεικόνιση



















Λείπω πολύ καιρό, μα είναι πρόκληση η πρόσκληση αυτή και γι’ αυτό λύνω και πάλι τη σιωπή μου…
Λίγη ακόμη ψυχανάλυση, και τα συμπεράσματα ανοιχτά σε άγνωστους θεατές. Άγνωστους, όπως ίσως σε μένα ο εαυτός μου.

Για την ευκαιρία αυτή,
σ’ ευχαριστώ, για μια ακόμη φορά,
από μακριά, για μια ακόμη φορά,
πολύ, για μια ακόμη φορά,
γλυκιά, πολύ γλυκιά, Μενεξεδιά


Γιατί κλαις;
Γιατί τα δάκρια καθαρίζουν τη ψυχή και την καταπραΰνουν απ΄ τα βάσανα.
Γκρεμίζουν τον εκνευρισμό και λύνουν τη γλώσσα.
Καλμάρουν το μυαλό και ανακουφίζουν το πνεύμα.
Παγώνουν τη λογική και τη γεφυρώνουν με την καρδιά.

Γιατί δεν κλαις;
Γιατί τα δάκρια εκβιάζουν τους ανθρώπους και προκαλούν τον οίκτο.
Εξαντλούν το κορμί και θολώνουν τα μάτια.
Σταματούν τη δράση και αποκλείουν το αποτέλεσμα.
Παγώνουν τη λογική και τη γεφυρώνουν με την καρδιά.

Πού είναι ο βάλτος;
Εκεί που υπάρχουν σταυροδρόμια και όλα οδηγούν σε αδιέξοδο.
Και ο ταπεινός περιπατητής της ζωής δεν σηκώνει το βλέμμα για να δει μια ακόμη έξοδο κινδύνου. Κι ας είναι εκεί.

Ποιος και πού είναι ο δεσμοφύλακας;
Η φυλακή λέγεται ελευθερία. Και στο μέρος αυτό, δεσμοφύλακας μόνο εγώ, να επιλέγω τα δεσμά μου. Κλεισμένη εκεί, δεν μπορώ ν’ αφεθώ και να παραδοθώ σε τίποτα που να μην ορίζω.

Πού συναντάς μια εντελώς δική σου άβυσσο;
Χαμένη στα δάση της σκέψης μου, όταν σκοτεινιάζει και τα δέντρα δείχνουν απειλητικά ψηλά, ένας λαβύρινθος υποθετικών σεναρίων και συμπερασμάτων ξεδιπλώνεται. Άβυσσος το μυαλό μου.

Περιφρονείς κάτι;
Το ψέμα και ό,τι δεν ξεγυμνώνεται στην αλήθεια.
Την αδιαφορία και ό,τι προσπερνά το χαμόγελο ή το κλάμα ενός μικρού παιδιού.
Την άγνοια και ό,τι γυρίζει την πλάτη στη γνώση ενώ θα πρέπει να διδάσκεται.
Την εμπάθεια και ό,τι δεν γνωρίζει μέτρα και σταθμά.

Θα ερωτευόσουν για πάντα;
Ορίζει κάποιος την καρδιά;

Γιατί πουλιούνται τα «έργα τέχνης»;
Για να κομπάζουν οι νέοι ιδιοκτήτες και από τη φλυαρία τους να αναγνωρίζονται τελικά και οι δημιουργοί τους.

Μήπως να αφαιρεθούν τα εισαγωγικά από την προηγούμενη ερώτηση;
Αλλάζει κάτι;

Do you remember revolution?
Δεν υπάρχει “revolution”. Με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, όλα οδηγούνται σε “evolution”.

Θα ανέβαινες ένα βουνό αν το επέβαλε το ωροσκόπιό σου;
Όταν συννεφοπερπατάς, δεν είναι δύσκολο να ανέβεις τα βουνά… Η πτώση μόνο με φοβίζει.

Θα σκότωνες τον παππού σου, αν το τζάμι δεν έσπαγε απ' τον πάγο;
Στο μαγικό panel θα πατούσα «Unfreeze» και με πιρουέτες θα τελειώναμε μαζί την πίστα. Σ’ αυτό το παιχνίδι, ποτέ μην εγκαταλείπεις τον συμπαίκτη.

Θα μπορούσες να κλείσεις τα μάτια σου, αν η ζωή σου έστηνε καρτέρι;
Και να χάσω το καλύτερο; Κυνηγητό, κρυφτό, σ’ όλα τα παιχνίδια μέσα είμαι.

Θα κυλούσε η πέτρα του θανάτου το πρωί, αν δεν κινδυνεύατε να τιμωρηθείτε απ' το νόμο;
Πετροπόλεμο δεν έπαιξα ποτέ. Για να μην είμαι όμως στις παράπλευρες απώλειες, κρανάκι και όλα καλά. Ό,τι ανεβαίνει, κατεβαίνει. Το λέει και ο νόμος της βαρύτητας.

Θα εξετάζατε το ενδεχόμενο να διανύσετε μετά τα μεσάνυχτα απ' την αρχή μέχρι το τέλος την οδό Αχαρνών, αν γνωρίζατε ότι ποτέ δεν πρόκειται να σας συλλάβουν;
Απαγορεύεται το περπάτημα; Μήπως ισχύει και ο νόμος περί τεντιμποϊσμού;

Θα σκότωνες τον Μπους αν σου χάριζαν δέκα λαχταριστά εκλέρ;
Θα τον τιμωρούσα με δια βίου αφηγήσεις από την εμπόλεμη ζώνη. Όλοι έχουν δικαίωμα στην μετάνοια… Ακόμη και οι ανόητοι.

Θα μου έδειχνες τα σαπισμένα σου δόντια αν έβλεπες μέσα τους τα αστέρια;
Κάθε κάμπια μεταμορφώνεται τελικά σε πεταλούδα. Η ομορφιά εναπόκειται απλώς στα μάτια του παρατηρητή.

Θα έπεφτες στο πηγάδι αν ήσουν θλιμμένος;
Στη θλίψη, δεν προσγειώνομαι στην πραγματικότητα αλλά απογειώνομαι με τη φαντασία.
Θα αναζητούσα τα λατρεμένα μου σύννεφα για μια ακόμη βόλτα στο φεγγάρι, κι εκεί ψηλά στον ουρανό θα την κερνούσα στα αστέρια. Και θα μου έμενε μόνο η χαρά.

Αλήθεια, δεν ξέρεις πως έτσι γεννιούνται τα πεφταστέρια; Βαραίνουν απ’ τη θλίψη των ανθρώπων και αποχωρίζονται τον μαύρο ουρανό. Μα δεν λυπούνται. Και πέφτουν πάντα στα μαλακά. Βουτούν στη θάλασσα και ώσπου να ξημερώσει, μεταμορφώνονται και ζουν με άλλη μορφή, ξανά. Ξαπλώνουν στην άμμο και αγκαλιά με το κύμα λικνίζονται οκνηρά. Για να βρεθούν μια μέρα στα άδολα χέρια των μικρών παιδιών και απολαμβάνοντας το χάδι τους, να τους ψιθυρίσουν μυστικά. Ξεψυχώντας, να τους μάθουν ότι τ' αστέρια είναι φωτεινά για να ρουφούν τη λύπη και να θυμίζουν την ελπίδα. Η κρισάρα της χαράς.
Έτσι το 'μαθα κι εγώ. Αλήθεια, εσύ δεν το 'ξερες;