Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2008

Ζευγαράκια στο στρουμφοχωριό

Ε, λοιπόν, σήμερα την έχω δει λίγο αλλιώς…

Δεν φταίω εγώ, όλα κι όλα, δεν φταίω εγώ…
Αυτά φταίνε, που ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια!

Ζευγαράκια, ζευγαράκια παντού, νέα, χαριτωμένα, ταιριαστά και αταίριαστα, με τα μακριά αχτένιστα μαλλιά τους και τα δεκάδες σκουλαρίκια, ζευγαράκια όλο μέλια, χαρούμενα, χοχόλικα, μεθυσμένα από την ύπαρξη τους…

Γκρρρ… Μου τη δίνουν τα ζευγαράκια!

Πας να πιείς έναν καφέ και κάθονται στον διπλανό καναπέ, απλωμένα σε στάσεις ζεν να ερωτοτροπούν σε κόσμους άλλους, λες κι εσύ δεν υπάρχεις, δεν ενοχλείσαι…

Πας να κατεβείς την κυλιόμενη σκάλα του μετρό και στέκονται αγκαλιασμένα δυο δυο να σου κλείνουν τον δρόμο, λες και σταμάτησε ο χρόνος, λες κι ο κόσμος όλος συντονίζεται στους αργόσχολους ρυθμούς τους.

Πας να πάρεις ένα πακέτο τσιγάρα από το μαγαζάκι της γειτονιάς και τα βρίσκεις μέσα, δίπλα στο αερόθερμο, το ένα πάνω στο άλλο, να μην σου δίνουν σημασία, λες και δεν είσαι ο πελάτης και δεν έχεις πάντα δίκιο.

Ζευγαράκια παντού… να μου θυμίζουν εκείνα τα μικρά μπλε πλασματάκια, τα μονίμως χαρούμενα και γελαστά, λες και ζούμε σε ένα μαγικό στρουμφοχωριό που δεν υπάρχει ο Δρακουμέλ, και όλα είναι τέλεια και ιδανικά… Μικρές Στρουμφίτες και μικροί στρουμφο-Ονειρούληδες να περιπλανιούνται στον έρωτά τους ανέμελοι.

Στρουμφάκι κι εγώ, το πιο μπλε απ’ όλα απ΄το θυμό, να ταυτίζομαι μ’ εκείνο το ένα, ξέρετε ποιό λέω, το σπαστικούλι και αντιπαθητικό, και να φωνάζω:
«Μου τη δίνουν τα ζευγαράκια...»
Σαν τον στρουμφο-Γκρινιάρη να μουτρώνω…

Φάση είναι, θα περάσει, σκέφτομαι για αυτά τα στρουμφο-αυτοκολλητάκια…

Φάση είναι, θα σου περάσει, λέω και στον εαυτό μου...
Αλλά ας συντονιστούμε επιτέλους σ’ αυτό το στρουμφοχωριό!

Και σταματήστε να με λέτε Ζηλιάρη… Γκρινιάρης είναι το όνομά μου…

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2008

Οι εραστές

«Θα αργήσω και θα με διώξουν…» του έλεγε και του χαμογελούσε παιχνιδιάρικα.

«Δεν πειράζει, αγάπη μου. Εμείς αγκαλιασμένοι, θα τρώμε έρωτα.» της απαντούσε εκείνος και την έσφιγγε μαλακά επάνω του. Την φιλούσε πρώτα στο λαιμό, μετά παθιασμένα στα χείλη, ύστερα μαλακά στα μάτια. Δεν ήθελε μα την άφηνε, και έμπαινε στο σπίτι.

Εκείνη, του έστελνε ένα τελευταίο πεταχτό φιλί και φεύγοντας έκλεινε την πόρτα πίσω της, κούμπωνε γρήγορα γρήγορα το παλτό της και κατέβαινε τρέχοντας τις σκάλες.

Γιόρταζαν την ίδια μέρα, κι ας είχαν διαφορετικά ονόματα. Γιόρταζαν κάθε μέρα, κι ας μην είχαν στο τραπέζι τους παρά λίγο ψωμί, μερικές ελιές και μια χούφτα μπαγιάτικο καφέ. Γιόρταζαν τον έρωτα.

Δύσκολοι καιροί. Και οι δυο τους δούλευαν στην φάμπρικα. Εκείνη ξύπναγε πρωί, χαράματα. Βιαστικά έριχνε λίγο νερό στα μούτρα της, χτένιζε τα μακριά της μαλλιά, τα έπιανε έναν χαλαρό κότσο και ντυνόταν με τα ρούχα που πριν λίγες ώρες είχε βγάλει.

Έβαζε το μπρίκι με τον καφέ στη φωτιά και, αχνιστός όπως ήταν, τον έχυνε στο λευκό ραγισμένο φλιτζάνι και τον άφηνε στο πεζουλάκι, πλάι στη ξυλόσομπα που σιγόκαιγε. Κι όπως ετοιμαζόταν για να φύγει, άκουγε εκείνον να της χτυπά την πόρτα.

Ποτέ δεν άνοιγε την πόρτα μόνος. Ήθελε να τη βλέπει να του ανοίγει, σαν να τον καλωσορίζει κάθε μέρα στο φτωχικό τους, σαν να του λέει με τον τρόπο της ότι τον αγαπά και τον αποδέχεται ακόμη, όσο λίγος κι αν ήταν για εκείνη.

Μόλις του άνοιγε, τη στρίμωχνε στην εξώπορτα και την αγκάλιαζε σφιχτά.
«Θα αργήσω και θα με διώξουν…» του έλεγε και του χαμογελούσε παιχνιδιάρικα.
«Δεν πειράζει, αγάπη μου. Εμείς αγκαλιασμένοι, θα τρώμε έρωτα.» της απαντούσε εκείνος και την έσφιγγε επάνω του τρυφερά.

Δούλευε στη φάμπρικα βάρδια νυχτερινή, πιο καλοπληρωμένη, και αποκαμωμένος έμπαινε σπίτι, έπινε μια γουλιά απ΄ τον καφέ που του είχε ετοιμάσει κι έπεφτε στο κρεβάτι. Πάντα ήθελε λίγη ζάχαρη παραπάνω στον καφέ του. Μα δεν της το έλεγε, μην την στεναχωρέσει.

Έκλεινε τα μάτια και βυθιζόταν σε ύπνο βαθύ. Πάντα κοιμόταν από τη δεξιά πλευρά του κρεβατιού, την καλή. Πάντα κοιμόταν από τη δεξιά πλευρά του κρεβατιού, τη δική της. Έχωνε την αξύριστη μουσούδα του στο προσκέφαλο και μύριζε το άρωμά της. Και αγαλλιασμένος, ονειρευόταν την παρουσία της.

Ονειρευόταν πώς ήτανε οι δυο τους ακόμη παιδιά, στην ίδια φτωχογειτονιά. Αχώριστοι, παίζανε το ζευγάρι. Μια μέρα τη φίλησε στο μάγουλο και της είπε, «Θα με παντρευτείς;» Ήτανε δεν ήτανε δεκατριών χρονών. Κι εκείνη, βγάζοντας σπίθες απ’ τα μάτια, του είπε «Θα σε παντρευτώ» και χασκογέλασε.

Ζούσε γι' αυτές τις σπίθες των ματιών της. Ζούσε για να τις βλέπει κάθε πρωί να του λένε «Θα αργήσω και θα με διώξουν…», και να του χαμογελάνε παιχνιδιάρικα.
«Δεν πειράζει, αγάπη μου. Εμείς αγκαλιασμένοι, θα τρώμε έρωτα.» να της απαντά με τη σειρά του και να τη σφίγγει επάνω του.

Το όνειρο τέλειωνε και βιαστικά ξυπνούσε, φόραγε καθαρό μπλουζάκι, ξυριζόταν με χλιαρό νερό απ΄το κατσαρολάκι πάνω στη ξυλόσομπα, κι έφευγε. Για την άλλη τη δουλειά του, στο μαγαζί. Το μεροκάματο δεν ήτανε σπουδαίο, αλλά φτιαγμένοι καλοφαγάδες πηγαίνανε για μεσημεριανό κολατσιό και σε κανένα ποτηράκι παραπάνω, του αφήνανε και κατιτίς. Πέρναγε η ώρα, ήτανε και παλικάρι, άντεχε, για να πάει στο νυχτοκάματο ξανά.

Εκείνη, μόλις τελείωνε απ’ τη δουλειά στη φάμπρικα, έτρεχε γρήγορα στην αφεντικίνα της. Μπαλωματού ήτανε, τίποτα σπουδαίο, αλλά πιάνανε τα χέρια της και τα κατάφερνε καλά. Και οι κοντέσες της αφήνανε πότε πότε κατιτίς για να την καλοπιάσουν.
Και μετά, με βήματα βαριά γύρναγε αποκαμωμένη στο φτωχικό τους.

Άνοιγε την πόρτα και μύριζε τον αέρα, μήπως και πιάσει το άρωμα του κορμιού του ακόμη εκεί. Μάταια. Έπαιρνε τον κρύο πια καφέ του κι έπινε την τελευταία γουλιά, ίσα για να ακουμπήσει τα χείλη πάνω εκεί, που είχαν ακουμπήσει πρωτύτερα τα δικά του. Πάντα ήθελε λίγη παραπάνω ζάχαρη στον καφέ, αλλά δεν έριχνε, τον έκανε έτσι για να του αρέσει.

Ξεντυνόταν, έλυνε τα μακριά της μαλλιά και χωνόταν στο κρεβάτι. Πάντα κοιμόταν από την δεξιά πλευρά, την καλή. Εκεί που κοιμόταν κι αυτός. Έβλεπε το σεντόνι ατσαλάκωτο από την πλευρά του και ήξερε πως και σήμερα είχε χωθεί στο προσκεφάλι της να κοιμηθεί.

Κι εκεί, πλανεμένη από τις σκέψεις του, την έπαιρνε ο ύπνος και θυμότανε που ήτανε παιδιά.
«Θα με παντρευτείς;» της είχε πει. Και σπίθες πετάγονταν από τα μάτια του. Τέτοιες σπίθες που έβλεπε ακόμη να πετάγονται, όταν τα πρωινά, τον καλοδεχόταν στο σπιτικό τους. Αν και ήδη έτοιμη, καθυστερούσε επίτηδες, περιμένοντας να ακούσει τον χτύπο της πόρτας, να του ανοίξει, να τη στριμώξει εκεί στην εξώπορτα και να την αγκαλιάσει τρυφερά.
«Θα αργήσω και θα με διώξουν…» του έλεγε και του χαμογελούσε παιχνιδιάρικα.
«Δεν πειράζει, αγάπη μου. Εμείς αγκαλιασμένοι, θα τρώμε έρωτα.» της απαντούσε εκείνος και σπίθες πετάγονταν από τα μάτια του.

Έτσι η ζωή κυλούσε για τους εραστές. Οι μέρες φεύγαν, τα χρόνια περνούσαν, κι εκείνοι ακόμη εκεί, εραστές ερωτευμένοι με την απουσία τους. Ερωτευμένοι με τις σπίθες των ματιών τους. Ερωτευμένοι μες στα όνειρά τους. Δύσκολοι καιροί.

Μια μέρα, εκείνος χτύπησε την πόρτα μα εκείνη δεν απάντησε. Ανήσυχος, άνοιξε και έτρεξε μέσα, για να τη δει ξαπλωμένη απ’ τη δεξιά πλευρά του κρεβατιού, την καλή, με τα χέρια ανοιγμένα προς το μέρος του.

«Είμαι κουρασμένη» του είπε. «Θα αργήσω και θα με διώξουν…» Και χλωμές σπίθες ξέφυγαν από τα μάτια της, προσμονής.
«Δεν πειράζει, αγάπη μου.» Ήταν σειρά του τώρα. «Εμείς αγκαλιασμένοι, θα τρώμε έρωτα.» Και δακρυσμένες σπίθες έτρεξαν απ’ τα δικά του.

Την αγκάλιασε σφιχτά, κι ας έκαιγε απ’ τον κακό πυρετό. Την έγδυσε τρυφερά, ν’ ακουμπάει το κορμί της πάνω στο δικό του. Να την δροσίζει, να της απαλύνει τον πόνο. Κι έμειναν εκεί, κορμιά αγκαλιασμένα, με τις σπίθες των ματιών τους να ζεσταίνουν τα χέρια, τα χείλη, τα μάγουλα. Κι έμειναν εκεί, σιγοσβήνοντας στον έρωτά τους, οι εραστές, σαν καντηλάκια δίχως λάδι.

Κι έμειναν εκεί, για μέρες πολλές.

Δυο αστυνομικοί χτύπησαν την πόρτα, μα δεν τους άνοιξε κανείς. Την έσπασαν και μπήκαν μέσα. Δυο κορμιά βρήκαν, κουλουριασμένα μεταξύ τους, δεμένα σαν ένα, με κάτι μάτια λαμπερά απ΄τον πυρετό, έτοιμα να πετάξουν σπίθες, και χείλη ζαρωμένα, σαν να δίνουν φιλιά.

Μια γειτόνισσα κρυφοκοίταξε μέσα απ’ την ανοιχτή πόρτα. «Αχ, ανόητοι εραστές … » μουρμούρισε και γύρισε την πλάτη φεύγοντας, μην τύχει και την κολλήσει το κακό.

Δυο ψυχές… ελεύθερες από τα βαριά κορμιά. Και η μέρα έδειχνε περίεργα ηλιόλουστη, σαν από φως απόκοσμο. Και πέρασαν έτσι την αιωνιότητα μαζί.

Και έμειναν στη μνήμη της φτωχογειτονιάς, σαν τους εραστές που στο όνομα του έρωτά τους, ξέφυγαν από τα ανθρώπινα κορμιά και ανυψώθηκαν στο άπαν της αγάπης, εκεί που δεν υπάρχει χρόνος, εκεί που δεν χρειάζεται τροφή… Τρώγοντας έρωτα, για μέρες, μόνο. Αγκαλιασμένοι… απ΄ τη δεξιά πλευρά του κρεβατιού, την καλή.

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2008

Χρώματα















Η ζωή είναι ένας ανάγλυφος χρωματιστός καμβάς.

Κάθε λεπτό, μια καινούρια πινελιά χρώματος μαγικά προστίθεται στη ζωγραφιά μας. Τα χρώματα δεν είναι πολλά, αλλά οι συνδυασμοί τους δημιουργούν άπειρες αποχρώσεις.

Στον πίνακα της ζωής άλλοτε αντικρίζουμε ένα αρμονικό σχέδιο και άλλοτε έναν χαοτικό κόσμο, απαράμιλλης ομορφιάς όμως ο καθένας, κι ας μην αγκαλιάζουμε πάντα το αποτέλεσμα. Άλλοτε σκούρα χρώματα κυριαρχούν και άλλοτε πιο ανοιχτόχρωμα, μέχρι κι αυτά να σκεπαστούν από άλλα πιο φρέσκα.

Το τελευταίο χρώμα πάντα κυριαρχεί στα μάτια μας, μας τραβά τη προσοχή, όμως τα άλλα που βρίσκονται από κάτω, αν και δεν φαίνονται πια, είναι αυτά που δίνουν όγκο στο φαίνεσθαι της στιγμής. Σαν τις εμπειρίες και τα βιώματα, που αν και ξεχασμένα στο χρονοντούλαπο της ψυχής και του νου, τελικά καθοδηγούν ή αποτρέπουν κάθε γενόμενό μας (μήπως τελικά ή μοίρα μας είναι γραμμένη στο παρελθόν μας;)

Η ζωή είναι ένας ανάγλυφος χρωματιστός καμβάς.

Άλλοτε ζωγραφισμένος με νερομπογιές που με τα δάκρια θολώνουν και ξεβάφουν, άλλοτε με κάρβουνο που μέσα στη μονοτονία του όλες οι σκιές αποκτούν υπόσταση, άλλοτε με μαλακά παστέλ που απλώνονται εύκολα και κυριαρχούν στο κάδρο. Άλλοτε πάλι με ανεξίτηλους μαρκαδόρους που αποτυπώνουν καθαρά περιγράμματα και ευθείες, και άλλοτε με τέμπερες και χρώματα λαδιού που ανακατεύονται με το λευκό και κάνουν μύριες αποχρώσεις.

Από μικρή, φτιάχνω έναν μαγικό καμβά και κάθε ξημέρωμα τον ξεκινάω απ’ την αρχή.
Σήμερα λέω να πάρω τις δακτυλομπογιές. Τις θυμάστε τις δακτυλομπογιές; Μ’ αυτές ζωγραφίζαμε παιδιά. Δεν χρειαζόταν τέχνη για να τις χρησιμοποιήσεις, μόνο φαντασία και πείσμα και όλα μπορούσαν να πάρουν μορφή στο λευκό καναβάτσο.

"Τι είναι αυτό το πράσινο στρογγυλό που ζωγραφίζεις;" ρώταγε η μαμά.
"Ο ήλιος", απαντούσα.
"Και γιατί τον έκανες πράσινο;"
"Γιατί έχει θυμώσει που τ’ αστέρια δεν τον παίζουν", απαντούσα.

Έτσι θα ξεκινήσω και σήμερα, με έναν πράσινο ήλιο.

Και μετά, θα βάλω το καφέ, το χρώμα του γόνιμου χώματος, και θα βάψω μια θάλασσα πελώρια. Μια θάλασσα που μέσα της θα έχει χωνέψει όλες τις στεριές του κόσμου. Έτσι, δεν θα χρειάζεται να περπατάω πια, παρά μόνο να λικνίζομαι στα κύματά της.

Μετά θα πάρω το κίτρινο, το φωτεινό των αστεριών, και θα φτιάξω χαμόγελα. Θα τα καβαλάω και θα ταξιδεύω στην απέραντη θάλασσα. Πάντα τα χαμόγελα με έκαναν να ταξιδεύω σε ειρηνικούς ορίζοντες.

Με το μωβ, το παιχνιδιάρικο μα και αυστηρό συνάμα, συχνά ακόμη και πένθιμο, θα γράψω σύννεφα. Γιατί με θυμώνει όταν μου σκεπάζουν τον ήλιο και φέρνουν βροχή. Αλλά θα καβαλάω τα κίτρινα χαμόγελα και θα πετάω πάνω από αυτά. Και τότε θα είμαι χαρούμενη. Θα τα παίρνω στα χέρια μου και θα τα ζυμώνω σε ό,τι σχήμα θέλω. Και γελώντας θα κάνουμε παρέα.

Με το ροζ, του ζαχαρωτού και της καραμέλας, θα ζωγραφίσω τα παραμύθια. Δεν θ’ αναπνέω τίποτα άλλο, μόνο παραμύθια. Συννεφοπερπατώντας θα παίρνω μια βαθιά ανάσα και θα γεμίζω τη ψυχή μου με φιγούρες από άλλες εποχές. Με δράκους, με μάγισσες, με πριγκηπέσες και πήγασους, με κάστρα και νάνους. Και θα τις δείχνω στον ήλιο να χαίρεται κι αυτός.

Μετά θα βρω το μπλε, και θα ζωγραφίσω τον πόνο. Χρήσιμος ο πόνος για να ξυπνάμε στη ζωή, αλλά ως εκεί. Και δεν θα πω άλλο γι’ αυτόν, μα γρήγορα θα διαλέξω το πορτοκαλί του ηλιοβασιλέματος και θα τον ηρεμήσω. Θα δύσει κι αυτός και θα χαθεί μέσα στα άλλα χρώματα. Θα τον καλμάρω και θα τον σκορπίσω την καφετιά μου θάλασσα, βαθιά μέσα της να χαθεί.

Με το κόκκινο, το μεθυστικό του κρασιού, θα πιω στους ανθρώπους. Όλους τους ανθρώπους κόκκινους θα τους κάνω. Άλλους πιο ανακατεμένους με το κίτρινο, άλλους πιο σκούρους μπερδεμένους με το μπλε. Κόκκινοι άνθρωποι, να με ταξιδεύουν στην πλάνη και στην αλήθεια, αρκεί να με ταξιδεύουν. Πολλούς ανθρώπους θα φτιάξω, την οικουμένη όλη.

Μου περίσσεψε το μαύρο, που μέσα του όλα τα ρουφάει και από κάτω του όλα τα κρύβει και όλα τα εξομοιώνει. Με λίγες μαύρες πινελιές θα σχηματίσω την αγάπη. Και θα τη βάλω μέσα στους κόκκινους ανθρώπους. Γιατί όταν ζεσταθεί από τη φωτιά της ανάσας τους, σαν τον μαύρο σίδηρο θα πυρακτωθεί, και με τη σπίθα της θα τους κάψει και θα τους κάνει φωτεινούς και λαμπερούς, σαν τα χαμόγελα.

Και τέλος, με το αναποφάσιστο γκρι θα φτιάξω τη μελαγχολία και θα τη βάλω στο δισάκι μου, στον ώμο να την κουβαλάω. Να με βαραίνει για να θυμάμαι να κατεβαίνω από τα μωβ συννεφάκια. Και όταν με κουράζει, θα την αφήνω πάνω στα κύματα και ελεύθερη και αβαρής θα αρμενίζω στον καμβά μου.

Άμπρα κατάμπρα… και ανοίγω τα μάτια.

Αφηρημένος ο πίνακάς μου και ακατανόητος. ‘Ολα μαζί τα χρώματα και κανένα χώρια. Και το λευκό του καναβάτσου μου όλα πάνω του να τα φοράει.

Η ζωή είναι ένας ανάγλυφος χρωματιστός καμβάς.

Κι εγώ η ονειρόσκονη. Χρυσή και ασημένια, όλα τα λευκά του καναβάτσου να γεμίζω και παιχνιδιάρικα να κρύβομαι πίσω απ’ τον πράσινο ήλιο. Να κάνω παρέα στα κίτρινα χαμόγελα και να χώνομαι ανάμεσα στους κόκκινους ανθρώπους. Να αρμενίζω στα μωβ συννεφάκια και να κολυμπώ στα πιο βαθιά νερά της καφετιάς μου θάλασσας. Παντού να χωράω και παντού να ανήκω.

Η ζωή είναι ένας ανάγλυφος χρωματιστός καμβάς.

Αρκεί να μην ξεχνάς να είσαι κι εσύ μέσα σ’ αυτόν. Ζωγραφιά κι εσύ, να πασπαλίζεις με τη λάμψη σου το μαγικό αποτέλεσμα, ονειρόσκονη στα μάτια, κι όχι απόμακρος θεατής και κριτικός του.

Η ζωή είναι ένας ανάγλυφος χρωματιστός καμβάς.

Κι εκεί που άρχισα, τελειώνω…

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2008

Συναίσθημα vs Λογικής

Γλυκιά Μενεξεδιά, σ’ ευχαριστώ για την πρόσκληση-πρόκληση.

«Συναίσθημα vs Λογικής: σε ποιά πλευρά του ποταμού κατοικώ αλλά και 5 + 5 πράγματα, που εμπιστεύομαι από το ημισφαίριο του συναισθήματος κι εκείνο της λογικής».

Η ζωή είναι ένα ποτάμι που άλλοτε κυλά γρήγορα και ορμητικά και άλλοτε κοντοστέκεται και μας κοιτάζει. Κάθε επιλογή ή σκέψη μας, συμβάλλει στην ορμή του ποταμού. Αυτό το ίδιο ποτάμι, άλλοτε το τροφοδοτούμε από την όχθη της λογικής και άλλοτε του συναισθήματος. Κάθε πετραδάκι που πετάμε, σ’ αυτό καταλήγει, από κάθε αντίπερα όχθη.

Συναίσθημα και Λογική. Η κάθε πλευρά ασύνδετη, δεν συναντιέται με την άλλη. Από την καθεμιά, το ίδιο ποτάμι βλέπεις. Κι εμείς να κολυμπάμε μέσα του μη ξέροντας πού να πιάσουμε στεριά. Μια βρισκόμαστε από δω και μια από κει, άλλοτε ναυαγοί και άλλοτε τιμονιέρηδες… Αλλά τελικά, τα ρεύματα πού οδηγούν;

Λέω να ανασκαλέψω λίγο τα πιστεύω μου σήμερα…

Τιμονιέρης η λογική, προστάζει:
Να επιλέγω μόνο ό,τι με πάει μπροστά. Σε όλα τα άλλα, να γυρνώ την πλάτη.
Οι ευκαιρίες στη ζωή είναι λίγες και μόνο αν είμαι σε εγρήγορση θα τις διακρίνω.
Επιτρέπεται να κάνω λάθη, αρκεί να μαθαίνω από αυτά και να μην τα επαναλαμβάνω.
Όλοι οι άνθρωποι έχουν κάτι να μου διδάξουν.
Κανείς δεν μπορεί να με πληγώσει, αν δεν του το επιτρέψω.

Αλλαγή τώρα. Το συναίσθημα μου κλείνει το μάτι και μου θυμίζει:
Εάν χρειαστεί να πετάξω, θα βγάλω φτερά. Γιατί όλα μπορώ να τα κάνω εάν μπορώ να τα φανταστώ και να τα πιστέψω.
Αν η ζωή μου δώσει λεμόνια, θα φτιάξω λεμονάδα και θα πιω στην υγειά της. Πάντα υπάρχει λόγος να χαμογελώ.
Όταν η ψυχή μου πονά, το κορμί μου αρρωσταίνει. Το άγγιγμα όμως καταπραΰνει τον πόνο, και το κλάμα τη θλίψη.
Δεν πειράζει να συννεφοπερπατώ όταν είμαι ερωτευμένη. Και όταν δύει ο έρωτας, ας ξεμένω καμιά φορά στα σύννεφα γιατί δεν θέλω να κατέβω.
Χρήσιμες οι διαδρομές στην παράνοια, γιατί αυτές τις μικρές ώρες που συναντιέμαι με τον εαυτό μου, ο χρόνος παγώνει και χωρίς να λαχανιάζω αφουγκράζομαι την ανάσα του.


Αυτή τη φορά λέω να ρίξω «λευκό».

Συναίσθημα vs Λογικής, σημειώσατε αποτέλεσμα άγνωστο…

Adonio, Ψουξ, Vassia, Raslowbap, Monsteraki… Καλή τύχη!

...

Αλλά πάλι, ο νους όλα τα δημιουργεί, όλα τα υπονομεύει, όλα τα καταργεί και όλα τα υλοποιεί. Όλα τα αντέχει και όλα τα ισοπεδώνει, με την ίδια πάντα ευκολία.

Αλλά μήπως και το πάθος, το ίδιο δεν κάνει;

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2008

Σκηνοθετικές απόπειρες

Θέλω να γίνεις ο ιππότης μου.

Να καβαλήσεις το φτερωτό άσπρο σου άλογο και να ταξιδέψεις μέρες πολλές με μόνη πυξίδα τους χτύπους της καρδιάς σου.

Nα διασχίσεις όλα τα ποτάμια που μας χωρίζουν κι όταν θα νιώθεις τον άνεμο να σε παγώνει, να ζεσταίνεσαι μέσα στο φως των ματιών μας.

Θέλω να θυμάσαι τον αναστεναγμό μου όταν με κρατάς και όλα τα εμπόδια να τα ξεπεράσεις. Να βρίσκεις την ανάσα σου κόντρα στη βροχή και να πετάς πάνω από τα σύννεφα, κι ας καίγεσαι από τον ήλιο.

Θέλω ν’ αντέξεις λίγο ακόμα για να φτάσεις σ’ εμένα.

Κι όταν η ώρα πλησιάζει, εγώ να κοντοστέκομαι στο πιο ψηλό σημείο του πύργου και με γυρισμένη την πλάτη στον ορίζοντα να χτενίζω τις πλεξούδες μου.

Να μην χρειάζεται να βλέπω. Ο αγέρας να μου θυμίσει το άρωμά σου και να κατέβω τα σκαλοπάτια τρέχοντας για να σε συναντήσω.

Στο ημίφως να ανταμωθούμε και τραγουδώντας να μείνουμε αγκαλιασμένοι μέχρι το τέλος της αιωνιότητας.



Εμπρός λοιπόν καλό μου ολόλευκο σεντόνι, μεταμορφώσου και πήγαινέ με σε άλλα μέρη.

Μαλακό μου κρεβάτι αναστηλώσου και σήκωσέ με ψηλά να βλέπω τον νυχτερινό ουρανό.

Πουπουλένιο μου μαξιλάρι αγκάλιασε το μουδιασμένο μου μυαλό κι άσε με κλείνοντας τα μάτια να ξεκουράσω τις σκέψεις μου.

Και για όλα τ’ άλλα, ας φροντίσει η ψυχή μου.

Κι ας γίνω και σήμερα η κοιμωμένη σκηνοθέτης μιας ακόμη εμπορικής αποτυχίας.
Στην αναζήτηση της ψυχικής ευεξίας, ίσως και όλα να επιτρέπονται.

Καληνύχτα.
Όνειρα γλυκά και μαγεμένα.

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2008

Ένα αστείο κορίτσι

Είμαι ένα αστείο κορίτσι. Το ωραιότερο κομπλιμέντο που άκουσα ποτέ. Κοκκίνισα, γέλασα δυνατά και είπα μόνο ευχαριστώ.

Είμαι ένα αστείο κορίτσι, που συχνά γράφοντας περιπλανιέται στους δρόμους της μελαγχολίας, επιβεβαιώνοντας έτσι την αξία του γέλιου μέσα από την απουσία του. Και αφήνει τον εαυτό αυτό να ζει μόνον εδώ…

Και ο εαυτός αυτός, που βρίσκει καταφύγιο σε αυτές τις σελίδες και αρμενίζει ελεύθερα, δημιουργεί θλιμμένες ιστορίες και τραγικές παραστάσεις, δραματοποιεί την καθημερινότητα και λυτρώνεται βρίσκοντας τις ισορροπίες του.

Γλυκιά μου μελαγχολία, που κρύβεσαι όλη μέρα και παίρνεις μορφή μόνο στις άσπρες τούτες λέξεις, σ’ ευχαριστώ. Που είσαι τόσο διακριτική. Που εμφανίζεσαι τις μικρές ώρες μόνο και τις άλλες απλά χάνεις την υπόστασή σου.

Γελάω, γελάω συχνά… Και κλαίω λίγο, πολύ λίγο. Γιατί είμαι ένα αστείο κορίτσι.

Πόσες πλευρές έχει μια ανθρώπινη υπόσταση; Όσους μήνες ο χρόνος, όσες μέρες η εβδομάδα, όσα λεπτά η ώρα; Τόσες μορφές έχουμε κι εμείς.

Είμαι ένα αστείο κορίτσι με τρεισήμισι εκατοντάδες διαφορετικούς τρόπους να χαμογελώ. Να χαμογελώ και στα εύκολα και στα δύσκολα. Γιατί η μελαγχολία δεν είναι παρά ένα χαμόγελο στις δυσκολίες. Αντεστραμμένο, ναι…. Μα σαρδόνιο και αυτοσαρκαστικό… Μια μικρή παύση μέχρι να αλλάξουν μορφή τα χείλη, να κοιτάξουν πάλι προς τον ουρανό, να βρει δύναμη η φωνή για να έρθει το γέλιο πάλι πιο γάργαρο και καθαρό.

Είμαι ένα αστείο κορίτσι που βάζει τη ζωή μπροστά, τροχονόμο να οδηγεί τα βήματα.

Γλυκιά μελαγχολία, απόλαυσε το σουλάτσο σου, σε απελευθερώνω και πάλι εδώ…

Και κρατώ το γέλιο για την αληθινή ζωή. Έτσι, για να είμαι σίγουρη ότι δεν θα μου τελειώσει.

Γιατί είμαι ένα αστείο κορίτσι…