Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2008

Χρώματα















Η ζωή είναι ένας ανάγλυφος χρωματιστός καμβάς.

Κάθε λεπτό, μια καινούρια πινελιά χρώματος μαγικά προστίθεται στη ζωγραφιά μας. Τα χρώματα δεν είναι πολλά, αλλά οι συνδυασμοί τους δημιουργούν άπειρες αποχρώσεις.

Στον πίνακα της ζωής άλλοτε αντικρίζουμε ένα αρμονικό σχέδιο και άλλοτε έναν χαοτικό κόσμο, απαράμιλλης ομορφιάς όμως ο καθένας, κι ας μην αγκαλιάζουμε πάντα το αποτέλεσμα. Άλλοτε σκούρα χρώματα κυριαρχούν και άλλοτε πιο ανοιχτόχρωμα, μέχρι κι αυτά να σκεπαστούν από άλλα πιο φρέσκα.

Το τελευταίο χρώμα πάντα κυριαρχεί στα μάτια μας, μας τραβά τη προσοχή, όμως τα άλλα που βρίσκονται από κάτω, αν και δεν φαίνονται πια, είναι αυτά που δίνουν όγκο στο φαίνεσθαι της στιγμής. Σαν τις εμπειρίες και τα βιώματα, που αν και ξεχασμένα στο χρονοντούλαπο της ψυχής και του νου, τελικά καθοδηγούν ή αποτρέπουν κάθε γενόμενό μας (μήπως τελικά ή μοίρα μας είναι γραμμένη στο παρελθόν μας;)

Η ζωή είναι ένας ανάγλυφος χρωματιστός καμβάς.

Άλλοτε ζωγραφισμένος με νερομπογιές που με τα δάκρια θολώνουν και ξεβάφουν, άλλοτε με κάρβουνο που μέσα στη μονοτονία του όλες οι σκιές αποκτούν υπόσταση, άλλοτε με μαλακά παστέλ που απλώνονται εύκολα και κυριαρχούν στο κάδρο. Άλλοτε πάλι με ανεξίτηλους μαρκαδόρους που αποτυπώνουν καθαρά περιγράμματα και ευθείες, και άλλοτε με τέμπερες και χρώματα λαδιού που ανακατεύονται με το λευκό και κάνουν μύριες αποχρώσεις.

Από μικρή, φτιάχνω έναν μαγικό καμβά και κάθε ξημέρωμα τον ξεκινάω απ’ την αρχή.
Σήμερα λέω να πάρω τις δακτυλομπογιές. Τις θυμάστε τις δακτυλομπογιές; Μ’ αυτές ζωγραφίζαμε παιδιά. Δεν χρειαζόταν τέχνη για να τις χρησιμοποιήσεις, μόνο φαντασία και πείσμα και όλα μπορούσαν να πάρουν μορφή στο λευκό καναβάτσο.

"Τι είναι αυτό το πράσινο στρογγυλό που ζωγραφίζεις;" ρώταγε η μαμά.
"Ο ήλιος", απαντούσα.
"Και γιατί τον έκανες πράσινο;"
"Γιατί έχει θυμώσει που τ’ αστέρια δεν τον παίζουν", απαντούσα.

Έτσι θα ξεκινήσω και σήμερα, με έναν πράσινο ήλιο.

Και μετά, θα βάλω το καφέ, το χρώμα του γόνιμου χώματος, και θα βάψω μια θάλασσα πελώρια. Μια θάλασσα που μέσα της θα έχει χωνέψει όλες τις στεριές του κόσμου. Έτσι, δεν θα χρειάζεται να περπατάω πια, παρά μόνο να λικνίζομαι στα κύματά της.

Μετά θα πάρω το κίτρινο, το φωτεινό των αστεριών, και θα φτιάξω χαμόγελα. Θα τα καβαλάω και θα ταξιδεύω στην απέραντη θάλασσα. Πάντα τα χαμόγελα με έκαναν να ταξιδεύω σε ειρηνικούς ορίζοντες.

Με το μωβ, το παιχνιδιάρικο μα και αυστηρό συνάμα, συχνά ακόμη και πένθιμο, θα γράψω σύννεφα. Γιατί με θυμώνει όταν μου σκεπάζουν τον ήλιο και φέρνουν βροχή. Αλλά θα καβαλάω τα κίτρινα χαμόγελα και θα πετάω πάνω από αυτά. Και τότε θα είμαι χαρούμενη. Θα τα παίρνω στα χέρια μου και θα τα ζυμώνω σε ό,τι σχήμα θέλω. Και γελώντας θα κάνουμε παρέα.

Με το ροζ, του ζαχαρωτού και της καραμέλας, θα ζωγραφίσω τα παραμύθια. Δεν θ’ αναπνέω τίποτα άλλο, μόνο παραμύθια. Συννεφοπερπατώντας θα παίρνω μια βαθιά ανάσα και θα γεμίζω τη ψυχή μου με φιγούρες από άλλες εποχές. Με δράκους, με μάγισσες, με πριγκηπέσες και πήγασους, με κάστρα και νάνους. Και θα τις δείχνω στον ήλιο να χαίρεται κι αυτός.

Μετά θα βρω το μπλε, και θα ζωγραφίσω τον πόνο. Χρήσιμος ο πόνος για να ξυπνάμε στη ζωή, αλλά ως εκεί. Και δεν θα πω άλλο γι’ αυτόν, μα γρήγορα θα διαλέξω το πορτοκαλί του ηλιοβασιλέματος και θα τον ηρεμήσω. Θα δύσει κι αυτός και θα χαθεί μέσα στα άλλα χρώματα. Θα τον καλμάρω και θα τον σκορπίσω την καφετιά μου θάλασσα, βαθιά μέσα της να χαθεί.

Με το κόκκινο, το μεθυστικό του κρασιού, θα πιω στους ανθρώπους. Όλους τους ανθρώπους κόκκινους θα τους κάνω. Άλλους πιο ανακατεμένους με το κίτρινο, άλλους πιο σκούρους μπερδεμένους με το μπλε. Κόκκινοι άνθρωποι, να με ταξιδεύουν στην πλάνη και στην αλήθεια, αρκεί να με ταξιδεύουν. Πολλούς ανθρώπους θα φτιάξω, την οικουμένη όλη.

Μου περίσσεψε το μαύρο, που μέσα του όλα τα ρουφάει και από κάτω του όλα τα κρύβει και όλα τα εξομοιώνει. Με λίγες μαύρες πινελιές θα σχηματίσω την αγάπη. Και θα τη βάλω μέσα στους κόκκινους ανθρώπους. Γιατί όταν ζεσταθεί από τη φωτιά της ανάσας τους, σαν τον μαύρο σίδηρο θα πυρακτωθεί, και με τη σπίθα της θα τους κάψει και θα τους κάνει φωτεινούς και λαμπερούς, σαν τα χαμόγελα.

Και τέλος, με το αναποφάσιστο γκρι θα φτιάξω τη μελαγχολία και θα τη βάλω στο δισάκι μου, στον ώμο να την κουβαλάω. Να με βαραίνει για να θυμάμαι να κατεβαίνω από τα μωβ συννεφάκια. Και όταν με κουράζει, θα την αφήνω πάνω στα κύματα και ελεύθερη και αβαρής θα αρμενίζω στον καμβά μου.

Άμπρα κατάμπρα… και ανοίγω τα μάτια.

Αφηρημένος ο πίνακάς μου και ακατανόητος. ‘Ολα μαζί τα χρώματα και κανένα χώρια. Και το λευκό του καναβάτσου μου όλα πάνω του να τα φοράει.

Η ζωή είναι ένας ανάγλυφος χρωματιστός καμβάς.

Κι εγώ η ονειρόσκονη. Χρυσή και ασημένια, όλα τα λευκά του καναβάτσου να γεμίζω και παιχνιδιάρικα να κρύβομαι πίσω απ’ τον πράσινο ήλιο. Να κάνω παρέα στα κίτρινα χαμόγελα και να χώνομαι ανάμεσα στους κόκκινους ανθρώπους. Να αρμενίζω στα μωβ συννεφάκια και να κολυμπώ στα πιο βαθιά νερά της καφετιάς μου θάλασσας. Παντού να χωράω και παντού να ανήκω.

Η ζωή είναι ένας ανάγλυφος χρωματιστός καμβάς.

Αρκεί να μην ξεχνάς να είσαι κι εσύ μέσα σ’ αυτόν. Ζωγραφιά κι εσύ, να πασπαλίζεις με τη λάμψη σου το μαγικό αποτέλεσμα, ονειρόσκονη στα μάτια, κι όχι απόμακρος θεατής και κριτικός του.

Η ζωή είναι ένας ανάγλυφος χρωματιστός καμβάς.

Κι εκεί που άρχισα, τελειώνω…

5 σχόλια:

Vassia είπε...

Καλημέρα :-)
Μια χρωματιστή, γλαφυρή περιγραφή.

Άλλωστε κι η ζωή ένας λευκός πίνακας είναι που περιμένει να τον ζωγραφίσουμε με τα χρώματα μας.
Τα δικά μας, όπως εμείς τα βλέπουμε.

SeaGulL είπε...

Μ' άγγιξες πάλι!
Υπέροχος κι ο πίνακας που ζωγράφισες με τις λέξεις, τις εκφράσεις, τα όνειρα και τις εμπειρίες...
Στο ίδιο πλαίσιο είχα γράψει κάτι κι εγώ παλαιότερα (όχι όμως τόσο καλό...) αλλά δεν νομίζω πως είναι από αυτά που έχω αναρτήσει (Κάπου, σε κάποιο συρτάρι θα είναι χωμένο...) Κι έγραψα, τότε, πως το μόνο χρώμα που δεν μου αρέσει στους πίνακες (μου) είναι το μαύρο. Το μαύρο του μίσους, του φθόνου, της ζήλειας, της οργής... Γιατί αυτό το μαύρο χρώμα, όταν μπαίνει πάνω από τα άλλα χρώματα, τα καλύπτει και δεν τα αφήνει να λάμψουν... Εσύ, τώρα, έδωσες και στο μαύρο μια διέξοδο και... μπράβο σου!...
Θα μου επιτρέψεις, όμως, και ένα σχόλιο - ερώτημα, που, μάλιστα, άπτεται και του... "εαυτού" σου; Γιατί τα μαύρα κουκούτσια, καρπουζένια μου, ποτέ δεν τους αλλάζει χρώμα, ο κατακόκκινος καρπός που τα περιβάλλει;...
[Απορία... που περιμένει μιαν απάντηση...]
:-)

raslowbap είπε...

Μακάρι όλων ο καμβάς να φέρνει στο δικό σου. Με ταξίδεψε η περιγραφή σου .Ευχαριστώ και καληνύχτα

Karpouzi είπε...

@vassia
Μια χρωματιστή καλησπέρα κι από μένα... αν και καθυστερημένη λίγο. Σ' ευχαριστώ.

@seagull
Χαίρομαι που οι σκέψεις μου συναντιούνται με τις δικές σου. Καμβάδες διαφορετικοί αν και φτιαγμένοι με ίδια χρώματα.
Όσο για την απορία σου...
Τα μαύρα και ενοχλητικά κουκούτσια, είναι αυτά που δίνουν ζωή στον καρπό. Από αυτά άλλωστε γεννιέται το ζουμερό κόκκινο φρούτο. Τώρα, αν με ρωτάς γιατί δείχνουν σκληρά και κακιασμένα; Καμουφλάζ...
Αν τα δαγκώσεις, δεν θα βρεις δηλητήριο, μα μια ώχρινη μαλακή ψίχα. Σκέψου... σαν την αγάπη. Άλλοτε πληγώνει, άλλοτε παιδεύει, αλλά πάντα γεννά ζωή.
Τι λες;

@raslowbap
Ταξιδιάρα ψυχή... σ' ευχαριστώ που με συμπεριλαμβάνεις στις διαδρομές σου.

SeaGulL είπε...

..."γιατί δείχνουν σκληρά και κακιασμένα; Καμουφλάζ..."

Πόσο δίκηο έχεις!... Αυτό νομίζω πως είναι η κακία, ο φθόνος, το μίσος:΄Κακής επιλογής άμυνες, που νομίζουμε ότι μας προστατεύουν...

"Καμουφλάζ"!... Καλόοοοο!