Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2008

Οι εραστές

«Θα αργήσω και θα με διώξουν…» του έλεγε και του χαμογελούσε παιχνιδιάρικα.

«Δεν πειράζει, αγάπη μου. Εμείς αγκαλιασμένοι, θα τρώμε έρωτα.» της απαντούσε εκείνος και την έσφιγγε μαλακά επάνω του. Την φιλούσε πρώτα στο λαιμό, μετά παθιασμένα στα χείλη, ύστερα μαλακά στα μάτια. Δεν ήθελε μα την άφηνε, και έμπαινε στο σπίτι.

Εκείνη, του έστελνε ένα τελευταίο πεταχτό φιλί και φεύγοντας έκλεινε την πόρτα πίσω της, κούμπωνε γρήγορα γρήγορα το παλτό της και κατέβαινε τρέχοντας τις σκάλες.

Γιόρταζαν την ίδια μέρα, κι ας είχαν διαφορετικά ονόματα. Γιόρταζαν κάθε μέρα, κι ας μην είχαν στο τραπέζι τους παρά λίγο ψωμί, μερικές ελιές και μια χούφτα μπαγιάτικο καφέ. Γιόρταζαν τον έρωτα.

Δύσκολοι καιροί. Και οι δυο τους δούλευαν στην φάμπρικα. Εκείνη ξύπναγε πρωί, χαράματα. Βιαστικά έριχνε λίγο νερό στα μούτρα της, χτένιζε τα μακριά της μαλλιά, τα έπιανε έναν χαλαρό κότσο και ντυνόταν με τα ρούχα που πριν λίγες ώρες είχε βγάλει.

Έβαζε το μπρίκι με τον καφέ στη φωτιά και, αχνιστός όπως ήταν, τον έχυνε στο λευκό ραγισμένο φλιτζάνι και τον άφηνε στο πεζουλάκι, πλάι στη ξυλόσομπα που σιγόκαιγε. Κι όπως ετοιμαζόταν για να φύγει, άκουγε εκείνον να της χτυπά την πόρτα.

Ποτέ δεν άνοιγε την πόρτα μόνος. Ήθελε να τη βλέπει να του ανοίγει, σαν να τον καλωσορίζει κάθε μέρα στο φτωχικό τους, σαν να του λέει με τον τρόπο της ότι τον αγαπά και τον αποδέχεται ακόμη, όσο λίγος κι αν ήταν για εκείνη.

Μόλις του άνοιγε, τη στρίμωχνε στην εξώπορτα και την αγκάλιαζε σφιχτά.
«Θα αργήσω και θα με διώξουν…» του έλεγε και του χαμογελούσε παιχνιδιάρικα.
«Δεν πειράζει, αγάπη μου. Εμείς αγκαλιασμένοι, θα τρώμε έρωτα.» της απαντούσε εκείνος και την έσφιγγε επάνω του τρυφερά.

Δούλευε στη φάμπρικα βάρδια νυχτερινή, πιο καλοπληρωμένη, και αποκαμωμένος έμπαινε σπίτι, έπινε μια γουλιά απ΄ τον καφέ που του είχε ετοιμάσει κι έπεφτε στο κρεβάτι. Πάντα ήθελε λίγη ζάχαρη παραπάνω στον καφέ του. Μα δεν της το έλεγε, μην την στεναχωρέσει.

Έκλεινε τα μάτια και βυθιζόταν σε ύπνο βαθύ. Πάντα κοιμόταν από τη δεξιά πλευρά του κρεβατιού, την καλή. Πάντα κοιμόταν από τη δεξιά πλευρά του κρεβατιού, τη δική της. Έχωνε την αξύριστη μουσούδα του στο προσκέφαλο και μύριζε το άρωμά της. Και αγαλλιασμένος, ονειρευόταν την παρουσία της.

Ονειρευόταν πώς ήτανε οι δυο τους ακόμη παιδιά, στην ίδια φτωχογειτονιά. Αχώριστοι, παίζανε το ζευγάρι. Μια μέρα τη φίλησε στο μάγουλο και της είπε, «Θα με παντρευτείς;» Ήτανε δεν ήτανε δεκατριών χρονών. Κι εκείνη, βγάζοντας σπίθες απ’ τα μάτια, του είπε «Θα σε παντρευτώ» και χασκογέλασε.

Ζούσε γι' αυτές τις σπίθες των ματιών της. Ζούσε για να τις βλέπει κάθε πρωί να του λένε «Θα αργήσω και θα με διώξουν…», και να του χαμογελάνε παιχνιδιάρικα.
«Δεν πειράζει, αγάπη μου. Εμείς αγκαλιασμένοι, θα τρώμε έρωτα.» να της απαντά με τη σειρά του και να τη σφίγγει επάνω του.

Το όνειρο τέλειωνε και βιαστικά ξυπνούσε, φόραγε καθαρό μπλουζάκι, ξυριζόταν με χλιαρό νερό απ΄το κατσαρολάκι πάνω στη ξυλόσομπα, κι έφευγε. Για την άλλη τη δουλειά του, στο μαγαζί. Το μεροκάματο δεν ήτανε σπουδαίο, αλλά φτιαγμένοι καλοφαγάδες πηγαίνανε για μεσημεριανό κολατσιό και σε κανένα ποτηράκι παραπάνω, του αφήνανε και κατιτίς. Πέρναγε η ώρα, ήτανε και παλικάρι, άντεχε, για να πάει στο νυχτοκάματο ξανά.

Εκείνη, μόλις τελείωνε απ’ τη δουλειά στη φάμπρικα, έτρεχε γρήγορα στην αφεντικίνα της. Μπαλωματού ήτανε, τίποτα σπουδαίο, αλλά πιάνανε τα χέρια της και τα κατάφερνε καλά. Και οι κοντέσες της αφήνανε πότε πότε κατιτίς για να την καλοπιάσουν.
Και μετά, με βήματα βαριά γύρναγε αποκαμωμένη στο φτωχικό τους.

Άνοιγε την πόρτα και μύριζε τον αέρα, μήπως και πιάσει το άρωμα του κορμιού του ακόμη εκεί. Μάταια. Έπαιρνε τον κρύο πια καφέ του κι έπινε την τελευταία γουλιά, ίσα για να ακουμπήσει τα χείλη πάνω εκεί, που είχαν ακουμπήσει πρωτύτερα τα δικά του. Πάντα ήθελε λίγη παραπάνω ζάχαρη στον καφέ, αλλά δεν έριχνε, τον έκανε έτσι για να του αρέσει.

Ξεντυνόταν, έλυνε τα μακριά της μαλλιά και χωνόταν στο κρεβάτι. Πάντα κοιμόταν από την δεξιά πλευρά, την καλή. Εκεί που κοιμόταν κι αυτός. Έβλεπε το σεντόνι ατσαλάκωτο από την πλευρά του και ήξερε πως και σήμερα είχε χωθεί στο προσκεφάλι της να κοιμηθεί.

Κι εκεί, πλανεμένη από τις σκέψεις του, την έπαιρνε ο ύπνος και θυμότανε που ήτανε παιδιά.
«Θα με παντρευτείς;» της είχε πει. Και σπίθες πετάγονταν από τα μάτια του. Τέτοιες σπίθες που έβλεπε ακόμη να πετάγονται, όταν τα πρωινά, τον καλοδεχόταν στο σπιτικό τους. Αν και ήδη έτοιμη, καθυστερούσε επίτηδες, περιμένοντας να ακούσει τον χτύπο της πόρτας, να του ανοίξει, να τη στριμώξει εκεί στην εξώπορτα και να την αγκαλιάσει τρυφερά.
«Θα αργήσω και θα με διώξουν…» του έλεγε και του χαμογελούσε παιχνιδιάρικα.
«Δεν πειράζει, αγάπη μου. Εμείς αγκαλιασμένοι, θα τρώμε έρωτα.» της απαντούσε εκείνος και σπίθες πετάγονταν από τα μάτια του.

Έτσι η ζωή κυλούσε για τους εραστές. Οι μέρες φεύγαν, τα χρόνια περνούσαν, κι εκείνοι ακόμη εκεί, εραστές ερωτευμένοι με την απουσία τους. Ερωτευμένοι με τις σπίθες των ματιών τους. Ερωτευμένοι μες στα όνειρά τους. Δύσκολοι καιροί.

Μια μέρα, εκείνος χτύπησε την πόρτα μα εκείνη δεν απάντησε. Ανήσυχος, άνοιξε και έτρεξε μέσα, για να τη δει ξαπλωμένη απ’ τη δεξιά πλευρά του κρεβατιού, την καλή, με τα χέρια ανοιγμένα προς το μέρος του.

«Είμαι κουρασμένη» του είπε. «Θα αργήσω και θα με διώξουν…» Και χλωμές σπίθες ξέφυγαν από τα μάτια της, προσμονής.
«Δεν πειράζει, αγάπη μου.» Ήταν σειρά του τώρα. «Εμείς αγκαλιασμένοι, θα τρώμε έρωτα.» Και δακρυσμένες σπίθες έτρεξαν απ’ τα δικά του.

Την αγκάλιασε σφιχτά, κι ας έκαιγε απ’ τον κακό πυρετό. Την έγδυσε τρυφερά, ν’ ακουμπάει το κορμί της πάνω στο δικό του. Να την δροσίζει, να της απαλύνει τον πόνο. Κι έμειναν εκεί, κορμιά αγκαλιασμένα, με τις σπίθες των ματιών τους να ζεσταίνουν τα χέρια, τα χείλη, τα μάγουλα. Κι έμειναν εκεί, σιγοσβήνοντας στον έρωτά τους, οι εραστές, σαν καντηλάκια δίχως λάδι.

Κι έμειναν εκεί, για μέρες πολλές.

Δυο αστυνομικοί χτύπησαν την πόρτα, μα δεν τους άνοιξε κανείς. Την έσπασαν και μπήκαν μέσα. Δυο κορμιά βρήκαν, κουλουριασμένα μεταξύ τους, δεμένα σαν ένα, με κάτι μάτια λαμπερά απ΄τον πυρετό, έτοιμα να πετάξουν σπίθες, και χείλη ζαρωμένα, σαν να δίνουν φιλιά.

Μια γειτόνισσα κρυφοκοίταξε μέσα απ’ την ανοιχτή πόρτα. «Αχ, ανόητοι εραστές … » μουρμούρισε και γύρισε την πλάτη φεύγοντας, μην τύχει και την κολλήσει το κακό.

Δυο ψυχές… ελεύθερες από τα βαριά κορμιά. Και η μέρα έδειχνε περίεργα ηλιόλουστη, σαν από φως απόκοσμο. Και πέρασαν έτσι την αιωνιότητα μαζί.

Και έμειναν στη μνήμη της φτωχογειτονιάς, σαν τους εραστές που στο όνομα του έρωτά τους, ξέφυγαν από τα ανθρώπινα κορμιά και ανυψώθηκαν στο άπαν της αγάπης, εκεί που δεν υπάρχει χρόνος, εκεί που δεν χρειάζεται τροφή… Τρώγοντας έρωτα, για μέρες, μόνο. Αγκαλιασμένοι… απ΄ τη δεξιά πλευρά του κρεβατιού, την καλή.

11 σχόλια:

SeaGulL είπε...

Γλυκό και τρυφερό... Συγχαρητήρια! Πολύ όμορφη η γραφή σου!

ΨουΞ είπε...

είναι μου φαίνεται ενα ποστ..
γραμμένο απο την δεξιά μεριά του κρεβατιου την καλή!!

καλημέρα

ΨουΞ είπε...

η απο την αριστερή μεριά του εγκεφάλου την συναισθηματική!

φιλιά

meteoros (kleanthis) είπε...

Θα'θελα να μπορούσα ν'ακολουθήσω τ΄ανάλαφρο φτερούγισμά σου, στους ουρανούς που επιλέγεις να πετάς, μα νοιώθω αδύναμος κι΄ανύμπορος, καθηλωμένος με τσακισμένα φτερά στη θλιβερή γωνιά της μοναξιάς μου.
Αναπολώ στιγμές... όχι και τόσο μακρυνές, ανάμεσα στα γύρω χαλάσματα μιας αχρωμης κι΄ολότελα φευγάτης ζωής, που όντας δυνατός έκανα κι'εγώ πλάνα για περιπλανήσεις σε ξάστερους ουρανούς κι'απόμακρα αστέρια.
Γεύτηκα κι'εγώ, τη μαγεία της αίσθησης και πλανεμένος απο το βλέμμα και τη θέρμη του, πέταξα κοντά στον Ηλιο, σχεδόν τον άγγιξα (Θαρρώ πως στα μάτια μου, εκείνη... φάνταζε σαν Ηλιος), μα τούτος θέλοντας γι'άλλη μια φορά να παίξει,να γελάσει, ίσως και να δοκιμάσει την αντοχή μου στον πόνο, έκαψε τα κερένια μου φτερά και μ'αφησε να πέσω. Κι'υστερα γύρεψε να παίξει αλλού, να ψΆξει για νέο Ικαρο..!
Συμπάθαμαι λοιπόν κι'άσε με να προσπαθώ να πετάξω, με τα δικά σου φτερά στις δικές σου περιπλανήσεις, και να ονειρεύμαι τη ζωή με τα δικά σου μάτια. Κι'ας μη τα καταφέρω ποτέ..!Π.Φ.kleanthis

meteoros (kleanthis) είπε...

To Συμπάθαμαι, ατυχώς αντιπροσωπεύει το Συμπάθαμε! Ισως να μή τα καταφέρω ποτέ, αλλα σίγουρα με φιλότιμες προσπάθειες διορθώνομαι σιγά-σιγά! Καλησπέρα, Καρπουζο-Πήγασε μου (smile),καθώς και σ' όλη την ανήσυχη παρέα.
Kλεάνθης

Vassia είπε...

Καρπούζι.....
Τι συναισθήματα μου προκάλεσε αυτό το υπέροχο, τρυφερό κείμενο.
!!!!!!!

raslowbap είπε...

Καλημέρα, πολύ ωραία η ιστορία σου. Παρόλο το φαινομενικά άσχημο τέλος για τους δύο εραστές πιστεύω όμως πως φύγαν ευτυχισμένοι ... μαζί.

Pike είπε...

Χμμμμ...

I think we need to talk.

Karpouzi είπε...

@seagull
Σ' ευχαριστώ πολύ πολύ!

@Ψουξ
;) πάντα εύστοχος... φιλιά

@meteoros
Γλυκιέ μου Κλεάνθη, από μια γωνιά μοναξιάς, μένω να κοιτώ τους εραστές... Να τους δίνω ζωή, να τους αφήνω να αναπνέουν, για λίγο μόνο, και μετά να τους σκοτώνω βάζοντάς τους να πετούν δίπλα στον Ήλιο... Όλοι μας Ίκαροι και όλοι μας Ήλιοι πότε πότε... και μες στις ιστορίες να ταξιδεύουμε σε παράδεισο και κόλαση. Στο όνειρο και στον εφιάλτη... Έλα, ας ταξιδεψουμε μαζί.. Μην το φοβάσαι το όνειρο. Μην το φοβάσαι το ταξίδι... Χαρά μου, να μοιραζόμαστε τα ίδια σύνεφα.

@vassia
Όσο ακόμη νιώθουμε, τι ωραία... Σ' ευχαριστώ.

@raslowbap
Μαζί... Η λέξη "κλειδί" των εραστών...

@pike
Χμ... Let's talk, then!

παπαρούνα είπε...

:)
πολύ μου άρεσε. η απουσία που μυθοποιεί και την ερωτεύεσαι...
καλημέρα!

Karpouzi είπε...

Έτσι.. Ακριβώς έτσι...
Να ζηλέψουμε ή να δακρύσουμε;
Δεν ξέρω ακόμη.