Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2008

Το ομορφότερο μέρος του κόσμου

Προσκλήθηκα από την demon και τον raslowbap να γράψω για το ομορφότερο μέρος του κόσμου… Σας ευχαριστώ πολύ, πάρα πολύ, για την ευκαιρία που μου δώσατε να θυμηθώ τα παρακάτω…
Με τη σειρά μου, παραδίδω τη σκυτάλη στη
Vassia.

Σκέφτηκα πολύ, πάρα πολύ. Τον κόσμο δεν τον έχω γυρίσει, σε λίγα μέρη έχω βρεθεί, μα οι όμορφες στιγμές είναι αυτές που αντανακλούν μέσα μου και την ομορφιά του τόπου που επισκέπτομαι. Είναι οι άνθρωποι, το άρωμά τους, τα δάκρυα και ο έρωτας, η φιλία και η άδολη αγάπη, αυτά που δημιουργούν στο μυαλό μου την εικόνα ενός τόπου σαν ιδιαίτερη ή όμορφη.

Ανθρωποκεντρικά σκεπτόμενη, και πάλι δυσκολεύτηκα…
Αλλά βαθιά μέσα μου, βρήκα το ομορφότερο μέρος του κόσμου να είναι αυτό…

Διασχίζοντας τη Σπάρτη και ανεβαίνοντας τον Ταΰγετο, βρίσκεται σε υψόμετρο 850 μέτρων ένα μικρό κι απόμερο χωριό. Λέγεται Αναβρυτή. Η ιστορία της αρκετή, οι κάτοικοί της λίγοι. Δεν θα σας πω περισσότερα όμως, γιατί για μένα η αξία του τόπου αυτού πηγάζει από αλλού.
Εκεί γεννήθηκε ο παππούς μου.

Από μικρή θυμάμαι να με ανεβάζει στο δύσβατο δρομάκι, πάνω σε μια μοτοσυκλέτα. Μια φλορέττα τόσο παλιά και αυθεντική, όσο κι εκείνος. Τίποτα δεν μας σταματούσε. Ο δρόμος δύσκολος, γεμάτος στροφές και χαλίκια. Στενός, με έναν απειλητικό γκρεμό στα δεξιά μας, τόσο φοβερό στα παιδικά μου μάτια.

Στην αρχή, μωρό ακόμα, καθόμουν μπροστά του και τα δυο του χέρια γύρω μου με προστάτευαν. Μετά μεγάλωσα και καθόμουν πίσω του. Τον έσφιγγα γερά κι έκλεινα τα μάτια να μην βλέπω. Κι άφηνα τον δροσερό αέρα να μου χαϊδεύει το πρόσωπο φέρνοντας στο μυαλό μου το αγαπημένο του τραγούδι. Άστα τα μαλλάκια σου ανακατεμένα…

Κάθε φορά, στα μισά περίπου της διαδρομής, σταματούσαμε. Σε μια συγκεκριμένη στροφή, στην ίδια πάντα στροφή, εκεί, στη μέση του πουθενά, πάνω απ’ τον γκρεμό. Και κάθε φορά άκουγα την ίδια ιστορία… Πως στο ταξίδι μας στη ζωή χρειάζεται ένα διάλλειμα, όσο μικρές, κουραστικές ή δύσβατες κι αν είναι οι διαδρομές μας, όσο κοντά κι αν δείχνει ο προορισμός μας, ένα διάλλειμα. Να σταματάμε, για να απολαύσουμε τη μαγεία της διαδρομής. Να σταματάμε, στο σημείο που η ζωή έχει την καλύτερη θέα… Και ήξερε να τα διαλέγει τα σημεία…

Κρυμμένα πίσω από ένα μικρό δεντράκι, είχε ένα γκαζάκι, ένα μικρό μπρίκι κι ένα φλιτζανάκι. Στην τσέπη του λίγο αλουμινόχαρτο με ζάχαρη και μια κουταλιά ελληνικό καφέ. Κι εκεί, στο πουθενά, έβαζε νερό από μια πηγούλα, έψηνε το καφεδάκι του και άναβε τσιγάρο. Και σιωπηλοί αγναντεύαμε δίπλα δίπλα τη θέα… Άλλοτε πάλι με ξεναγούσε στο στερέωμα του ουρανού, μου μίλαγε για τ’ αστέρια, τους ανθρώπους, την ιστορία του τόπου του και τη δική του.

Το αγάπησα το μέρος εκείνο. Το αγάπησα και το αγαπώ όσο κι αυτόν.
Όλα τα λεφτά του κόσμου, εκείνη η θέα… ‘Ολα τα λόγια του κόσμου, εκείνες οι σιωπές… Κάποιοι φίλοι έγραψαν μια μέρα «Στάσις Λυκούργου» στη στροφή εκείνη… Παλιά, πολύ παλιά ήταν, κι εγώ δεν μπορούσα ακόμη να διαβάσω. Έτσι έμεινε όμως, τοπωνύμιο των παιδικών μου χρόνων. Και έτσι λέγεται ακόμη, σε περαστικούς και σε ξεναγήσεις.

Ο δρόμος από τότε άλλαξε πολύ. Διαπλάτυνση, το είπανε. Τοιχία χτίστηκαν για να προστατεύουν τους άτσαλους οδηγούς και η «Στάσις Λυκούργου» γράφτηκε και ξαναγράφτηκε με χρώματα πολλά. Αλλά η θέα και η μυρωδιά της παρέμεινε ίδια, ολόιδια, όπως τότε στα παιδικά μου μάτια.

Γλυκέ μου παππούκα, πόσα μαθήματα μου έμαθες με θέα τον ουρανό, τα σύννεφα και τα φώτα της πόλης. Και τώρα ακόμη, που μεγάλωσα, πόσο περήφανη είμαι που στεκόμαστε σ’ εκείνη τη στροφή και αφουγκραζόμαστε ο ένας τον άλλο… Συνοδηγός μου πότε πότε στο διθέσιο αμαξάκι μου, να σταματάμε και να βγάζεις από την τσέπη σου εκείνο το λίγο αλουμινόχαρτο με περισσότερη ζάχαρη και δυο κουταλιές καφέ. Και μετά, ν’ ανάβουμε τσιγάρο.

Αυτό λοιπόν, είναι το ομορφότερο μέρος του κόσμου για μένα…
Όπως κι εσύ ο καλύτερος παππούκας του κόσμου… Και σ’ αγαπάω τόσο πολύ...

Ας είσαι καλά και δυνατός να τον ανεβαίνεις τον δρόμο αυτό, παππούκα μου, περήφανα, για πολύ πολύ καιρό ακόμα!

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2008

Τα 7 κακά της μοίρας μου

Μια ακόμη ενδιαφέρουσα πρόσκληση αυτοψυχανάλυσης από τη γλυκιά Μενεξεδιά και τον αγαπημένο Adonio… και όσοι πιστοί προσέλθετε!
Ψουξ, Κλεάνθη, Roadartist... θα περιμένω.


Ακολουθούν τα 7 κακά της Μοίρας μου…
Ή αλλιώς, τα κουκούτσια!

1. My way is the best way… Κι αυτό όταν είμαι στις καλές μου. Όταν με «παίρνει» είναι my way or the highway. Γιατί όπως και να το κάνουμε, εγώ ξέρω καλύτερα…
Επιμένω, επιμένω, επιμένω… Όταν έχω δίκιο, έχω δίκιο. Και αλλοίμονο σε όποιον μπλέξει μαζί μου σε λεκτική αντιπαράθεση. Μπορεί να συζητάμε για ώρες ολόκληρες, μέχρι τελικής πτώσεως. Ισχυρογνωμοσύνη να το πω… Ξεροκεφαλιά να το πω… Αν όμως η «άλλη πλευρά» επιχειρηματολογήσει και με πείσει, έχει κερδίσει τον αιώνιο σεβασμό και την εκτίμηση μου. Γιατί όταν έχω άδικο, έχω άδικο. Και ευτυχώς θυμάμαι να ζητήσω συγγνώμη.

2. Όταν κάτι έχω να πω, το λογισμικό της σκέψης crashάρει. Μυαλό και γλώσσα συνδέονται online, ανοίγω το στόμα και ό,τι βρέξει ας κατεβάσει. Συχνά πληγώνω και πότε πότε μετανιώνω. Όσοι με ανέχονται και μ’ αγαπούν το εκτιμούν σαν ειλικρίνεια κι αναζητούν τη γνώμη μου. Όλοι οι άλλοι απλά δεν με ανέχονται.

3. Απεχθάνομαι τα ψέματα. Και περιφρονώ κυρίως αυτούς που λένε ανόητα ψέματα…

4. Δεν αντέχω τους αργούς ανθρώπους… Όπως κι αν ακούγεται αυτό, απλά δεν μπορώ να συναναστραφώ τον άνθρωπο που κινείται νωχελικά και σκέφτεται αργά. Είμαστε νοήμονα όντα και έτσι οφείλουμε να λειτουργούμε. Με σκέψη και σε δράση. Να παράγουμε έργο και ο νους να βρίσκεται σε εγρήγορση. Οτιδήποτε άλλο, οφείλει να είναι διάλλειμα στη ζωή μας, διακοπές, και όχι κατάσταση.

5. Μπορώ να συγχωρήσω τα πάντα. Αλλά κατά βάθος, μια Κύπρος κι εγώ. Δεν ξεχνώ.

6. Τα λεφτά ποτέ δεν είναι αρκετά. Σπάταλη δεν είμαι, υπερβολές δεν κάνω, όσα και να παίρνω πάντα φτάνουν μα ποτέ δεν περισσεύουν. Κι ας τα βάζω τα νούμερα στο excel κάθε μέρα, κι ας φτιάχνω κάθε γενάρη budget έτους, κι ας κλείνω ισολογισμό κάθε χρόνο, ούτε ΑΕ να ήμουνα… Λάστιχο οι ανάγκες μου.

7. Μου τη δίνει η φασίνα. Την κάνω, δεν μπορώ κι αλλιώς, αλλά μου τη δίνει η φασίνα. Και μαζί όλα τα συναφή, βλ. μαγείρεμα, σιδέρωμα, κλπ. Κορίτσι για σπίτι, δηλαδή.


Τώρα σας παρακαλώ, δείξτε επιείκεια και ξεχάστε όλα τα παραπάνω...
Κατά βάθος, εξακολουθώ και είμαι μία Καρπουζένια.... :)

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2008

Χιόνι

Χιόνι στους δρόμους…
Χιόνι κατάλευκο, παγωμένο χιόνι παντού. Λες και σβήσαν τα χρώματα με μια μαγική γομολάστιχα απ’ το χέρι του Θεού, κι όλα γίναν λευκά.

Κρύο, κρύο πολύ... Σώματα μουδιασμένα, με γάντια, σκουφάκια και κασκόλ. Άνθρωποι περπατούν βιαστικά, αγανακτισμένοι από την ταλαιπωρία κι όμως κατά βάθος ζαλισμένοι κι αυτοί απ’ την ομορφιά του αγνού πέπλου που σκέπασε την γκρι μας πόλη.

Περπατάω με το κεφάλι σκυφτό, μην τύχει και γλιστρήσω πουθενά. Χρειάζομαι μια ζεστή σοκολάτα, μήπως και πιάσω θερμοκρασία ξανά. Μπαίνω στο καφέ, κάθομαι στη γωνία με το παράθυρο και χάνομαι στο αγνάντι του άλλοτε πολύβουου κέντρου.

Πίνω την πρώτη γλυκιά αχνιστή γουλιά και παραμένοντας χαμένη στις σκέψεις μου αρχίζω να πιστεύω πως τίποτα δεν μπορεί να με συνεφέρει από το κρύο πια.

Ασυναίσθητα σηκώνω το κεφάλι. Χαμογελώ…

Κλικ. Απαθανατίζω τη στιγμή για να μην ξεχνώ να θυμάμαι...

Ο έρωτας μπορεί και ζεσταίνει την καρδιά…

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2008

Η πόρνη















Μια πόρνη ήταν. Τίποτα παραπάνω, έτσι έλεγε.
Αλήθεια ήταν. Μια γυναίκα ντελικάτη που ήξερε καλά το παιχνίδι των βλεμμάτων, το άγγιγμα των χειλιών και το μαχαίρωμα των χεριών.

Μια πόρνη ήταν. Και της άρεσε, έτσι έλεγε.
Αλήθεια ήταν. Μια ψυχή που έβγαινε στη ζητιανιά για λίγη στοργή, για ένα ανθρώπινο άγγιγμα, κι ας ένιωθε τα ζεστά νώτα να αχνίζουν πάνω στο πρόσωπό της.

Μια πόρνη ήταν. Άλλο να κάνει δεν ήξερε, έτσι έλεγε.
Αλήθεια ήταν. Μα σαν ξημέρωνε μάθαινε το αλφάβητο και διάβαζε συλλαβίζοντας για τις ζωές των άλλων, χοντρά βιβλία, μην τύχει και τελειώσουν.

Μια πόρνη ήταν. Που δεν της μιλούσαν στο δρόμο δεν την πείραζε, έτσι έλεγε.
Αλήθεια ήταν. Γιατί τις νύχτες όλοι γίνονταν φίλοι της, άντρες σκληροί, παιχνιδάκια ανάμεσα στα δυο της πόδια.

Μια πόρνη ήταν. Τη μοναξιά δεν την ήξερε, έτσι έλεγε.
Αλήθεια ήταν. Γιατί, το προσκεφάλι της κάθε νύχτα καμωμένο σε σχήμα αγκαλιάς και μουσκεμένο με άρωμα δακρίων, ποτέ δεν μάθαμε.

Μια πόρνη ήταν. Σπίτι μου, σπιτάκι μου, «κοκκινοσπιτάκι» μου, έτσι έλεγε.
Αλήθεια ήταν. Πριν φύγει για τα ψώνια της ημέρας, ντυνόταν με φουστάνια μακριά και προσεκτικά ξεπρόβαλε να μην την δει ο κόσμος πως πήγαινε να παίξει την κυρία.

Μια πόρνη ήταν. Μα σε αγάπησε πολύ, έτσι έλεγε.
Αλήθεια ήταν. Σου έβαζε κοκκινάδι στα χείλια και παίζατε τις κοντέσες, κι ας μην είχες ξεπεταχτεί, μωρό ήσουνα ακόμα.

Μια πόρνη ήταν. Γερασμένη η καρδιά της γεννήθηκε, έτσι έλεγε.
Αλήθεια ήταν. Τι κι αν μετρούσε είκοσι χρόνια κι ένα χαμόγελο αγγέλου. Και στο ξημέρωμα, ας έλουζε φως το πρόσωπό της κι όλη η συννεφιά της μέρας άλλαζε μορφή.

Μια πόρνη ήταν. Πόρνη γεννήθηκε και πόρνη θα πεθάνει, έτσι έλεγε.
Αλήθεια ήταν. Μια νύχτα βουβά ξεψύχησε στα χέρια ενός πελάτη.

Μια πόρνη ήταν. Σαν θα πήγαινε στους ουρανούς όλοι θα την ξεχνούσαν, έτσι έλεγε.
Αλήθεια ήταν. Στο κόκκινο σπίτι, μόνο εσύ ξέμεινες να τη νοσταλγείς.

Μια πόρνη ήταν. Λαΐδα τη βαφτίσανε, έτσι έλεγε.
Αλήθεια ήταν. Και ας τη φώναζες εσύ πάντα μαμά.

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2008

Φιλοξενώντας έναν Μετέωρο Μετανάστη

Γραμμένο από έναν Μετέωρο Μετανάστη σε ξένο Πλανήτη!

Κλεάνθη μου, μην χάνεσαι...

Θα γυρίσει, πού θα πάει;
Θα γυρίσει ο ήλιος και θ' ανατείλει ξανά!





Μετέωρες διεργασίες - Μοναχικοί στοχασμοί

Η ώρα ξανά περασμένη, μεσάνυχτα και κάτι... πεντάλεπτα! Το μάτι του γαρίδα, σκέψεις θολές, συνωμοτικά κι ανάκατα στριμωγμένες μες στο αποκαμωμένο απ' τις δικές του περίπλοκες διεργασίες, μυαλό. Λες και κι αυτές... γύρευαν να βρουν επίμονα διέξοδο προς τον έξω κόσμο..!

Στη συχνότητα των FM, ο Stevie πάσχιζε κι αυτός επίμονα ν' αποσπάσει την προσοχή του αθέλητου ξενύχτη, ψελλίζοντας αδύναμα τους στίχους μιας κάποιας... "true Love" απ' τα περασμένα!

Ήταν τότε που κι ο δεξιός του καρπός, ο καλός στο τένις, άδραξε ύπουλα την ευκαιρία να ξεμουδιάσει πρόσκαιρα απ' το μονότονο και βασανιστικό έργο της γραφής, που με το ζόρι τ' αφεντικό του (εκείνος) το 'χε εμπλέξει!

Μηχανικά σήκωσε το κεφάλι και λευτέρωσε τη ματιά του να περιπλανηθεί βιαστικά στον μισοσκότεινο γύρω χώρο. Στάθηκε για λίγο στην απέναντι κορνίζα και με το βλέμμα του προσπάθησε να ψηλαφίσει στοργικά το αγαπημένο μα θολά τυπωμένο στο χαρτί, πρόσωπο της ασπρόμαυρης φωτογραφίας! Το πρόσωπο εκείνης της ανεκτίμητης, της πρώτης στη σειρά της ζωής του, ως Μάνας, της Κυρα-Λένης!

Κι ύστερα, έστρεψε ξανά τα μάτια πίσω στη στίβα με τα ταλαιπωρημένα χαρτιά, τα γεμισμένα μ' ατέρμονες δικές του σκέψεις και μουτζούρες, που κείτονταν καρτερικά κι ακατάστατα σκορπισμένα, στη πάνω μεριά του Γραφείου, σαν τάχα να περίμεναν πλανεμένα κι αυτά μια καλύτερη τύχη.

Παρόμοια με χτες αναρωτήθηκε για το πώς τελικά τα κατάφερνε, σχεδόν πάντα το τελευταίο διάστημα, να σπαταλά τον πολύτιμο απογευματινό χρόνο του, σκυμμένος με τις ώρες πάνω από ένα σωρό χαρτιά και βιβλία!

Κι απόψε είχε βρει τρόπο να στοιβάξει όπως-όπως τις σκέψεις του σ' αμέτρητες κακογραμμένες αράδες, να προσθέσει ένα σωρό σημαντικές τάχα επισημάνσεις, εξανεμίζοντας πάνω από το μισό πακέτο χαρτιού του έρημου εκτυπωτή.

«Φτού...διάβολε», ξέσπασε! Ξαφνικά είχε θυμηθεί, και το μάτι του στιγμιαία άστραψε παράξενα! Αυτό ήταν..! Τούτη τη φορά σίγουρα έφταιγε τ' απογευματινό επεισόδιο, το λεκτικό που 'χε με το τσογλανάκι του, την άλλη Ελένη, τη δεύτερη και τελευταία μα εξίσου πολύτιμη στη ρημαγμένη ζωή του! Την κόρη του, που ύστερα..., λίγο αργότερα του 'χε κλείσει από γινάτι το κινητό κατάμουτρα και κεραυνοβολημένο τον είχε στείλει αδιάβαστο, με ένα ηλίθια ψεύτικο χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπο! Κι' ύστερα πάλι, ...πριν καλά προλάβει και συνέλθει απ' το σοκ, το ξεχειλωμένο εκείνο sms που του' χε στείλει, μ' ένα σωρό αόριστα παράπονα που 'χε μαζεμένα απ' την προηγούμενη φορά, για την αδικαιολόγητη κι αφόρητη γκρίνια του, όπως έγραφε, εννοώντας αυτά... που σταθερά τον χαρακτήριζαν τους τελευταίους μήνες, στο ρόλο του Πατέρα.

Νοερά έφερε στο μυαλό την εικόνα της, τότε που 'κείνη ακόμα μπουσούλαγε ή λίγο αργότερα που για πλάκα την έβαζε να πλένει τάχα τα μονίμως μουσκεμένα βρακιά της ή...τότε,...τότε και τότε..!

«Θεέ μου...», ψέλλισε κι αναστέναξε βαριά... όταν ένας ορμητικός χείμαρρος με τρυφερές θύμησες και πολύχρωμα ζωγραφισμένες εικόνες απ' τη σχετικά νωπή κι αγκομαχώντας συνεχιζόμενη μέχρι τώρα, κοινή περιπέτεια της ζωής τους, του πλημμύρησε το νου!
Ταυτόχρονα κι αντάμα με μια άχαρη γκρίζα πινελιά, που επίμονα βάλθηκε έστω και πρόχειρα να γαντζωθεί απ' τα σφιγμένα χείλη, μια... τοσοδούλα, ασήμαντα μικρή υγρή στάλα πάσχιζε μάταια ν' αποφύγει να φανεί, μη τάχα κι αναστάτωνε νοτίζοντας την κάποτε αγέρωχη μα πάντα πεισματάρα αντρίκια ματιά του.

«Το τσογλανάκι...», ψέλλισε ξανά... και ξανά!
Μάταια αναζήτησε, βαθιά πίσω στο χρόνο, να βρει το πώς και το γιατί, κόλλησε τούτη τη παράξενη συνήθεια να την αποκαλεί "έτσι"! Μ' αυτό τον ανορθόδοξο, μα πάντα με τρυφερή και πειραχτική διάθεση, τρόπο, από τότε, ...την αρχή, που ήταν ακόμη μωρό.., που μόνος κι άμαθος πάσχιζε καρτερικά κι απεγνωσμένα να κρατηθεί όρθιος για να παίξει σωστά τους "ρόλους" πατέρα και μάνας μαζί..!

Και να την τώρα, βιαστική... μη δεν προλάβει και της ξεφύγει απ' τα χέρια η ζωή, όπως και πάντα σβέλτη στο μυαλό και στις εναλλαγές συναισθημάτων, χαριτωμένη ακόμη και στις δικές της λύπες!

Έχοντας μόλις αγγίξει το δέκατο όγδοο σκαλοπάτι του δικού της Γολγοθά, είχε φροντίσει να φτερουγίζει καθημερινά όλο και μακρύτερα απ' τη δική τους φιλόξενη γωνιά, να τον σκοτίζει βασανιστικά με την ακόμη παιδική ανεμελιά και με την άτοπη μα και συνάμα παράτολμη εφηβική σιγουριά της!

Πράγματι, όλα τούτα τον έκαναν να νοιώθει αμήχανα, άβολα, όπως και η αγωνία, που τον κυρίευε συχνά σε κάθε κενό που εκείνη ανέμελα άφηνε πίσω της και προοδευτικά χανόταν για ώρες, καμιά φορά για μέρες, δίχως να δίνει και πολλή σημασία για τις εντυπώσεις και τις κρυφές μα όχι και τόσο ξεπερασμένες (old fashion) ανησυχίες του, για 'κείνη.

Κάποιες φορές τη δικαιολογούσε κι ας μη καταλάβαινε το χαζοπούλι, πως ήταν αρκετά νωρίς ακόμη για να αφήνεται στα σύννεφα μόνη της, ξεχασμένη σ' ονειρικές πτήσεις, μακριά απ' τη φωλιά όπου μεγάλωσε! Όμως, σκέφτηκε.., ποτέ δε θα μπορούσε να ήταν το ίδιο και γι' αυτόν, που σίγουρα θ' αργούσε πολύ να νοιώσει ή να σκεφτεί πως τα 'χε επιτέλους καταφέρει μαζί της στη ζωή.

Η ώρα είχε βιαστικά προχωρήσει κι άλλο, μ' αργούσε ακόμη για να ξημερώσει η επόμενη μέρα. Συλλογίστηκε πως έπρεπε πια να το πάρει απόφαση και να πάει να ξαπλώσει το συντομότερο, αν ήθελε να ξυπνήσει έγκαιρα το πρωί για το μεροκάματο.

Προσπάθησε και τέλος, έπεισε τον εαυτό του να σκεφτεί λιγάκι αισιόδοξα, ότι... το τσογλανάκι του θα ήταν ήδη στην Κυψέλη, στο σπίτι της Μάνας που στερήθηκε όλα αυτά τα τρυφερά του χρόνια και που, στο κάτω-κάτω, έπρεπε έστω κι αργά ν' αρχίζει να συνηθίζει μαζί της!

Θα' θελε τώρα να 'χε κοντά του τον Πήγασο, τον κάτασπρο φτερωτό ξεναγό του Καρπουζόκοσμου, τούτη την ώρα που 'χε ανάγκη ν' ακουμπήσει κάπου, σε ένα δικό του φίλο, όμως αληθινό..! Ίσως μπορεί και να δοκίμαζε το κόλπο, αν το 'χε σκεφτεί νωρίτερα και είχε κάψει ένα απ' τα πούπουλα που 'κείνος του 'χε εμπιστευθεί παλιότερα, για τις δυσκολίες που θ' αντάμωνε στο διάβα της ζωής. Ήταν ήδη αργά κι έτσι διάλεξε να αφήσει τον Ήρωά του ήσυχο, τάχα για να 'ναι ξεκούραστος μια κάποια άλλη φορά, που θα 'ταν δυσκολότερα τα πράγματα!

Πήρε μια βαθιά ανάσα και ανασηκώθηκε απ' την καρέκλα, που 'χε μαζί του χάσει τελείως κάθε ελπίδα αισιοδοξίας για το μέλλον της, για τα γεράματά της! Καμπουριασμένος δίστασε για λίγο μα τελικά ορθώθηκε και μουδιασμένα βημάτισε μέχρι την εξώπορτα της μπροστινής βεράντας! Τη μισάνοιξε σιγανά, κοντοστάθηκε και ακουμπώντας αριστερά τον ώμο του στην κάσα της πόρτας, αφέθηκε σφαλίζοντας καλά τα μάτια, να ταξιδεύει για λίγο ανάλαφρα με τα φτερά της φαντασίας του στ' άπειρο και να ρουφά με περίσσια βουλιμία τη δροσιά της χειμωνιάτικης νύχτας ανάκατα με την ανεπαίσθητη μυρωδιά του καμένου στο τζάκι ξύλου, πιθανά απ' τη διπλανή μονοκατοικία του Γιώργη, του γείτονα ταξιτζή.

Δεν του χρειάστηκε περισσότερος χρόνος, για ν' αρχίσει να νοιώθει πιο χαλαρός και πιο ήρεμος! Ασφάλισε την πόρτα και κατευθύνθηκε αργά στον καναπέ, σ’ εκείνον που συνήθιζε να ξεκουράζεται πρόσκαιρα σαν γυρνούσε απ' τη δουλειά του.

Σε λίγες ώρες θα ξημέρωνε μια καινούργια, ίσως και καλύτερη, μέρα για όλους.