Παρασκευή, 30 Μαΐου 2008

Falling




















"To be fond of dancing was a certain step towards falling in love... "

Jane Austen

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2008

Απορίες

- Μαμά, τι είναι ο έρωτας;

- Ο έρωτας είναι ένας ιός, αγάπη μου. Μια αρρώστια.

- Και από πού κολλάμε την αρρώστια του έρωτα, μαμά;

- Την έχουμε μέσα μας και πότε πότε μας θυμάται και εμφανίζεται, αγάπη μου. Όπως οι αλλεργίες.

- Και στον έρωτα τρέχουν δάκρια απ’ τα μάτια, μαμά; Όπως στις αλλεργίες;

- Πολλά δάκρια, αγάπη μου. Χαρούμενα δάκρια και λυπημένα δάκρια.

- Και μετά; Σηκώνει και πυρετό ο έρωτας, μαμά; Σαν το συνάχι που κολλάμε τον χειμώνα;

- Μεγάλο πυρετό, μωρό μου. Πολύ υψηλό. Τόσο, που το θερμόμετρο δεν μπορεί να τον μετρήσει.

- Και τι κάνουμε, μαμά; Πάμε στον γιατρό και μας δίνει σιρόπι για να μας περάσει;

- Όχι, καρδούλα μου. Για τον έρωτα δεν υπάρχει γιατρός. Ούτε φάρμακο υπάρχει.

- Δηλαδή άμα αρρωστήσουμε από έρωτα, είμαστε άρρωστοι για πάντα, μαμά;

- Μπορεί, αγάπη μου. Εκτός και αν ο οργανισμός μας τον νικήσει.

- Πώς, μαμά; Πώς νικάμε τον έρωτα;

- Φτιάχνουμε αντισώματα, ψυχή μου, και τον ξεπερνάμε. Μόνοι μας τον γιατρεύουμε τον έρωτα.

- Και δεν αρρωσταίνουμε από έρωτα ποτέ πια, μαμά; Σαν την ιλαρά;

- Αν είμαστε άτυχοι, δεν αρρωσταίνουμε ποτέ πια… Αν είμαστε αδύναμοι, υποτροπιάζουμε. Kαι αν είμαστε πραγματικά ρομαντικοί, παραμένουμε για πάντα άρρωστοι.

- Άτυχοι… αδύναμοι… υποτροπιάζουμε; ρομαντικοί… Δεν καταλαβαίνω τι λες, μαμά.

- Ξέρω τι λέω, μωρό μου. Μια μέρα, θα καταλάβεις κι εσύ…

- Μπερδεύτηκα, μαμά…

Αγοραίος έρωτας




















Ποιός μου είπε ότι ο έρωτας δεν αγοράζεται και δεν πουλιέται;
Ποιός απατήθηκε πλάνην οικτρά και ξεστόμισε πως είναι αγνός και άδολος;
Το είπες εσύ; Το είπες ή μου φάνηκε;
Λάθος έκανες. Λάθος τεράστιο.

Ποιός διάλεξε το κόκκινο για να χρωματίσει την αγάπη;
Ποιός της έδωσε το μόνο χρώμα της φωτιάς και όχι όλα του ουράνιου τόξου;
Του πολύχρωμου, του αβέβαιου, του αναποφάσιστου;

Τα λόγια, τα κορμιά;
Πουλιούνται τα λόγια; Αγοράζονται τα κορμιά;
Παζάρι είναι και οι μικροπωλητές παντού.
Πελάτες είμαστε όλοι - ό,τι μας δώσουν θα πάρουμε. Και θα το πουλήσουμε μετά με τη σειρά μας.
Για λίγα ή για πολλά, δεν ξέρω. Ξέρεις εσύ; Ίσως και στη διατίμηση.
Να τα χαρίσουμε; Αποκλείεται να τα χαρίσουμε.

Η καρδιά; Ξεπουλιέται η καρδιά;
Αναρωτήθηκες ποτέ; Ή μήπως γνωρίζεις;
Ξεπουλιέται και εξαγοράζεται η καρδιά. Και φιμώνεται και σωπαίνει και πλανάται.
Και κοιμάται βαθιά κάτι μέρες, κι άμα ξυπνήσει τη νανουρίζουμε πάλι.

Η ψυχή; Τα βλέμματα, τα αγγίγματα;
Ανταλλάσσονται τα αγγίγματα; Εσύ να μου πεις.
Όλα ανταλλάσσονται. Και υποτάσσονται και υποτιμούνται.
Και ξεχνιούνται. Κι αν όχι, αγκαθώνουν.
Και μας αρέσει. Ναι, ναι… κάτι φορές μας αρέσει κιόλας.

Αγοραίος έρωτας, θεόσταλτο δώρο…

Και καθείς εφ' ω ετάχθη…

Τρίτη, 27 Μαΐου 2008

Σκέψεις προς τον άνωθεν ηλεκτρολόγο


Όπως σε κάθε ηλεκτρολογικό πίνακα, έτσι και σ’ αυτόν της ζωής, οι ασφάλειες υπάρχουν για να προστατεύουν το κύκλωμα από την υπερένταση.

Όταν προσγειωνόμαστε στα δύσκολα, όταν το κύκλωμα υπερφορτώνεται ή είναι έτοιμο να βραχυκυκλώσει, όταν η ζωή μας υπερχειλίζει επικίνδυνα από σκέψεις, συναισθήματα, κούραση ή πίκρα, μια μαγική ασφάλεια «πέφτει». Κάτι σαν καμπανάκι κινδύνου που χτυπά πριν crashάρει το σύστημα, για να δηλώσει ότι ο οργανισμός μας είναι ανήμπορος να λειτουργήσει όπως πρέπει και μπορεί. Πως το κορμί έχει κουραστεί ή πως το μυαλό έχει επικίνδυνα μπλοκάρει.

Βιαστικά συνήθως, μπαλώνουμε τα αίτια και συνεχίζουμε από εκεί που είχαμε μείνει, σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Κοιτάμε λίγο γύρω μας, απομακρυνόμαστε από μερικούς ανθρώπους, προσεγγίζουμε άλλους, ξεκουραζόμαστε, χαλαρώνουμε. Άλλοτε πίνουμε και ξεχνάμε, άλλοτε πάμε διακοπές και ξεχνάμε. Κυρίως όμως ξεχνάμε. Σηκώνουμε περήφανα την ασφάλεια και το κύκλωμα συνεχίζει να λειτουργεί, ίσως και χωρίς πρόβλημα για κάμποσο καιρό ακόμη.

Με το πέρασμα του χρόνου όμως, τα ανοιχτά μας «θεματάκια» συσσωρεύονται και το πρόβλημα γίνεται πιο επικίνδυνο. Αρχίζουμε να χάνουμε τον εαυτό μας, να αναρωτιόμαστε ποιοί είμαστε, πού πάμε, τι θέλουμε, πόσο αντέχουμε. Είναι εκείνες οι ώρες που νιώθουμε πως πρέπει να κάνουμε ξεκαθαρίσματα κυρίως εσωτερικά, και μετά στα απ’ έξω μας. Να απαντήσουμε σε ερωτηματικά καθολικά, να βρεθούμε αντιμέτωποι με διλήμματα υποθετικά, να βρούμε το λόγο της ύπαρξης μας, τα όρια μας, τα περιθώρια συμβιβασμού μας. Είναι οι ώρες που θέλουμε απλά να το σκάσουμε από τη ζωή μας. Οι ασφάλειες δεν πέφτουν τότε, όχι. Ύπουλος ο δρόμος της εσωτερικής αναζήτησης. Τότε όμως, τι;

Στον ηλεκτρολογικό πίνακα της ζωής, υπάρχει πάντα και ένα ρελέ διαφυγής. Ένας διακόπτης μικρός, καλά κρυμμένος, που από κάτω έχει την ετικέτα ΑΥΤΟΣΥΝΤΗΡΗΣΗ. Μόλις πιάσουμε πάτο, αυτός μαγικά «πέφτει» και οι συναγερμοί του μυαλού φωνάζουν «DEFCON 5». Συναγερμοί παντού και το κορμί παράξενα εξασθενημένο. Τότε οι δρόμοι δεν είναι πολλοί. Είναι ένας και είναι μόνο προς τα πάνω. Είναι η ώρα που προσεκτικά πρέπει να μαζέψουμε τα κομμάτια μας και πραγματικά να ασχοληθούμε με το προβληματικό μας κύκλωμα. Να το ελέγξουμε συθέμελα, να το επιδιορθώσουμε και γρήγορα γρήγορα να ξεκινήσουμε την ανοδική μας πορεία.

Σοφά και ταιριασμένα όλα στον ηλεκτρολογικό πίνακα της ζωής. Ένα παραπονάκι έχω μόνο για τον αγαπημένο άνωθεν σχεδιαστή.

Στο κύκλωμα, μήπως θα μπορούσαμε εκεί δίπλα να προσθέσουμε κι έναν ροοστάτη μαζοχισμού; Ένα μαγικό συρόμενο κουμπάκι, που να μας επιτρέπει να χαμηλώνουμε λίγο την ένταση του πόνου από τα ίδια και επαναλαμβανόμενα λάθη μας και να ξεκουράζουμε λίγο παραπάνω τη ψυχή μας; Λίγο, έτσι για να προλαβαίνουμε να γλείφουμε τις πληγές μας ανάμεσα σε κάθε επιλογή αυτομαστιγώματος, να χωνεύουμε τα γενόμενα και ξανά να τραβάμε ακμαίοι προς τα ίδια ή νέα λάθη;

Κυριακή, 25 Μαΐου 2008

Μυστικό: Το κόκκινο φουστάνι













Η οικογένεια πάντα είχε μυστικά. Και γενιές τώρα πολλές, ας λέγανε ότι οι άντρες πάντα κάνανε κουμάντο. Στα δύσκολα, τα πολύ δύσκολα, όλοι ξέραμε ότι θα ερχόταν η σειρά της καθεμιάς, να τραγουδήσει στη ζωή γλυκόπικρους σκοπούς… Ταγμένες οι γυναίκες να υπηρετούν, να αναστηλώνονται, να συντηρούνται και να θεριεύουν. Ταγμένες η μια μετά την άλλη, φορώντας ένα κόκκινο φουστάνι, ν’ ακολουθούν τη μόνη δύναμη που γνώριζαν κι ας μην μπορούσαν να ερμηνεύσουν.


Η προγιαγιά μου γεννήθηκε σε ένα κατώι. Παλιά, πολύ παλιά. Κλέφτηκε η μάνα της με έναν μορφονιό και τη νύχτα του φευγιού, με την κοιλιά τούρλα απ’ το νόθο, κρυφτήκανε να βγάλουνε τη νύχτα. Τα παιδιά πεθαίνανε τότε στη γέννα, μα αυτό είχε θράσος και έκλαιγε σαν θεριό. Η μάνα της, η κυρά Ζωή την πήρε αγκαλιά και την τύλιξε στο κόκκινο φαρδύ φουστάνι της. Το θαύμα είχε γενεί. Και το μωρό ήταν δυνατό. Την έταξε, στη μόνη δύναμη που ήξερε κι ας μην μπορούσε να ερμηνεύσει. Την έταξε, και την ονόμασε Ευτυχία. Και την έντυνε πάντα με ένα κόκκινο φουστάνι, για να θυμάται πού χρωστάει το όνομά της. Και ζήσαν καλά.

Τα χρόνια πέρασαν και ένα κοριτσάκι ακόμη ήρθε στον κόσμο. Η Ευτυχία, ορφανή πια από μάνα, πατέρα και πατριό, το κράτησε αγκαλιά και στο πρώτο του κλάμα, του ψιθύρισε με λόγια σιγανά το μυστικό. Ήταν αλλιώτικο το κλάμα του μωρού αυτού. Γοερό και παραπονιάρικο. Σαν να ’ξερε πολλά. Σαν να καταλάβαινε πως μόνο μάνα θα ‘χε στη ζωή και ο πατέρας του, πρόσφυγας, δεν θα το έβλεπε ποτέ. Το τύλιξε στο κόκκινο ριχτάρι της και το έταξε στη μόνη δύναμη που ήξερε κι ας μην μπορούσε να ερμηνεύσει. Το ονόμασε Σοφία. Και ζήσαν καλά.

Με τη σειρά της, η γιάγια Σοφία, έτσι τη φωνάζαμε, χάρισε στην οικογένεια μετά από γέννες πολλές ένα στρουμπουλό και υγιές μωρό. Παλιά τα χρόνια ακόμη, πόλεμος και κατοχή, χήρα φρέσκια η ίδια μα κατά τ’ άλλα τυχερή. Ταγμένες οι γυναίκες της οικογένειας, κουμάντο έκαναν στα εύκολα και στα δύσκολα, καλό. Ανάβοντας ένα κερί στο μισοσκότεινο δωμάτιό της, με τον πόνο ακόμη ανάμεσα στα δυο της πόδια, προσευχόταν με λόγια ακαταλαβίστικα. Κι ονόμασε το μωρό αυτό Ελπίδα, τάζοντάς το στη μόνη δύναμη που ήξερε κι ας μην μπορούσε να ερμηνεύσει. Γιατί ήταν νέα ακόμη και είχε πίστη βαθιά. Και το τύλιξε σ’ ένα κόκκινο πανί να το κρατάει ζεστό. Και ζήσαν καλά.

Η Ελπίδα ήταν μια σύγχρονη γυναίκα, λίγο επαναστάτρια, λίγο παιδί των λουλουδιών. Μεγάλη πια, πολύ μεγάλη, έφερε στον κόσμο κι αυτή ένα μωρό. Ασθενικό, μα χαρούμενο. Κουρασμένη μες στο χειρουργείο, ζήτησε να μείνει μόνη με το νεογνό. Το κοίταξε στα δυο του μάτια για ώρα πολύ. Από καρδιά σε καρδιά, από ματιά σε ματιά, η Ελπίδα έταξε το μωρό στη μόνη δύναμη που ήξερε κι ας μην μπορούσε να ερμηνεύσει. Κι ας έλειπε ο άντρας της στην αγκαλιά μιας άλλης. Και με τη ρόμπα της κόκκινη απ’ το αίμα, το σκέπασε τάχα μου να μην παγώσει. Και το ονόμασε Γαλήνη. Και ζήσαν καλά.

Η Γαλήνη μεγάλωνε. Και μέρα με τη μέρα ανακάλυπτε έναν υπέροχο κόσμο γύρω της. Ελεύθερη η ίδια, αχαλίνωτη, και λάτρης της ζωής. Μια μέρα αποφάσισε να αποκτήσει ένα παιδί. Μονάχη της θα το μεγάλωνε. Δεν ήταν δα και τόσο σπάνιο στα χρόνια της. Κι γεννήθηκε ένα ακόμη κοριτσάκι. Με δυο μάτια σκούρα σαν κουκούτσια και μάγουλα ροδαλά σαν την καρδιά του καρπουζιού. Ασαράντιστη ήταν ακόμη η μικρή, όταν μια κρύα μέρα του Δεκέμβρη την τύλιξε σε ένα κόκκινο φουστάνι και την έταξε στη μόνη δύναμη που ήξερε και δεν μπορούσε να ερμηνεύσει. Και ψιθυρίζοντας το μυστικό, τη βάφτισε Ειρήνη. Και ζήσαν καλά.

Και ζούνε ακόμη.

Και στα δύσκολα, σιγοτραγουδούν ένα τραγουδάκι μικρό, σαν Μυστικό…


Ζωή
Ευτυχία
Σοφία
Ελπίδα
Γαλήνη και
Ειρήνη
Γυναίκες όλες, μα πρώτη εκείνη.


Τα δύσκολα σαν συναντάς
Το κόκκινο φουστάνι σου να βρίσκεις.
Κατάσαρκα να το φοράς
Κι αλήθειες να ξορκίζεις.

Στα σύννεφα να περπατάς
Πλάθοντας παραμύθια
Με οδηγό σου τη καρδιά
Θα βλέπεις της ζωής τη μόνη αλήθεια.

Το Μυστικό να τραγουδάς
τα ρίσκα της καρδιάς σαν παίρνεις.
Ταγμένη είσαι από παιδί
Σε δύναμη που δεν θα μάθεις να ερμηνεύεις.

Αγνή είναι σαν τη μάνα που γεννά
Μα καίει σαν τη φωτιά που διαφεντεύει.
Η Αγάπη πάντα θα σε τυραννά
Κι αυτή κάθε φορά θα σε θεριεύει.

Αγάπη
Ζωή
Ευτυχία
Σοφία
Ελπίδα
Γαλήνη και
Ειρήνη
Γυναίκες όλες, μα πρώτη εκείνη.

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2008

Τα λερωμένα, τ' άπλυτα...















Σήμερα έβαλα μπουγάδα...

Α... δεν πήγαινε άλλο.
Το μυαλουδάκι μου χρειαζόταν επειγόντως... «γενική».

Λίγο συγύρισμα για να βρουν τα κουτάκια της λογικής πάλι τη θέση τους.


Λίγο ξεσκόνισμα για να φύγουν οι παλιές ιδέες και να έρθουν θριαμβευτικά να κάτσουν άλλες πιο φρέσκες.

Λίγο σφουγγάρισμα γιατί πολύ σταθήκαμε στον πάτο και πόνεσε το κορμάκι μας.

Σήμερα έβαλα μπουγάδα... Δεν μπορούσα να περιμένω άλλο. Βαρέθηκα στα ίδια και τα ίδια.

Σήμερα έβαλα στη μπουγάδα και το κάλυμμα του καναπέ... πολύ το κουράσαμε, βρε πουλάκι μου, με την αναμονή.

Έφυγαν από πάνω του οι λεκέδες του μυαλού και έδειξε πάλι κόκκινος-κόκκινος και ατσαλάκωτος, πανέτοιμος για τους καινούριους ανθρώπους που θα υποδεχτεί. Χαρούμενους ανθρώπους, ζωντανά κορμιά παραδομένα ξανά στην αγκαλιά του...

Όσο για το feeling, έκανα και λίγο redecoration... Για τη χαρά της αλλαγής, μην φανταστείς!

Σήμερα έβαλα μπουγάδα και το χάρηκα!

Κρίμα μόνο που δεν μας έκατσε κι ένα αποχαιρετιστήριο πάρτυ... Έτσι, για να τσεκάρουμε τις αντοχές του καναπέ... και τις ανοχές του καλύμματος σε πιο υψηλές θερμοκρασίες πλύσης!

Τετάρτη, 7 Μαΐου 2008

Τυπάκια


Είναι κάτι τυπάκια, που δεν ρωτάνε τίποτα.

Τίποτα όμως.

Που μπορεί στο κάθε μέρα να γκρινιάζουν και να σου βγάζουν την ψυχή, και τις άλλες ώρες, τις πραγματικά δύσκολες, να μην ρωτάνε τίποτα.

Σαν αγγελάκια να κρέμονται στο πλευρό σου, να παρακολουθούν τα χείλη σου που μιλάνε και τις ατσούμπαλες κινήσεις των χεριών σου, και μέσα τους ας φουντώνουν. Άχνα όμως, λες και μαγική σιωπή έχουν καταπιεί.

Να θέλουν να σε κρίνουν, να σε φιμώσουν, να σταθούν δίπλα στο αυτί σου και να φωνάξουν με όλη τους τη δύναμη «Πρόσεχε…» κι όμως να υπομένουν καρτερικά την τρέλα σου και να επιμένουν στη δική τους.

Είναι κάτι τυπάκια τελικά που σε εκπλήσσουν. Ακόμη και χρόνια μετά, ακόμη και διαδρομές πολλές να έχετε κάνει μαζί.

Είναι κάτι τυπάκια που σ’ αγαπάνε. Και στο λένε μάλιστα. Δεν αγκομαχούν και δεν φοβούνται, δεν ντρέπονται και δεν κρύβονται.

Είναι κάτι τυπάκια που σε ξέρουν. Κι ας μην μπορούν να σε ψυχολογήσουν, σε αφουγκράζονται. Πεισμώνουν δίπλα σου και δεν κουνιούνται με τίποτα.

Γελάς; Κλαις; Ακούραστοι φρουροί, να επιβεβαιώνουν την ύπαρξή τους. Να σε προσέχουν. Και να μην ρωτάνε. Τίποτα να μην ρωτάνε. Είναι κάτι τυπάκια που αντέχουν.

Είναι κάτι τυπάκια… Πώς λέγονται, να δεις... Φίλοι;

Μαρικάκι μου, σ’ ευχαριστώ.

Σάββατο, 3 Μαΐου 2008

Θρύψαλα















Χίλια κομμάτια. Μπορεί και πιο πολλά...

Θρύψαλα να περπατάω επάνω τους και να ματώνω.
Κοφτερά τα δάκρια και καυτά, να με πονάνε όπως κατεβαίνουν στα χλωμά μου μάγουλα.

Κόκκινα φώτα παντού στο μυαλό μου. Συναγερμός... Τρέξε, κρύψου, φύγε...
Κόκκινο φανάρι μπροστά στα μάτια μου. Ακινητοποιημένη, δεν μπορώ να οπισθοχωρήσω. Δεν μπορώ ούτε να προχωρήσω...

Γυαλιά, σπασμένα γυαλιά, σκορπισμένα παντού από μεγάλα λόγια...
Από τεράστια λόγια.

Χίλια κομμάτια, μπορεί και πιο πολλά, να αντανακλούν τον πόνο, να τρυπούν το στομάχι, να ξελιγώνουν την καρδιά από την πείνα.
Να φωνάζουν τα ερωτηματικά και να χορεύουν ερωτικούς σκοπούς παράλογους.

Χίλια κομμάτια... Μπορεί και πιο πολλά...
Τόσα κομμάτια η ψυχή μου...

Σήμερα… Aύριο ξυπνά μια άλλη μέρα.