Κυριακή, 25 Μαΐου 2008

Μυστικό: Το κόκκινο φουστάνι













Η οικογένεια πάντα είχε μυστικά. Και γενιές τώρα πολλές, ας λέγανε ότι οι άντρες πάντα κάνανε κουμάντο. Στα δύσκολα, τα πολύ δύσκολα, όλοι ξέραμε ότι θα ερχόταν η σειρά της καθεμιάς, να τραγουδήσει στη ζωή γλυκόπικρους σκοπούς… Ταγμένες οι γυναίκες να υπηρετούν, να αναστηλώνονται, να συντηρούνται και να θεριεύουν. Ταγμένες η μια μετά την άλλη, φορώντας ένα κόκκινο φουστάνι, ν’ ακολουθούν τη μόνη δύναμη που γνώριζαν κι ας μην μπορούσαν να ερμηνεύσουν.


Η προγιαγιά μου γεννήθηκε σε ένα κατώι. Παλιά, πολύ παλιά. Κλέφτηκε η μάνα της με έναν μορφονιό και τη νύχτα του φευγιού, με την κοιλιά τούρλα απ’ το νόθο, κρυφτήκανε να βγάλουνε τη νύχτα. Τα παιδιά πεθαίνανε τότε στη γέννα, μα αυτό είχε θράσος και έκλαιγε σαν θεριό. Η μάνα της, η κυρά Ζωή την πήρε αγκαλιά και την τύλιξε στο κόκκινο φαρδύ φουστάνι της. Το θαύμα είχε γενεί. Και το μωρό ήταν δυνατό. Την έταξε, στη μόνη δύναμη που ήξερε κι ας μην μπορούσε να ερμηνεύσει. Την έταξε, και την ονόμασε Ευτυχία. Και την έντυνε πάντα με ένα κόκκινο φουστάνι, για να θυμάται πού χρωστάει το όνομά της. Και ζήσαν καλά.

Τα χρόνια πέρασαν και ένα κοριτσάκι ακόμη ήρθε στον κόσμο. Η Ευτυχία, ορφανή πια από μάνα, πατέρα και πατριό, το κράτησε αγκαλιά και στο πρώτο του κλάμα, του ψιθύρισε με λόγια σιγανά το μυστικό. Ήταν αλλιώτικο το κλάμα του μωρού αυτού. Γοερό και παραπονιάρικο. Σαν να ’ξερε πολλά. Σαν να καταλάβαινε πως μόνο μάνα θα ‘χε στη ζωή και ο πατέρας του, πρόσφυγας, δεν θα το έβλεπε ποτέ. Το τύλιξε στο κόκκινο ριχτάρι της και το έταξε στη μόνη δύναμη που ήξερε κι ας μην μπορούσε να ερμηνεύσει. Το ονόμασε Σοφία. Και ζήσαν καλά.

Με τη σειρά της, η γιάγια Σοφία, έτσι τη φωνάζαμε, χάρισε στην οικογένεια μετά από γέννες πολλές ένα στρουμπουλό και υγιές μωρό. Παλιά τα χρόνια ακόμη, πόλεμος και κατοχή, χήρα φρέσκια η ίδια μα κατά τ’ άλλα τυχερή. Ταγμένες οι γυναίκες της οικογένειας, κουμάντο έκαναν στα εύκολα και στα δύσκολα, καλό. Ανάβοντας ένα κερί στο μισοσκότεινο δωμάτιό της, με τον πόνο ακόμη ανάμεσα στα δυο της πόδια, προσευχόταν με λόγια ακαταλαβίστικα. Κι ονόμασε το μωρό αυτό Ελπίδα, τάζοντάς το στη μόνη δύναμη που ήξερε κι ας μην μπορούσε να ερμηνεύσει. Γιατί ήταν νέα ακόμη και είχε πίστη βαθιά. Και το τύλιξε σ’ ένα κόκκινο πανί να το κρατάει ζεστό. Και ζήσαν καλά.

Η Ελπίδα ήταν μια σύγχρονη γυναίκα, λίγο επαναστάτρια, λίγο παιδί των λουλουδιών. Μεγάλη πια, πολύ μεγάλη, έφερε στον κόσμο κι αυτή ένα μωρό. Ασθενικό, μα χαρούμενο. Κουρασμένη μες στο χειρουργείο, ζήτησε να μείνει μόνη με το νεογνό. Το κοίταξε στα δυο του μάτια για ώρα πολύ. Από καρδιά σε καρδιά, από ματιά σε ματιά, η Ελπίδα έταξε το μωρό στη μόνη δύναμη που ήξερε κι ας μην μπορούσε να ερμηνεύσει. Κι ας έλειπε ο άντρας της στην αγκαλιά μιας άλλης. Και με τη ρόμπα της κόκκινη απ’ το αίμα, το σκέπασε τάχα μου να μην παγώσει. Και το ονόμασε Γαλήνη. Και ζήσαν καλά.

Η Γαλήνη μεγάλωνε. Και μέρα με τη μέρα ανακάλυπτε έναν υπέροχο κόσμο γύρω της. Ελεύθερη η ίδια, αχαλίνωτη, και λάτρης της ζωής. Μια μέρα αποφάσισε να αποκτήσει ένα παιδί. Μονάχη της θα το μεγάλωνε. Δεν ήταν δα και τόσο σπάνιο στα χρόνια της. Κι γεννήθηκε ένα ακόμη κοριτσάκι. Με δυο μάτια σκούρα σαν κουκούτσια και μάγουλα ροδαλά σαν την καρδιά του καρπουζιού. Ασαράντιστη ήταν ακόμη η μικρή, όταν μια κρύα μέρα του Δεκέμβρη την τύλιξε σε ένα κόκκινο φουστάνι και την έταξε στη μόνη δύναμη που ήξερε και δεν μπορούσε να ερμηνεύσει. Και ψιθυρίζοντας το μυστικό, τη βάφτισε Ειρήνη. Και ζήσαν καλά.

Και ζούνε ακόμη.

Και στα δύσκολα, σιγοτραγουδούν ένα τραγουδάκι μικρό, σαν Μυστικό…


Ζωή
Ευτυχία
Σοφία
Ελπίδα
Γαλήνη και
Ειρήνη
Γυναίκες όλες, μα πρώτη εκείνη.


Τα δύσκολα σαν συναντάς
Το κόκκινο φουστάνι σου να βρίσκεις.
Κατάσαρκα να το φοράς
Κι αλήθειες να ξορκίζεις.

Στα σύννεφα να περπατάς
Πλάθοντας παραμύθια
Με οδηγό σου τη καρδιά
Θα βλέπεις της ζωής τη μόνη αλήθεια.

Το Μυστικό να τραγουδάς
τα ρίσκα της καρδιάς σαν παίρνεις.
Ταγμένη είσαι από παιδί
Σε δύναμη που δεν θα μάθεις να ερμηνεύεις.

Αγνή είναι σαν τη μάνα που γεννά
Μα καίει σαν τη φωτιά που διαφεντεύει.
Η Αγάπη πάντα θα σε τυραννά
Κι αυτή κάθε φορά θα σε θεριεύει.

Αγάπη
Ζωή
Ευτυχία
Σοφία
Ελπίδα
Γαλήνη και
Ειρήνη
Γυναίκες όλες, μα πρώτη εκείνη.

3 σχόλια:

ΨουΞ είπε...

Συνήθως απομονώνω φράσεις στα κείμενα σου (που μου προξενούν συν-κίνηση)!
Σήμερα αυτό το έκαναν οι δύο πρώτες παράγραφοι.....πολύ μασίφ!!!

υγ.στα πλαίσια του ενδιαφέροντος μας για τον γραπτό λόγο μαζί με τις φιλικές μας σχέσεις θα ήθελα να σου πω πως αυτό που σταμάτησα να νιώθω μετά τις δύο πρώτες παραγράφους ίσως οφείλεται οτι μετά άρχισα να ξέρω το "λογοτεχνικό τοπίο" μέσα στο οποίο θα συνέχιζε το αναγνωστικό μου ενδιαφέρον(αυτό της παραβολής)ενώ πριν ο συγγραφέας με είχε αιφνιδιάσει δεν ήξερα που πήγαινα αλλά ήξερα πως ήταν ωραία να είμαι μαζί του!

Τι λέω;
....και δεν είναι πολύ αργά
:-))
αλλά αγάπα τον φίλο σου με τα ελαττώματά του.

Vassia είπε...

"Γυναίκες όλες, μα πρώτη εκείνη".

Καλή εβδομάδα
:-)

Karpouzi είπε...

@ψουξ
Σ' ευχαριστώ. Σ' ευχαριστώ;
Μπερδεύτηκα... Χα, χα!

@vassia
Και οι λοιπές "παραφυόμεθα" γύρω της... ;