Τρίτη, 19 Αυγούστου 2008

Με αλήτικη διάθεση












Είχε φύγει για λίγες μέρες από την πόλη. Με καλή παρέα.

Χαλαρή, μετά από πολύ καιρό, και με ένα βαθύ σκίσιμο από γυαλί στο πόδι… μα οι επίδεσμοι δεν θα την πτοούσαν. Τόσα άλλα που γύρναγαν στο μυαλό της, δεν την πτοούσαν.



Δεν ήξερε τι την έπιασε εκείνο το βράδυ. Σαν να είχε μια αλήτικη διάθεση... Νωχελική, αυθάδη και λάγνα συνάμα. Και της άρεσε που την έβρισκε μέσα της πάλι, έστω και μια δεκαετία μετά τα πρώτα της νιάτα.

Η παρέα είχε βγει πιο νωρίς, μα εκείνη ρέμβαζε ακόμη καπνίζοντας στο μπαλκόνι. Χάζευε τη θάλασσα και τα φώτα της πόλης. O ορίζοντας μπροστά της ήρεμος. Κι εκεί που τέλειωνε το λιμάνι, να σκάει μια μονοκατοικία σαν παραφωνία, με μια πινακίδα φωτεινή «Ιατρείο – 24 ώρες ανοιχτό». Μα ούτε ένα κέντρο υγείας σε τούτη την πόλη; Και τι ώρα ήταν;

Άλλαξε τον επίδεσμο στο πληγωμένο της πόδι και ντύθηκε βιαστικά. Έβαλε το κοντό τζην σορτς που άφηνε τα πόδια της να δείχνουν μακριά και γυμνασμένα, ένα αέρινο λευκό πουκάμισο κουμπωμένο μόνο όπου χρειαζόταν και μερικά χαϊμαλιά στο λαιμό, ίσα για να βαραίνουν το ύφασμα ανάμεσα στα δυο της στήθη και να τα κάνουν πιο λαχταριστά.

Τα τακούνια δεν θα τα έβαζε απόψε. Σανδάλια χαμηλά θα φόραγε, γιατί ένιωθε ψηλή μέσα της εκείνη τη νύχτα και αλήτισσα. Πέρασε μαύρο μολύβι γύρω από τα αμυγδαλωτά της μάτια για να τονίζει το βλέμμα της που ήταν βαθύ και πονηρό. Γατίσιο, θα έλεγε κάποιος. Και δεν έβαλε τίποτα στα χείλη. Τα χείλη της τα ‘θελε ελεύθερα απόψε, να γεύονται τη γεύση της αρμύρας.

Περπατούσε βιαστικά για να βρει τους φίλους στο παραλιακό μπαράκι. Μικρές ώρες… Πολύ περασμένα μεσάνυχτα κι ένα «Ιατρείο – 24 ώρες ανοιχτό». Αστείο της φάνηκε πάλι. Μπήκε μέσα… Το τραύμα στο πόδι της την τραβούσε άσχημα, όσο και αν ήθελε να το ξεχάσει.

Μια όμορφη μεγαλοκοπέλα τη χαιρέτησε χαρούμενα και ζήτησε τα στοιχεία της. ‘Έτσι έπρεπε, της είπε, από τον νόμο. Άφησε το όνομα και την προσωρινή της διεύθυνση κι εκείνη τη συνόδευσε μέχρι το δίπλα δωμάτιο. Στον γιατρό…

Η μορφή του την αιφνιδίασε. Ψηλός, όχι πολύ, μα όσο έπρεπε για τα χαμηλά της σανδάλια. Με μακριά καστανά μαλλιά που έπεφταν χαλαρά στους ώμους, γεροδεμένος και μαυρισμένος όμορφα. Ανέδυε μια μυρωδιά σαν από μπαχάρια μέσα από το γαλάζιο λινό του πουκάμισο και το στενό ξεβαμμένο τζην. Πολύ στενό… τόσο, που ένιωσε το στόμα της να υγραίνεται από τη λαιμαργία.

Πήγαν πίσω από το παραβάν. Την ξάπλωσε και της έλυσε τον επίδεσμο. Του εξήγησε γελώντας την περιπέτειά της κοιτάζοντάς τον με τα μαυροβαμμένα μάτια της, τη συμβούλευε αυτός με ορολογίες παράξενες με τα πράσινα φωτεινά δικά του.

Βρέθηκαν να μιλούν για άλλα.
Βαρέθηκαν να μιλούν για άλλα.

Τον τράβηξε χαλαρά προς το μέρος της. Κι εκείνος, περνώντας τα χέρια πίσω από τη μέση της, τη σήκωσε στον αέρα και την έφερε πάνω του, τυλίγοντας μαλακά τα πόδια της γύρω του.

Κοιτάζονταν και χόρευαν. Τα πουκάμισά τους ανοιχτά πάνω στο κορμί, τα πόδια τους γυμνά, μπλεγμένα σε έναν χορό αργεντίνικο. Ίσως και τσιγγάνικο… Με φιγούρες πολλές, μικρές, κοφτές και σύντομες… Λαχανιασμένες φιγούρες. Κινούνταν γρήγορα, σαν κυνηγημένοι. Και παθιασμένα, σαν αυτός ο χορός να έπρεπε να βιωθεί με τις αισθήσεις όλες…

Έσκυψε και έβαλε το σορτς της με κινήσεις αργές. Από το πουκάμισό της έλειπαν κουμπιά. Το έδεσε με ένα σφιχτό κόμπο γύρω από τα στήθη και ξέμπλεξε με τα χέρια τα μαλλιά της. Το εσώρουχό της ήταν πολύ μουσκεμένο για να φορεθεί. Φεύγοντας, το πέταξε στα σκουπίδια δίπλα στις γάζες και του έκλεισε το μάτι παιχνιδιάρικα.

Δεν πρόλαβε να της μιλήσει. Δεν πρόλαβε τίποτα να της πει με τη βραχνή του φωνή. Ούτε να της χαμογελάσει με το λοξό αινιγματικό του χαμόγελο. Κι ας της έριχνε μια δεκαετία εμπειρίας, αιφνιδιάστηκε.

Καληνύχτισε την ευγενική γυναικεία παρουσία διασχίζοντας το διάδρομο κι έκλεισε πίσω της την πόρτα. Ένα αεράκι της φύσηξε το πρόσωπο και τη δρόσισε ελαφρά.

Περπάτησε λίγο ακόμα... Πριν μπει στο μπαράκι άνοιξε ένα μικρό καθρεφτάκι για να ελέγξει το μακιγιάζ της και σαν να είδε μια λάμψη να πετιέται από τα μάτια της. Χαμογέλασε και σήκωσε λίγο ακόμη το κοντό της σορτς. Είχε μια αλήτικη διάθεση εκείνο το βράδυ.

Ανάμεσα στον κόσμο, ξεχώρισε τους φίλους. Δεν πρόλαβε να πλησιάσει, κι ο όμορφος νεαρός πίσω από τη μπάρα της έκλεισε το μάτι κι έβαλε μια σειρά σφηνάκια για όλη την παρέα, τάχα μου για ξεκάρφωμα.

Το κορμί της το ‘νιωθε χορτασμένο, μα μια δίψα γλυκιά σαν να της χάιδευε τον ουρανίσκο. Κανείς δεν την ρώτησε γιατί είχε αργήσει. Τους έφτανε που την έβλεπαν ήρεμη και φρέσκια. Και που τους θύμιζε πάλι τη γυναίκα που ήξεραν από καιρό.

Ο dj της έκανε από μακριά μια χορευτική φιγούρα κι έβαλε το αγαπημένο της κομμάτι. Εκείνη σήκωσε τα χέρια ψηλά, αφήνοντας ένα μικρό τατουάζ επιδεκτικά να φανεί από το σηκωμένο της πουκάμισο, και λικνίστηκε στο ρυθμό. Κάρφωσε με το βλέμμα της το πιτσιρίκι απέναντι που την κοιτούσε μέρες τώρα σχεδόν ανακριτικά και γελώντας του έστειλε ένα φιλί. Κρυφό.
Το παιχνίδι είχε αρχίσει. Και είχε μια αλήτικη διάθεση εκείνο το βράδυ…


Την άλλη μέρα, βρήκε στην είσοδο της προσωρινής της κατοικίας ένα κουτί. Ένα μαλακό βαμβακερό εσώρουχο σε συσκευασία δώρου και μαζί μερικές γάζες, ένα μπουκάλι οξυζενέ και μια κάρτα με έναν αριθμό κινητού τηλέφωνου… Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, έγραφε, 24 ώρες ανοικτό… Γέλασε με την καρδιά της και τσαλάκωσε την κάρτα αφηρημένα, ανοίγοντας το μπουκάλι. Της άρεσε αυτή η μυρωδιά. Μα πώς μπορούσε ένα μπουκάλι οξυζενέ να μυρίζει καραμέλα;

Έδωσε ένα πεταχτό φιλί στην παρέα της που την κοίταγε αμήχανα, φόρτωσε τα λιγοστά μπαγκάζια της στο αυτοκίνητο και μαζί πήραν το δρόμο της επιστροφής.

2 σχόλια:

ΨουΞ είπε...

Πετάει η ομάδα!!

Karpouzi είπε...

Προσωρινά, καλέ μου...