Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2008

Pain free

















Το λάτρευε αυτό το αγόρι. Το χαιρόταν με όλη της την ψυχή όταν βρισκόταν μαζί του. Μαζί του ήταν ο εαυτός της, κι αυτό ήταν σπάνιο, πολύ σπάνιο, και σπουδαίο, πολύ σπουδαίο.

Συνομήλικοι ήταν και φίλοι από πολύ παλιά. Μα αν και μοιράζονταν τα ίδια χρόνια, στα μάτια της ήταν πάντα το αγόρι των φοιτητικών της χρόνων, λες κι εκείνος δεν είχε μεγαλώσει ούτε μια ώρα.

Κανόνιζαν πάντα να βγουν βιαστικά, χωρίς πολλές συνεννοήσεις, και σχεδόν πάντα οι δυο τους. Λες κι ο κόσμος ο άλλος δεν είχε σημασία και υπόσταση όταν ήταν οι δυο τους.

Έμπαιναν στα πιο άνετα ρούχα τους… αυτή αφηνόταν σε φαρδιά τζην ή ριχτά φορέματα, χαμηλά σανδάλια και ανέμελα μαλλιά. Κι εκείνος σε κάτι φθαρμένα τζην ή σε ξεχασμένες στρατιωτικές βερμούδες και starάκια.

Και βρίσκονταν στο κέντρο. Λάτρευαν το κέντρο και τη βαβούρα του.

Γελούσαν συνέχεια, ποτέ δεν θυμούνταν για τι μιλούσαν, αλλά γελούσαν συνέχεια. Κυκλοφορούσαν αγκαλιά και ο κόσμος τους κοίταζε μυστήρια γιατί τους έπαιρνε για ζευγάρι. Αταίριαστο ζευγάρι. Κι αυτοί το διασκέδαζαν και γελούσαν.

Εκείνος είχε μυστήρια φάτσα. Κοκκινομάλλης με φακίδες, λεπτός και με συνηθισμένο ανάστημα, με γυμνασμένα πόδια από χρόνια άθληση και κάτι χέρια, στα μάτια της τουλάχιστον, τεράστια, όλο αγκαλιές. Ευαίσθητος και γλυκός. Και ατακαδόρος. "Ρομαντικούλη" τον φώναζε και του ανέβαζε το αίμα στο κεφάλι. Όμορφο αγόρι.

Εκείνη πάλι, μυστήριο τυπάκι. Στην πρώτη ματιά αδιάφορη, μα με καλοσχηματισμένο κορμί και γατίσιο βλέμμα, μόνο όταν ήθελε. Ανοιχτός άνθρωπος και προσγειωμένος. Με δυνατό μυαλό και αντοχές παλαιστή σούμο. Να δέχεται τους κραδασμούς, λόγια ή πράξεις, και τίποτα να μην παθαίνει. Πάντα σε ετοιμότητα κάποιον να υπερασπιστεί. Να τον ακούσει και να τον προστατεύσει. Όλους εκτός από τον εαυτό της. "Κορώνα μου" την φώναζε και της ανέβαζε το αίμα στο κεφάλι.

Έπιναν πολύ μαζί. Συνήθως έπιναν για πάρτυ τους. Και όταν δεν έπιναν για πάρτυ τους, έπιναν για τους απόντες της ζωής τους. Ποτέ για άλλον. Ποτέ για άνθρωπο υπαρκτό στη ζωή τους. Μόνο για τα φαντάσματα που πέρασαν, τους στοίχειωσαν και χάθηκαν.

Τις καλές τους μέρες, τις ονόμαζαν "pain free" και τις τιμούσαν με βότκα και τεκίλα. Τις κακές, τις ονόμαζαν "για πόνο και ποτό" και τις τιμούσαν πάλι με βότκα και τεκίλα. Και τους άρεσε να κάθονται στο μπαρ, στα ψηλά καθίσματα για να χαζεύουν τον κόσμο. Μπροστά στα ποτά, για να μην χάνουν τον χρόνο. Και στις αλλαγές της μουσικής, να πίνουν γύρες σφηνάκια.

Εκείνο το βράδυ, είπαν να αλλάξουν τις συνήθειες. Να κλειστούν σε ένα χαμαιτυπείο που πήγαιναν παλιά και να ακούσουν μουσικές από τότε. Ήταν σε "φάση παλιακή"… μόνο τα παλαιστινιακά μαντήλια δεν έβγαλαν από το χρονοντούλαπο γιατί θα ήταν ντεμοντέ.

Περνούσαν πολύ καλά κι εκείνο το βράδυ. Χόρευαν ανέμελα κάτω από βλέμματα και έκαναν τις γνωστές τους μαϊμουδιές. Και το χαίρονταν όπως κάθε άλλη φορά. Για πάρτυ τους.

Μέχρι που ήρθαν οι μπαλάντες και τους προσγείωσαν στη μπάρα, μπροστά από μια γύρα σφηνάκια, διπλή, όχι μόνο για πάρτυ τους. Σιωπές. Λάτρευαν αυτές τις μακριές σιωπές μεταξύ τους. Λες και απέδιδαν ταυτόχρονα φόρο τιμής στους απόντες της ζωής τους. Σαν να έβγαιναν ζευγάρια οι δυο τους, double dating που λένε, και οι άλλοι δύο να πήγαν τουαλέτα. Μπερδεύονταν τις ώρες της σιωπής. Ταξίδευαν.

Κάτω από την υπόκρουση ενός πονεμένου τραγουδιού, εκείνος την πήρε σφιχτά αγκαλιά, όπως συνήθιζε να την χορεύει για να σκάνε όλοι που φαινόταν δικιά του, και της ψιθύρισε στο αυτί "Δεν θα σε αφήσω ποτέ". Και την έσφιξε ακόμη περισσότερο πάνω του.

Εκείνη έκλεισε τα μάτια και κούρνιασε. Και αν και τόσο γεμάτη, για μια στιγμή, για μια μόνο στιγμή, το μυαλό της έτρεξε αλλού. Για μια στιγμή η σκέψη της ταξίδεψε σε άλλον. Πόσο θα ήθελε να ακούσει την κουβέντα αυτή από κάποιον άλλον…. Κι ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της.

Δεν άνοιξε το στόμα για να μην προδοθεί από την αλήθεια της. Έφτιαξε τα μπράτσα της σε μια στενή αγκαλιά και τον έκλεισε μέσα. Την εννοούσε αυτή την αγκαλιά… αλλά δεν της έδωσε τη σημασία που της άξιζε. Για μια ακόμη φορά, η απουσία κάποιου μονοπωλούσε το μυαλό της, περισσότερο από τους ζωντανούς και αληθινούς ανθρώπους της ζωής της.

Ζαλίστηκε… Ήπιε λίγο νερό και δεν του απάντησε τίποτα. Παρά μόνο τον έσφιξε ξανά στην αγκαλιά της. Και του έδωσε ένα ρουφηχτό φιλί στο μάγουλο. Του απάντησε με τον τρόπο της, έστω και δευτερολογώντας. Και μετά τον κοίταξε στα μάτια για να του αποκαλυφτεί.

Της χαμογέλασε πλατιά και σήκωσε το ποτήρι του να πιει. "Σε νιώθω" της απάντησε. "Μα και πάλι δεν θα σε αφήσω ποτέ."

Το φιλί του Ιούδα, σκέφτηκε. Προδοσία. Και σαν να κάηκε λίγο μέσα της.

Πόσες τέτοιες αγκαλιές είχε άραγε κι εκείνη δεχτεί σε μεγάλα λόγια που είχε πει… Όχι κακοπροαίρετες αγκαλιές. Αγαπημένες αγκαλιές, να, όπως η δική της τώρα. Αλλά σιωπηλές αγκαλιές. Υποσχόμενες μα ασπρόμαυρες, μουντές, βουβές αγκαλιές και όχι φωναχτές και πολύχρωμες. Πονεμένες αγκαλιές, διχασμένες αγκαλιές κι αχάριστες…

Πόσο άδικη άραγε μπορούσε να γίνει… Και ανόητη. Πολύ ανόητη.

Το βράδυ έβγαλε τα εσώψυχά της από την αηδία… Καθάρισε καλά το μυαλό της από τους απόντες της ζωής, έβαλε ένα τεράστο "Χ" στο απουσιολόγιο της ψυχής της και άνοιξε ένα καινούριο καθαρό τετράδιο για να γράφει… Κι ας το άφηνε άδειο για καιρό πολύ.

Άδειασε τα μέσα της από το κενό. Και αποφάσισε να τα γεμίσει με ζωή.

Και κοιμήθηκε, για πρώτη φορά μετά από καιρό, ήρεμη…

Το επόμενο βράδυ του είπε στο τηλέφωνο…
"Κερνάω σφηνάκια. Μονές γύρες. Όχι διπλές. Μόνο για πάρτυ μας. Σήμερα γιορτάζω… Pain free από άποψη. Τι λες;"

"Σε μια ώρα. Κέντρο, στο παγκάκι μας." της απάντησε.
Νέρωσε το ποτό που μόλις είχε βάλει και το έχυσε βιαστικά στον νεροχύτη. Μαζί άφησε και το άδειο ποτήρι που είχε περίτεχνα στήσει δίπλα του. Από σήμερα για πάρτυ μας, σκέφτηκε. Pain free από άποψη.

Και ντύθηκε βιαστικά για να τη συναντήσει. Να γιορτάσουν παρέα.

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2008

Άκρες ακραίες


Ένα σκοινί τεντωμένο η αγάπη μου. Με δυο άκρες. Εσένα κι εμένα.

Ακροβατώντας να το περπατώ μήπως και φτάσω απέναντι. Κι ας γλυστράω. Κι ας μην έχει δίχτυ ασφαλείας. Ζογκλέρ στο όνομα του έρωτα να γίνομαι, κι ας γελάει το τσίρκο όλο κάθε φορά που προσγειώνομαι ατσούμπαλα.

Ένα σκοινί ελαστικό η αγάπη μου. Άλλοτε οι δυο άκρες μακριά και άλλοτε κοντά, πολύ κοντά. Extreme sport ο έρωτας. Κάτι σαν bungee jumping. Να ταλαντεύομαι εγώ με το βάρος της καρδιάς μου, κι εσύ απόμακρος κι ακίνητος, δεμένος στις μακρινές σου σταθερές.

Ένα φονικό σκοινί η αγάπη μου. Μια θηλιά που με μπουκώνει και δεν παίρνω ανάσα. Να λαχανιάζω στη χαρά του έρωτά σου και μετά να ασφυκτιώ στην απουσία σου. Να μην μπορώ να ελευθερωθώ, κι ας μην υπάρχει κόμπος πουθενά. Ελεύθερη θηλιά. Μαζοχιστική. Να μπορεί να λυθεί και να μην λύνεται. Τυφλή η αγάπη μου.

Μπλεγμένο σκοινί η αγάπη μου. Γόρδιος δεσμός. Να μην μπορώ στον λαβύρινθό του να βρω την άλλη άκρη. Εσένα, να μην μπορώ να φτάσω. Κι αν πλησιάζουμε πότε πότε από τύχη, να πρέπει να λύσω το κουβάρι για να σε ξαναβρώ μια ακόμη φορά.

Η αγάπη μου; Ένα σκοινί ανθεκτικό. Όχι τριχιά φτηνή που ξεφτίζει… σκοινί που αντέχει. Με κόμπους περίτεχνους ναυτικούς και άλλους ασφαλείας, να θαλασσοδέρνεται. Κι όμως, δεμένο στο λιμάνι σου, μην τύχει και η καρδιά μου σαλπάρει για άλλα μέρη.

Ένα σκοινί η αγάπη μου. Μαλακό. Χρωματιστό.
Δέσε το σε έναν υπέροχο φιόγκο και ξετύλιξέ το χαρούμενα. Και με τη φλόγα σου κάψε τις δυο άκρες να κολλήσουν. Έναν φαύλο κύκλο φτιάξε αλλιώτικο, χωρίς αρχή και τέλος. Να ενωθούν οι άκρες γερά και να κυκλώσουν τα κορμιά μας. Να φυλακίσεις τον έρωτα, μην τύχει και μου τελειώσει.

Πόσο πεθύμησα την άλλη άκρη της αγάπης μου...

Μην είναι που γράφω μονοκοντυλιά, περπατώντας σε ατέρμονη σκοινένια ευθεία καιρό τώρα;

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

Λόγια σιωπηλά









Όσο θυμόταν τον εαυτό της, έκρυβε τον πόνο πίσω από τα ίδια της τα λόγια.

"Πιστεύω τους ανθρώπους", έλεγε. "Τις λέξεις τις χρειάζομαι γιατί τις καταλαβαίνω. Τις πράξεις δεν μπορώ να τις ερμηνεύσω. Είναι δύσκολο να καταλάβεις τι εννοεί ο καθένας με τις πράξεις. Γι’ αυτό ρωτάω. Και ακούω λόγια. Και πιστεύω τους ανθρώπους."

Πληγώθηκε από τα ίδια της τα πιστεύω.


Δεν ήταν στα κέφια της. Βρέθηκε χωρίς να το πολυσκεφτεί με τη φίλη της, σε ένα μπαράκι που περνούσε ώρες πολλές στα φοιτητικά της χρόνια. Ένα μικρό και υπόγειο μπαράκι, όπου πάντα της συνέβαιναν τα πιο αλλόκοτα. Χαλαρώνοντας στο σκαμπώ, ήπιε μονοκοπανιά το πρώτο της ποτό.

Άρχισε να μιλάει ασταμάτητα. Να λέει τον πόνο της για τον άντρα που την πλήγωσε με λόγια πολλά και λόγια μεγάλα. Για έναν άνθρωπο που της είπε περισσότερα από όσα χρειαζόταν να ακούσει, που υποσχέθηκε πιο πολλά από όσα ήθελε εκείνος να κάνει, που την έλουσε με όνειρα που δεν ήταν δικά του μα ξέμειναν δικά της. Μιλούσε ασταμάτητα κάνοντας χειρονομίες και μορφασμούς, κατηγορώντας τον εαυτό της που πάντα μαγευόταν από τα λόγια.

Δεν κατάλαβε πώς, μα ώσπου να παραγγείλει ένα δεύτερο ποτό, ο όμορφος άντρας από απέναντι στεκόταν δίπλα της χαμογελώντας της πλατιά. Με ήρεμες κινήσεις, έβγαλε ένα μικρό μπλοκ και έγραψε το όνομά του. Εκείνη ξαφνιάστηκε… Ο νέος της φίλος δεν μπορούσε να μιλήσει λόγια. Η ζωή, του είχε στερήσει φωνή και ακούσματα.
Αισθάνθηκε αμήχανα… Και μερικά ποτά αργότερα, βρέθηκε να μιλάει με νοήματα, να γράφει σε μπλοκ και, απορροφημένη από τη νέα της μορφή επικοινωνίας, να γελά ασταμάτητα… Αντάλλαξαν τηλέφωνα. Και μηνύματα πολλά, πάρα πολλά.

Λίγο καιρό είχαν πίσω τους, μέρες, κι όμως είχαν ζήσει τόσα μαζί. Δεν μιλούσαν. Όταν ήταν μαζί, τα στόματα δεν μιλούσαν… Τα χέρια, τα σώματα, τα μάτια και κάτι λευκά μπλοκ… τα έλεγαν όλα. Αγγίζονταν, αγκαλιάζονταν, έκαναν γκριμάτσες. Δεν άργησε να καταλάβει πώς λειτουργούσε αυτή η καινούρια γλώσσα του να αισθάνεσαι, να πιάνεις, να αφήνεσαι, να αγαπάς.

Αγάπησε αυτόν τον άντρα με όλο της το είναι. Έκαναν έρωτα ήσυχα, σιωπηλά και χάνονταν σε μία δίνη ακίνητη, σαν αντάρα δίχως βοή… πώς γινόταν άραγε αυτό; Κάτι φορές ξεχνιόταν και ξεκινούσε να μοιράζει λέξεις στον αέρα. Άλλοτε από ενθουσιασμό, άλλοτε από συνήθεια. Εκείνος κυνηγούσε τα χείλη της για να καταλάβει. Και μαλακά, της τα έκλεινε με ένα φιλί. Έπαιρνε τα χέρια της στα δικά του και της έκανε με νόημα "δείξε μου".

Κάτι φορές πάλι, όταν ήταν μόνη σπίτι της, έβγαζε από την τσάντα της κάτι ωτοασπίδες που είχε πάρει από το φαρμακείο, και προσπαθούσε να λειτουργήσει όπως αυτός. Να μην ακούει, παρά μόνο να αφουγκράζεται, να μην μιλάει, να βλέπει μόνο, να αγγίζει, να τεντώνεται και να κάνει φανταστικούς διαλόγους στον καθρέφτη. Όσο καλύτερα τα κατάφερνε, τόσο αφηνόταν μέρα με τη μέρα. Γκρέμιζε τα οχυρά της...

Δεν είχαν πει τίποτα ο ένας για τον άλλον. Για το παρελθόν, για το μέλλον... Της ήταν δύσκολο να καταλάβει ιστορίες με νοήματα, πόσο μάλλον να αφηγηθεί. Τους ένωνε μόνο το τώρα… Να κάνουν πράγματα μαζί. Να περπατούν αγκαλιά στα σοκάκια της πόλης, να κυνηγιούνται στο λούνα παρκ σαν παιδιά, να χαζεύουν το κύμα πιασμένοι χέρι χέρι, να κοιτάζονται όλη νύχτα μέχρι να παρασυρθούν σε ύπνο ήσυχο και βαθύ.

Το μόνο που ήξερε για εκείνον είναι ότι θα έφευγε σύντομα για ένα σημαντικό και μεγάλο ταξίδι. Και το μόνο που ήξερε γι’ αυτήν ήταν πως είχε πληγωθεί πολύ. Από λόγια.

Ξάφνου ο έρωτας έμοιαζε τόσο ασφαλής μαζί του. Τόσο ήσυχος, τόσο ακίνδυνος, τόσο απλός. Πλήρης. Ήταν υπέροχο το πόσες λέξεις μπορούν να αντικατασταθούν από ένα χαμόγελο, από ένα ζεστό σφίξιμο στο χέρι, από ένα αθώο λύγισμα του κορμιού. Πόσες εξομολογήσεις μπορούν να γίνουν με τα μάτια, με τα αγγίγματα. Πόσα αόρατα λόγια να μην ειπωθούν και να ακουστούν. Μιλούσαν συνέχεια. Με την ψυχή.

Ένιωθε ασφαλής με αυτόν τον άνθρωπο. Λες και δεν μπορούσε να την πληγώσει. Κι αυτός, σαν να το είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό του, προσπαθούσε να της αποδείξει πως τα λόγια δεν έχουν αξία, ξεφτίζουν, ξεχνιούνται, πως ο κι ο πόνος από τα λόγια μια μέρα επουλώνεται. Είναι όμως ένα χάδι που γεννά το όνειρο, ένα βλέμμα που μεταμορφώνει την πραγματικότητα, μια αγκαλιά που σφραγίζει την αλήθεια. Είναι η ζωή που γράφει τα παραμύθια.

Έζησαν τα πάντα.

Την τελευταία τους νύχτα, της έγραψε σε μια καθαρή σελίδα του μπλοκ: "Όταν γυρίσω, θέλω να μιλήσουμε για τα πάντα…"

"Να μιλήσουμε;" τον ρώτησε ανήσυχα με νοήματα.
"Να μιλήσουμε", της απάντησε. Έγραψε τις λέξεις στο χαρτί, τις υπογράμμισε, έβαλε πολλά θαυμαστικά δίπλα, και ένα χαρούμενο προσωπάκι. "Όταν γυρίσω, θα μπορούμε και να μιλάμε."

Κοιμήθηκαν αγκαλιά. Εκείνος κοιμήθηκε. Μέσα στη νύχτα, σηκώθηκε με βήματα βιαστικά χωρίς να φοβάται αν θα κάνει φασαρία, και έσβησε το νούμερό της από το κινητό του. Και το νούμερό του από το δικό της. Οχυρώθηκε βιαστικά. Σχεδόν από ένστικτο.

Ξημέρωσε.

"Αντίο", του είπε όπως την ξεπροβόδιζε στην πόρτα.
"Σύντομα…", της έγνεψε εκείνος.
"Αντίο…", επέμεινε εκείνη και μια γνώριμη ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί της.

Ενδορφίνες… Όχι από τον πόνο. Από τον φόβο. Δεν ήταν έτοιμη να ακούσει λόγια... Από κανέναν. Ούτε από αυτόν.

Είχε χάσει το στοίχημα… Δάκρυσε. Την αγκάλιασε χωρίς άλλα "λόγια". Σφιχτά. Και χωρίς άλλα λόγια την άφησε να φύγει.

Βγήκε από το σπίτι του και περπατώντας στον δρόμο έψαξε με μανία στην τσάντα της για τις ωτοασπίδες. Θα έκανε μια μεγάλη και ήσυχη βόλτα… Ίσως και να περπατούσε μέχρι το άλλο πρωί.
Θα προσπαθούσε για λίγο ακόμη να γιατρέψει την ψυχή της μέσα από τη σιωπή, πριν επιστρέψει στη βοή του κόσμου. Στη βοή των ανθρώπων. Στη βοή του έρωτα…

"Πιστεύω τους ανθρώπους", θα έλεγε στη φίλη της λίγο καιρό μετά, καθισμένη χαλαρά στο σκαμπώ ενός μπαρ. "Τις λέξεις τις καταλαβαίνω. Μα τις πράξεις τις χρειάζομαι γιατί τις πιστεύω. Δεν ρωτώ. Ούτε μιλώ, ούτε ακούω. Παρά μόνο τις αφουγκράζομαι και τις ερμηνεύω με την ησυχία της ψυχής."


Καλό ταξίδι, γλυκέ μου, στο δρόμο της βοής… Η ψυχή μου θα σε «ακούει» πάντα. Τελευταίο αντίο.