Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

Λόγια σιωπηλά









Όσο θυμόταν τον εαυτό της, έκρυβε τον πόνο πίσω από τα ίδια της τα λόγια.

"Πιστεύω τους ανθρώπους", έλεγε. "Τις λέξεις τις χρειάζομαι γιατί τις καταλαβαίνω. Τις πράξεις δεν μπορώ να τις ερμηνεύσω. Είναι δύσκολο να καταλάβεις τι εννοεί ο καθένας με τις πράξεις. Γι’ αυτό ρωτάω. Και ακούω λόγια. Και πιστεύω τους ανθρώπους."

Πληγώθηκε από τα ίδια της τα πιστεύω.


Δεν ήταν στα κέφια της. Βρέθηκε χωρίς να το πολυσκεφτεί με τη φίλη της, σε ένα μπαράκι που περνούσε ώρες πολλές στα φοιτητικά της χρόνια. Ένα μικρό και υπόγειο μπαράκι, όπου πάντα της συνέβαιναν τα πιο αλλόκοτα. Χαλαρώνοντας στο σκαμπώ, ήπιε μονοκοπανιά το πρώτο της ποτό.

Άρχισε να μιλάει ασταμάτητα. Να λέει τον πόνο της για τον άντρα που την πλήγωσε με λόγια πολλά και λόγια μεγάλα. Για έναν άνθρωπο που της είπε περισσότερα από όσα χρειαζόταν να ακούσει, που υποσχέθηκε πιο πολλά από όσα ήθελε εκείνος να κάνει, που την έλουσε με όνειρα που δεν ήταν δικά του μα ξέμειναν δικά της. Μιλούσε ασταμάτητα κάνοντας χειρονομίες και μορφασμούς, κατηγορώντας τον εαυτό της που πάντα μαγευόταν από τα λόγια.

Δεν κατάλαβε πώς, μα ώσπου να παραγγείλει ένα δεύτερο ποτό, ο όμορφος άντρας από απέναντι στεκόταν δίπλα της χαμογελώντας της πλατιά. Με ήρεμες κινήσεις, έβγαλε ένα μικρό μπλοκ και έγραψε το όνομά του. Εκείνη ξαφνιάστηκε… Ο νέος της φίλος δεν μπορούσε να μιλήσει λόγια. Η ζωή, του είχε στερήσει φωνή και ακούσματα.
Αισθάνθηκε αμήχανα… Και μερικά ποτά αργότερα, βρέθηκε να μιλάει με νοήματα, να γράφει σε μπλοκ και, απορροφημένη από τη νέα της μορφή επικοινωνίας, να γελά ασταμάτητα… Αντάλλαξαν τηλέφωνα. Και μηνύματα πολλά, πάρα πολλά.

Λίγο καιρό είχαν πίσω τους, μέρες, κι όμως είχαν ζήσει τόσα μαζί. Δεν μιλούσαν. Όταν ήταν μαζί, τα στόματα δεν μιλούσαν… Τα χέρια, τα σώματα, τα μάτια και κάτι λευκά μπλοκ… τα έλεγαν όλα. Αγγίζονταν, αγκαλιάζονταν, έκαναν γκριμάτσες. Δεν άργησε να καταλάβει πώς λειτουργούσε αυτή η καινούρια γλώσσα του να αισθάνεσαι, να πιάνεις, να αφήνεσαι, να αγαπάς.

Αγάπησε αυτόν τον άντρα με όλο της το είναι. Έκαναν έρωτα ήσυχα, σιωπηλά και χάνονταν σε μία δίνη ακίνητη, σαν αντάρα δίχως βοή… πώς γινόταν άραγε αυτό; Κάτι φορές ξεχνιόταν και ξεκινούσε να μοιράζει λέξεις στον αέρα. Άλλοτε από ενθουσιασμό, άλλοτε από συνήθεια. Εκείνος κυνηγούσε τα χείλη της για να καταλάβει. Και μαλακά, της τα έκλεινε με ένα φιλί. Έπαιρνε τα χέρια της στα δικά του και της έκανε με νόημα "δείξε μου".

Κάτι φορές πάλι, όταν ήταν μόνη σπίτι της, έβγαζε από την τσάντα της κάτι ωτοασπίδες που είχε πάρει από το φαρμακείο, και προσπαθούσε να λειτουργήσει όπως αυτός. Να μην ακούει, παρά μόνο να αφουγκράζεται, να μην μιλάει, να βλέπει μόνο, να αγγίζει, να τεντώνεται και να κάνει φανταστικούς διαλόγους στον καθρέφτη. Όσο καλύτερα τα κατάφερνε, τόσο αφηνόταν μέρα με τη μέρα. Γκρέμιζε τα οχυρά της...

Δεν είχαν πει τίποτα ο ένας για τον άλλον. Για το παρελθόν, για το μέλλον... Της ήταν δύσκολο να καταλάβει ιστορίες με νοήματα, πόσο μάλλον να αφηγηθεί. Τους ένωνε μόνο το τώρα… Να κάνουν πράγματα μαζί. Να περπατούν αγκαλιά στα σοκάκια της πόλης, να κυνηγιούνται στο λούνα παρκ σαν παιδιά, να χαζεύουν το κύμα πιασμένοι χέρι χέρι, να κοιτάζονται όλη νύχτα μέχρι να παρασυρθούν σε ύπνο ήσυχο και βαθύ.

Το μόνο που ήξερε για εκείνον είναι ότι θα έφευγε σύντομα για ένα σημαντικό και μεγάλο ταξίδι. Και το μόνο που ήξερε γι’ αυτήν ήταν πως είχε πληγωθεί πολύ. Από λόγια.

Ξάφνου ο έρωτας έμοιαζε τόσο ασφαλής μαζί του. Τόσο ήσυχος, τόσο ακίνδυνος, τόσο απλός. Πλήρης. Ήταν υπέροχο το πόσες λέξεις μπορούν να αντικατασταθούν από ένα χαμόγελο, από ένα ζεστό σφίξιμο στο χέρι, από ένα αθώο λύγισμα του κορμιού. Πόσες εξομολογήσεις μπορούν να γίνουν με τα μάτια, με τα αγγίγματα. Πόσα αόρατα λόγια να μην ειπωθούν και να ακουστούν. Μιλούσαν συνέχεια. Με την ψυχή.

Ένιωθε ασφαλής με αυτόν τον άνθρωπο. Λες και δεν μπορούσε να την πληγώσει. Κι αυτός, σαν να το είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό του, προσπαθούσε να της αποδείξει πως τα λόγια δεν έχουν αξία, ξεφτίζουν, ξεχνιούνται, πως ο κι ο πόνος από τα λόγια μια μέρα επουλώνεται. Είναι όμως ένα χάδι που γεννά το όνειρο, ένα βλέμμα που μεταμορφώνει την πραγματικότητα, μια αγκαλιά που σφραγίζει την αλήθεια. Είναι η ζωή που γράφει τα παραμύθια.

Έζησαν τα πάντα.

Την τελευταία τους νύχτα, της έγραψε σε μια καθαρή σελίδα του μπλοκ: "Όταν γυρίσω, θέλω να μιλήσουμε για τα πάντα…"

"Να μιλήσουμε;" τον ρώτησε ανήσυχα με νοήματα.
"Να μιλήσουμε", της απάντησε. Έγραψε τις λέξεις στο χαρτί, τις υπογράμμισε, έβαλε πολλά θαυμαστικά δίπλα, και ένα χαρούμενο προσωπάκι. "Όταν γυρίσω, θα μπορούμε και να μιλάμε."

Κοιμήθηκαν αγκαλιά. Εκείνος κοιμήθηκε. Μέσα στη νύχτα, σηκώθηκε με βήματα βιαστικά χωρίς να φοβάται αν θα κάνει φασαρία, και έσβησε το νούμερό της από το κινητό του. Και το νούμερό του από το δικό της. Οχυρώθηκε βιαστικά. Σχεδόν από ένστικτο.

Ξημέρωσε.

"Αντίο", του είπε όπως την ξεπροβόδιζε στην πόρτα.
"Σύντομα…", της έγνεψε εκείνος.
"Αντίο…", επέμεινε εκείνη και μια γνώριμη ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί της.

Ενδορφίνες… Όχι από τον πόνο. Από τον φόβο. Δεν ήταν έτοιμη να ακούσει λόγια... Από κανέναν. Ούτε από αυτόν.

Είχε χάσει το στοίχημα… Δάκρυσε. Την αγκάλιασε χωρίς άλλα "λόγια". Σφιχτά. Και χωρίς άλλα λόγια την άφησε να φύγει.

Βγήκε από το σπίτι του και περπατώντας στον δρόμο έψαξε με μανία στην τσάντα της για τις ωτοασπίδες. Θα έκανε μια μεγάλη και ήσυχη βόλτα… Ίσως και να περπατούσε μέχρι το άλλο πρωί.
Θα προσπαθούσε για λίγο ακόμη να γιατρέψει την ψυχή της μέσα από τη σιωπή, πριν επιστρέψει στη βοή του κόσμου. Στη βοή των ανθρώπων. Στη βοή του έρωτα…

"Πιστεύω τους ανθρώπους", θα έλεγε στη φίλη της λίγο καιρό μετά, καθισμένη χαλαρά στο σκαμπώ ενός μπαρ. "Τις λέξεις τις καταλαβαίνω. Μα τις πράξεις τις χρειάζομαι γιατί τις πιστεύω. Δεν ρωτώ. Ούτε μιλώ, ούτε ακούω. Παρά μόνο τις αφουγκράζομαι και τις ερμηνεύω με την ησυχία της ψυχής."


Καλό ταξίδι, γλυκέ μου, στο δρόμο της βοής… Η ψυχή μου θα σε «ακούει» πάντα. Τελευταίο αντίο.

4 σχόλια:

SeaGulL είπε...

!!!
Δυνατό κείμενο!
Πόσο δε μάλλον τα αισθήματα και οι καταστάσεις που καταγράφει!
Ένα μεγάλο "μπράβο" (ακόμα κι αν δεν έγραψες γι' αυτό...) κι ένα μεγάλο "ευχαριστώ"!...

ΨουΞ είπε...

"Αλλά μόλις έχουμε στ΄αλήθεια να πούμε κάτι μεταξύ μας είμαστε αναγκασμένοι να σιωπήσουμε."

καρπούζι θα σου χαρίσω γι΄αυτό το ποστ ένα δικό μου και για το επόμενο σου την φωτογραφία που θα το συνοδεύει.

υ.γ.Τα σιωπηλά πνεύματα συναντιούνται;)

Karpouzi είπε...

@seagull
Σ' ευχαριστώ, καλέ μου.
Χαίρομαι που κάτι "βρήκες" και πάλι. Κάνεις τα εσώψυχά μου να φαντάζουν... σημαντικά :)

@ψουξ
Εκπλήσσομαι, στοχαστή μου... για το timing!
Ελπίζω να καταφέρω να συμβάλω στην προσπάθειά σου (εάν η θεά έμπνευση δεηθεί να με επισκεφτεί και σταματήσω να κλαψουρίζω :))

SeaGulL είπε...

Kαλή σου μέρα φρουτένια - καρπουζένια!
Όπως γνωρίζεις ήδη, δημιούργησα ένα blog, με την ονομασία "Κλέφτρα Κίσσα" (http://kleftrakissa.blogspot.com/), στο οποίο "εκθέτω" κείμενα άλλων bloggers, που τους τα έχω "κλέψει".
Περισσότερα, μπορείς να βρεις και να διαβάσεις στην πρώτη μου ανάρτηση:
http://kleftrakissa.blogspot.com/2008/09/blog-post_30.html
Επειδή μεταξύ των αναρτήσεων που έχω κλέψει περιλαμβάνονται και
δικές σου, θεώρησα σκόπιμο να σε ενημερώσω σχετικώς, ώστε αν έχεις οποιαδήποτε αντίρρηση για την "κλοπή" αυτή να με ενημερώσεις και να κατεβάσω τις σχετικές αναρτήσεις μου.

Ευχαριστώ
Seagull
http://seagullstefanos.blogspot.com/

Υ.Γ. Αφήνω σχετικό σχόλιο κάτω από κάθε πρωτότυπη ανάρτηση, για ευνόητους λόγους