Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2008

Φωτογραφίζοντας την απουσία

















Ο καπνός να στολίζει το κορμί με δαχτυλίδια. Και μετά να κάνει γραμμές στο φόντο και να χάνεται ψηλά. Στο ταβάνι.

Να καίγονται τα δάχτυλα στο φίλτρο για κάθε τσιγάρο που τελειώνει. Να καίγεται το μυαλό. Να τσούζουν τα μάτια απ’ τον καπνό που χάνεται. Να καταπίνει το μυαλό τις σκέψεις πριν στεριώσουν.

Άδειες σκέψεις, σκοτάδι και γύμνια.

Η αλήθεια να κάνει βόλτες γυμνή. Και το κορμί να βουλιάζει και να μικραίνει μέσα της. Να ρουφάει τον πόνο της και να τελειώνει. Σαν το τσιγάρο.

Και η μοναξιά να τα αγκαλιάζει όλα σαν το σκοτάδι. Να χορεύει ρυθμικά και να αφορμίζει με τη λαγνεία της το δωμάτιο.

Πόσα τραγούδια να γράψει το ταβάνι; Πόσες ανάσες να ζωγραφίσει ο καπνός; Πόσες σκιές να γεννήσει το σκοτάδι; Πόσες σκέψεις να τυλίξει η ανάγκη;

Πόσες καμπύλες έχει το κορμί; Πόσα να φυλάξει μέσα του; Πόσα ν’ αντέξει χωρίς να φωνάξει;

Μαγική μουσική η σιωπή. Εκκωφαντική μουσική. Σαν άλαλη κραυγή. Σαν κλάμα που στέρεψε από λυγμούς.

Να τελειώνουν και τα τσιγάρα.

Απουσίες. Ήχων, φώτων, ανθρώπων.

Μια φωτογραφία.
Φωτιά, σκοτάδι και αλήθεια.
Κι εγώ. Που απουσιάζω σήμερα και δεν μ’ αρέσει.

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2008

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2008

Πιρουέτες

Όσο θυμόταν τον εαυτό της, προσπαθούσε με χάρη να ξεφύγει.

Να φύγει από όπου ήταν και να πάει κάπου αλλού, πού… κι αυτή ακόμη δεν ήξερε.

Όσο θυμόταν τον εαυτό της, φορούσε δυο μαλακά παπουτσάκια μπαλέτου, και με τη χάρη φτασμένης μπαλαρίνας ξεγλιστρούσε με όμορφες πιρουέτες.

"Βάλε μουσική", θύμιζε στον εαυτό της, κι έπαιρνε βαθιά ανάσα. Κι έτσι όπως ήταν κορδωμένη, με το στήθος έξω και την κοιλιά μέσα, στις μύτες των ποδιών της, ξέφευγε από όλα. Από τα προβλήματα, από τους ανθρώπους, από τα λόγια, από τα αισθήματα. Καβάλαγε το συννεφάκι της και τραβούσε για τη χώρα της όπου όλα γίνονταν με μουσική και χάρη. Και χαμογελούσε πλατιά.

Όσο θυμόταν τον εαυτό της, δεν κοιτούσε πίσω, μόνο μπροστά, πάντα το μέρος που πήγαινε κοιτούσε, ποτέ αυτό που άφηνε. Κι ας μην ήξερε πού θα την έβγαζε ο δρόμος... Έμπαινε στα βαγόνια του μυαλού της και ταξίδευε σε νέα παραμύθια. Έφτιαχνε ιστορίες και μετά τις ζούσε με την ψυχή της. Και ήξερε να ζει. Με δυο μαλακά, βελούδινα πέλματα κάτω από τα πόδια της, ακούγοντας τη μουσική της καρδιάς της, χόρευε κύκλους και φιγούρες δύσκολες. Με παρτενέρ άλλους, με σκηνικά διαφορετικά, με νότες άλλοτε ψηλές κι άλλοτε βαριές, κυνηγούσε την τύχη της οδηγώντας το φανταστικό τρενάκι της ζωής. Συνήθως την έβρισκε. Κι όποτε της ξέφευγε, έφευγε κι εκείνη γι’ αλλού, και την κυνηγούσε με χάρη σε νέα μέρη.

Μέχρι που έβγαλε τα παπουτσάκια της μια μέρα, τάχα για να ξεκουραστεί. Τάχα της φόρτωσαν πολλά στις πλάτες και τα πόδια της βάρυναν. Και δεν τη σήκωναν πια.

Κι έμεινε με την όμορφη φορεσιά της στους σταθμούς των τρένων ν’ αγναντεύει. Δεν έφευγε πια. Μόνο χάζευε τους νεοφερμένους που κατέβαιναν από τα βαγόνια και χαμογελούσε λοξά.

Μήπως κι έρθει επίσκεψη η τύχη της στην πόλη… να τη γλυτώσει με χάρη από της ζωής της το playback.

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2008

Αντίο φίλε















Μοιράζομαι μαζί σου το θρήνο, από μακριά και όπως μπορώ.
Μοιράζομαι μαζί σου το παράπονο του χαμού.
Μοιράζομαι μαζί σου την ευτυχία των βιωμένων.
Μοιράζομαι μαζί σου τη χαρά των όσων μπορεί μια φιλία να προσφέρει, ανθρώπινη και όχι ανθρώπινη.

Καλέ μου Κλεάνθη, σ' ευχαριστώ που μοιράζεσαι ξανά μαζί μου...



(γραμμένο από έναν Μετέωρο Μετανάστη... )

Περασμένα μεσάνυχτα κι εκείνη την Αυγουστιάτικη νύχτα, θωρούσαμε σιωπηλά και οι δύο τ' αστέρια με το φεγγάρι προσμένοντας υπομονετικά, τουλάχιστον έτσι ήθελα να πιστεύω, την επικείμενη ολική έκλειψη !

Θαρρώ πως κάπως καταλάβαινα, ότι κι εκείνη ήταν, πρωτόγνωρα για μένα, μελαγχολικά αμίλητη, κάτι σαν να ήθελε να μου δείξει, καθώς το ένοιωθα, επίμονα κολλημένο στην πλάτη μου σκοτεινό και συνάμα παραπονεμένο, το βλέμμα της επάνω μου!

Μα συνέχιζα, να παραμένω ξελογιασμένος απ' το τραγούδι των τριζονιών, τη μαγεία της νύχτας και τ' αμέτρητα αστέρια τ' ουρανού, συνέχιζα να λησμονώ τη θλιμμένη σιωπηλή παρουσία της, να την αγνοώ εντελώς!

Το επόμενο απομεσήμερο, άφησε την τελευταία της πνοή κι έφυγε λησμονημένη, μα ανάλαφρη και λεύτερη για πάντα πια, προς εκείνες τις αμέτρητες σειρήνες τ' ουρανού, που, με περίσσεια δεξιότητα, με είχαν πλανέψει το προηγούμενο βράδυ!

Κι όμως, ήταν για μένα ο μυριάκριβος, πιστός και απόλυτα αφοσιωμένος σύντροφος, στις λίγες ανέμελες, μα και στις πιο περισσότερες δύσκολες, στιγμές της μίζερης ζωής των ζωντανών υπάρξεων.

Ήταν ένα περήφανο εντεκάχρονο, θηλυκό καθαρόαιμο Γερμανικό ποιμενικό, που, από κουτάβι μερικών εβδομάδων, του 'χα αυθαίρετα εξασφαλίσει το όνομα της ξακουστής Βασίλισσας των Θεών του Ολύμπου!

Να ξέρει τάχα.., το πόσο πολύ μου λείπει τώρα πια, η αγαπημένη μου ΗΡΑ;


(photo: "Man and Dog" by Charlie Braid)