Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

Ελευθερία












Φυλακή.
Εσύ. Και τέσσερεις τοίχοι.
Να μην μπορείς να πας πουθενά.
Κι ας θέλεις να πας οπουδήποτε. Aρκεί να είναι αλλού.

Φυλακή.
Εσύ. Και τρεις τοίχοι.
Ανοιχτός ο δρόμος μπροστά.
Μα εσύ να θέλεις να γυρίσεις πίσω. Να ξαναβρείς τα χαμένα.

Φυλακή.
Εσύ. Και δυο τοίχοι.
Να μπορείς να γυρίσεις πίσω. Να μπορείς να προχωρήσεις μπροστά.
Μπρός γκρεμός. Πίσω ρέμα. Κι εσύ να κοιτάς δεξιά και αριστερά για εναλλακτικές.

Φυλακή.
Εσύ. Κι ένας τοίχος.
Όπου κοιτάς να τον βλέπεις.
Υποχρεωτική ακινησία. Θαύματα του μυαλού.

Φυλακή.
Εσύ. Κανένας τοίχος.
Να μπορείς να πας παντού.
Να μπορείς. Μα να μην έχεις πού.


Τι κι αν ελευθερία είναι να επιλέγεις τα δεσμά σου;


Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009

Άμπρα κατάμπρα

Ανέβαινε σε ένα σκουπόξυλο και όργωνε τους μαύρους ουρανούς. Δεν θυμόταν ποιός της το έμαθε αυτό. Από παιδί όμως, τις νύχτες, πριν την προσευχή της, καβάλαγε ένα παλιό σκουπόξυλο και ταξίδευε στη νύχτα. Μετά γυρνούσε και μιλούσε με τα δαιμόνια της. Παρακαλούσε να έχει έναν όμορφο και ήσυχο ύπνο. Και η επόμενη μέρα, να την βρει ζεστή και χαρούμενη. Της άρεσε που όταν αποκαμωμένη ξάπλωνε, την επισκέπτονταν οι Μοίρες. Της τραγουδούσαν μέχρι να αποκοιμηθεί και μετά της ύφαιναν τη ζωή. Κάθε βράδυ της έπλεκαν απ΄την αρχή το πεπρωμένο. Τίποτα δεν ήταν το πρωί ίδιο. Κι έτσι κάθε μέρα είχε μια άλλη γεύση, αλλιώτικο προορισμό. Άγνωστο.

Όταν ξυπνούσε, πήγαινε να πλύνει το πρόσωπό της για να φύγουν οι ενοχές τόσων ωρών που πέρασαν βουβές. Γελούσε συχνά όταν έβλεπε τη νεραϊδόσκονη ακόμη πάνω στα μάγουλά της. Πολύ δύσκολα έφευγε η νεραϊδόσκονη από τα μάγουλά της. Και συχνά αισθανόταν περίεργα τα πρωινά στον δρόμο, που γυάλιζε το πρόσωπό της έτσι.

Φορούσε συχνά μαύρα. Της άρεσε να ντύνεται στο χρώμα αυτό. Μέσα της είχε τόσα χρώματα, πιο πολλά κι από αυτά του ουράνιου τόξου. Μα τα θάμπωνε με τα μαύρα της ρούχα, κι έτσι κανείς δεν μπορούσε εύκολα να δει μέσα της. Μα δεν καταλάβαινε πόσο την κούραζε αυτό το κρυφτό. Εκείνη πάλι χάζευε μέσα στους ανθρώπους. Τα χρώματά τους όταν θύμωναν, όταν γελούσαν, πώς άλλαζε η αύρα τους σε κάθε φιλί, πώς μπερδευόταν η ψυχή της μάνας και του παιδιού σαν αγκαλιάζονταν, πώς γινόταν πολύπλοκο και μουντό το χρώμα της ψυχής τους όταν θύμωναν και λογομαχούσαν. Της άρεσε να βλέπει το φως των ανθρώπων. Κι έτσι πάντα φορούσε κι ένα ζευγάρι μεγάλα γυαλιά. Να μην φαίνεται πως τους παρακολουθεί, να μην τυφλώνεται και από τη λάμψη της χαράς τους. Κι εκείνη, σαν αντηλιά, να μην τη βλέπει κανείς. Σαν η μόνη ντυμένη σε μια πόλη με γυμνούς.

Όταν κουραζόταν, έκλεινε τα μάτια και έφτιαχνε κύκλους. Της άρεσαν οι κύκλοι. Κι ας συμπέραιναν όσοι την γνώριζαν πως τα είχε όλα τακτοποιημένα στο μυαλό της, ξεκάθαρα. Τετράγωνη λογική. Μόνο αυτό δεν είχε. Πόσα λίγα ήξεραν οι Σημαντικοί άνθρωποι. Σε εκείνη όμως άρεσαν πολύ οι κύκλοι, όπως μπερδεύονταν μεταξύ τους, όπως ακουμπούσαν για μια μόνο τόσο δα στιγμή για να ξεχωρίσουν πάλι, πώς ενώνονταν και έφτιαχναν κρίκους περασμένους μεταξύ τους, πώς χωρίζονταν και αναπηδούσαν σαν χρωματιστές φουσκάλες από σαπουνόνερο. Έφτιαχνε κύκλους με το μυαλό της κι έπαιζε με τους ανθρώπους και τις εικόνες τους. Τους μελετούσε, τους μπέρδευε σε ιστορίες, τους ταίριαζε σε ζευγάρια. Άλλοτε γελούσε κι άλλοτε έκλαιγε. Έπαιζε με τα αισθήματά της με μεθυσμένη σοφία. Μικρή θεά. Πόσα να ήξερε…

Και όταν βαριόταν κι αυτό, καβαλούσε το σκουπόξυλο και όργωνε γυμνή τους μαύρους ουρανούς. Προτιμούσε αυτούς που δεν είχαν φεγγάρι. Την υπνώτιζε το φως του φεγγαριού. Την μάγευε και την τραβούσε επάνω του. Κι εκείνη το μόνο που ήθελε, ήταν να ανακατεύεται με τους ανθρώπους. Να συναντά εραστές και να χώνεται ανάμεσα στα προσκεφάλια τους, να κουρνιάζει και να ζεσταίνεται.

Και όταν καταλάβαιναν την αταξία της, να πετά μακριά, προς τη χώρα του Πήτερ Παν και των φίλων του. Ή να τρέχει γρήγορα και να παραβγαίνει ως τα σύννεφα με τον Πήγασο, που συχνά τη συντρόφευε τις νύχτες δίχως φως. Μην χάσει το δρόμο. Άλλοτε πάλι τ’ αστέρια τη χαιρετούσαν και της έκλειναν το μάτι. Την συνόδευαν κι έκαναν μαγικές βουτιές μαζί της μέχρι τη θάλασσα. Και οι γοργόνες ξεπρόβαλλαν από τα κύματα και τη δρόσιζαν τινάζοντας πάνω της τα μακριά μαλλιά τους.

Την αγαπούσαν πολύ την Τιποτένια οι γοργόνες. Όλα τα μαγικά πλάσματα την αγαπούσαν. Τους άρεσε που ήταν γυμνή και διάφανη και χάζευαν τα χρώματά της.

Μόνο οι άνθρωποι δεν την έβλεπαν. Γι’ αυτούς, δεν ήταν παρά άλλη μια θαμπή Τιποτένια, που αν έβγαινε από τα μαύρα της ρούχα, με το φως της θα έκρυβε τη σημαντική σκιά τους.

Τρίτη, 3 Μαρτίου 2009

Κοίτα με







Είσαι θάλασσα και ωκεανός. Γη και στεριά μου.
Μέσα σου πνίγομαι και γεννιέμαι πάλι από το χώμα σου, κομμάτι σου, σαν τους πρώτους ανθρώπους.

Κοντά σου, όλες οι εποχές μου μπερδεύονται. Ένας χειμώνας ατέλειωτος να καραδοκεί κι ένα καλοκαίρι που καίει. Μα ο χρόνος δεν κυλά.
Πόσο ζεστό είναι το σώμα σου. Πόσο μαλακό. Όλη νύχτα με κρατούσες. Κι όμως εγώ πάλι έβλεπα όνειρα με σένα. Άνοιγα τα μάτια και ήσουν δίπλα. Τα έκλεινα και πάλι εκεί ήσουν. Μέσα μου. Να διεκδικείς το μυαλό μου, ξύπνιο ή νυσταγμένο.

Στάξε μου λίγη από τη μαγεία σου και μετά κοίτα με.
Δες μέσα στα μάτια μου και ξαναρώτα με.

Ναι, ίσως και να μπορούμε να γεράσουμε μαζί.

Και ναι, σήμερα αγαπώ.