Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009

Άμπρα κατάμπρα

Ανέβαινε σε ένα σκουπόξυλο και όργωνε τους μαύρους ουρανούς. Δεν θυμόταν ποιός της το έμαθε αυτό. Από παιδί όμως, τις νύχτες, πριν την προσευχή της, καβάλαγε ένα παλιό σκουπόξυλο και ταξίδευε στη νύχτα. Μετά γυρνούσε και μιλούσε με τα δαιμόνια της. Παρακαλούσε να έχει έναν όμορφο και ήσυχο ύπνο. Και η επόμενη μέρα, να την βρει ζεστή και χαρούμενη. Της άρεσε που όταν αποκαμωμένη ξάπλωνε, την επισκέπτονταν οι Μοίρες. Της τραγουδούσαν μέχρι να αποκοιμηθεί και μετά της ύφαιναν τη ζωή. Κάθε βράδυ της έπλεκαν απ΄την αρχή το πεπρωμένο. Τίποτα δεν ήταν το πρωί ίδιο. Κι έτσι κάθε μέρα είχε μια άλλη γεύση, αλλιώτικο προορισμό. Άγνωστο.

Όταν ξυπνούσε, πήγαινε να πλύνει το πρόσωπό της για να φύγουν οι ενοχές τόσων ωρών που πέρασαν βουβές. Γελούσε συχνά όταν έβλεπε τη νεραϊδόσκονη ακόμη πάνω στα μάγουλά της. Πολύ δύσκολα έφευγε η νεραϊδόσκονη από τα μάγουλά της. Και συχνά αισθανόταν περίεργα τα πρωινά στον δρόμο, που γυάλιζε το πρόσωπό της έτσι.

Φορούσε συχνά μαύρα. Της άρεσε να ντύνεται στο χρώμα αυτό. Μέσα της είχε τόσα χρώματα, πιο πολλά κι από αυτά του ουράνιου τόξου. Μα τα θάμπωνε με τα μαύρα της ρούχα, κι έτσι κανείς δεν μπορούσε εύκολα να δει μέσα της. Μα δεν καταλάβαινε πόσο την κούραζε αυτό το κρυφτό. Εκείνη πάλι χάζευε μέσα στους ανθρώπους. Τα χρώματά τους όταν θύμωναν, όταν γελούσαν, πώς άλλαζε η αύρα τους σε κάθε φιλί, πώς μπερδευόταν η ψυχή της μάνας και του παιδιού σαν αγκαλιάζονταν, πώς γινόταν πολύπλοκο και μουντό το χρώμα της ψυχής τους όταν θύμωναν και λογομαχούσαν. Της άρεσε να βλέπει το φως των ανθρώπων. Κι έτσι πάντα φορούσε κι ένα ζευγάρι μεγάλα γυαλιά. Να μην φαίνεται πως τους παρακολουθεί, να μην τυφλώνεται και από τη λάμψη της χαράς τους. Κι εκείνη, σαν αντηλιά, να μην τη βλέπει κανείς. Σαν η μόνη ντυμένη σε μια πόλη με γυμνούς.

Όταν κουραζόταν, έκλεινε τα μάτια και έφτιαχνε κύκλους. Της άρεσαν οι κύκλοι. Κι ας συμπέραιναν όσοι την γνώριζαν πως τα είχε όλα τακτοποιημένα στο μυαλό της, ξεκάθαρα. Τετράγωνη λογική. Μόνο αυτό δεν είχε. Πόσα λίγα ήξεραν οι Σημαντικοί άνθρωποι. Σε εκείνη όμως άρεσαν πολύ οι κύκλοι, όπως μπερδεύονταν μεταξύ τους, όπως ακουμπούσαν για μια μόνο τόσο δα στιγμή για να ξεχωρίσουν πάλι, πώς ενώνονταν και έφτιαχναν κρίκους περασμένους μεταξύ τους, πώς χωρίζονταν και αναπηδούσαν σαν χρωματιστές φουσκάλες από σαπουνόνερο. Έφτιαχνε κύκλους με το μυαλό της κι έπαιζε με τους ανθρώπους και τις εικόνες τους. Τους μελετούσε, τους μπέρδευε σε ιστορίες, τους ταίριαζε σε ζευγάρια. Άλλοτε γελούσε κι άλλοτε έκλαιγε. Έπαιζε με τα αισθήματά της με μεθυσμένη σοφία. Μικρή θεά. Πόσα να ήξερε…

Και όταν βαριόταν κι αυτό, καβαλούσε το σκουπόξυλο και όργωνε γυμνή τους μαύρους ουρανούς. Προτιμούσε αυτούς που δεν είχαν φεγγάρι. Την υπνώτιζε το φως του φεγγαριού. Την μάγευε και την τραβούσε επάνω του. Κι εκείνη το μόνο που ήθελε, ήταν να ανακατεύεται με τους ανθρώπους. Να συναντά εραστές και να χώνεται ανάμεσα στα προσκεφάλια τους, να κουρνιάζει και να ζεσταίνεται.

Και όταν καταλάβαιναν την αταξία της, να πετά μακριά, προς τη χώρα του Πήτερ Παν και των φίλων του. Ή να τρέχει γρήγορα και να παραβγαίνει ως τα σύννεφα με τον Πήγασο, που συχνά τη συντρόφευε τις νύχτες δίχως φως. Μην χάσει το δρόμο. Άλλοτε πάλι τ’ αστέρια τη χαιρετούσαν και της έκλειναν το μάτι. Την συνόδευαν κι έκαναν μαγικές βουτιές μαζί της μέχρι τη θάλασσα. Και οι γοργόνες ξεπρόβαλλαν από τα κύματα και τη δρόσιζαν τινάζοντας πάνω της τα μακριά μαλλιά τους.

Την αγαπούσαν πολύ την Τιποτένια οι γοργόνες. Όλα τα μαγικά πλάσματα την αγαπούσαν. Τους άρεσε που ήταν γυμνή και διάφανη και χάζευαν τα χρώματά της.

Μόνο οι άνθρωποι δεν την έβλεπαν. Γι’ αυτούς, δεν ήταν παρά άλλη μια θαμπή Τιποτένια, που αν έβγαινε από τα μαύρα της ρούχα, με το φως της θα έκρυβε τη σημαντική σκιά τους.

5 σχόλια:

Μενεξεδιά είπε...

κάτι μου θυμίζει :)

Ανώνυμος είπε...

polu oraio, alla oxi kai tipotenia, to parakanes nomizo ligaki, polu sklhrh den egines?? kai oi an8ropoi? t exoun oi an8ropoi kai ta bazeis panta mazi touus?akomh kai h tipotenia anamesase an8ropous zei......
anzel tza

Karpouzi είπε...

@Μενεξεδιά
;)

@Anzel tza
Αγαπημένη μου μικρή... Πολύ μικρή... Και πολύ ρομαντική... Να σου θυμίσω... http://tokarpouzi.blogspot.com/2009/02/blog-post_19.html

Ανώνυμος είπε...

"And then... something happened. I let go.
Lost in oblivion -- dark and silent
and complete. I found freedom. Losing
all hope was freedom..."
1)ΑΥΤΟ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΜΠΟΔΙΑ ΣΤΗ ΖΩΗ! ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΤΑ ΕΠΙΛΕΓΕΙΣ, ΑΛΛΑ ΠΑΝΤΑ ΕΧΕΙΣ "ΣΙΓΟΥΡΑ" ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΕΣΣΕΡΑ ΣΕΝΑΡΙΑ ΛΥΣΗΣ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΛΕΞΕΙΣ...
2)ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΝΕΡΑΙΔΟΜΑΓΙΣΣΟΥΛΑ, ΠΙΘΑΝΟΤΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΑΥΤΗ ΑΛΛΟΣ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΣΚΙΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΑΛΛΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΤΕΛΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟΙ ΝΕΡΑΙΔΟΜΑΓΙΣΣΟΥΛΕΣ ΠΑΝΩ ΣΕ ΣΚΟΥΠΟΞΥΛΑ!!!
ΞΕΡΩ ΜΙΑ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΖΑΙ ΤΟΝ ΕΥΑΤΟ ΤΗΣ ΑΝΥΠΑΡΚΤΟ! ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΤΙΠΟΤΕΝΙΑ ΣΤΟΝ ΚΟΜΟ ΑΥΤΟ ΝΟΜΙΖΩ!!
ΚΑΙ ΑΝ ΤΟΥΣ ΒΛΕΠΑΜΕ ΘΑ ΕΔΙΝΑΝ ΚΑΙ ΑΥΤΟΙ ΛΙΓΟ ΦΩΣ ΣΤΗΝ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΣΚΙΑ ΜΑΣ...!!!
ΣΥΝΕΠΩΣ ΟΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΑΠΟ ΟΣΕΣ ΝΟΜΙΖΟΥΜΕ-"ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΕΧΕΙ 2 ΠΛΕΥΡΕΣ"-ΚΑΙ ΣΙΓΟΥΡΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΑΠΟ ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ...!!!
ΜΕ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΑΛΛΟΣ ΕΝΑΣ ΜΑΧΗΜΟΣ, ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΤΗΣ!

Karpouzi είπε...

Αγαπημένε... Ανώνυμε Μάχιμε-Ρεαλιστή,

1) Έχεις δίκιο, τα σενάρια είναι απεριόριστα. Κι όμως, μερικές φορές τα εμπόδια τα επιλέγεις. Τα προκαλείς και ίσως και να τα γαλουχείς. Αυτα του μυαλού, εννοώ, της ψυχής και της καρδιάς.
Μην βιάζεσαι να σχολιάσεις κάτι που δεν έχει ακόμη "ανεβεί" στον αέρα... (Προνομιούχε!) Δεν είναι τυχαίο που ανέβηκε στην ετικέτα "Σκέφτομαι άρα υπάρχω". Η "αλήθεια" του καθενός έχει πολύ περισσότερες από 4 πλευρές... και ίσως φυλακίζεται σε πολύ λιγότερους τοίχους. Ταπεινά δική σου...

2)Μαγικά πλάσματα είμαστε όλοι μας. Άλλοτε Σημαντικά και άλλοτε Τιποτένια. Είτε μέσα μας, είτε για τους άλλους. Και κάτι φορές νιώθουμε τόσο δα μικροί όσο η Τίνκερμπελ ή τοσο πολύ δυνατοί όσο ένας καταπράσινος Hulk... Ειλικρινά όμως, πιστεύεις ότι τόσο εύκολα μπορείς να δεις αυτό που κρύβω στην ψυχή μου; Και αν ναι, αυτό που κρύβεις στη δική σου;

Θες να παραβγούμε σε έναν αγώνα με σκουπόξυλα; Γιατί το ξέρω ότι κάτι φορές το νιώθεις κι εσύ... Μόνο να έχει φεγγάρι. Σαν βετεράνος, δεν βλέπω πια τόσο καλά στο σκοτάδι.

Αχ και να κάναμε αυτή την κουβέντα από κοντά... (Μου λείψατε και τα δυο σας!)